Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Φοβίες και φόβος


Οι φοβίες, όπως και αν προσδιορίσουμε την καταγωγή τους, ψυχαναλυτικά, ψυχοδυναμικά ή γενετικά, ενδημούν στην ανθρώπινη κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε και υφίσταται στον 20ο αιώνα. Φιλοσοφικά αυτό ενδιαφέρει ιδιαιτέρως. Γι’ αυτό προσεγγίζω έτσι το ζήτημα στην αρχή, και, στη συνέχεια, αναπτύσσω κάποιες σκέψεις για τον φόβο, για ό,τι δηλαδή εκδηλώνεται ως σύμπτωμα της φοβίας, για να τον αναλύσω σε μια άλλη από τη φοβική του διάσταση, εκείνη δηλαδή της οντολογικής ανατροπής που σημαίνει, όταν αφορά σε καταστάσεις που όντως διακυβεύουν την ανθρώπινη υπόσταση, όταν εκδηλώνεται ως αντίδραση εν όψει κινδύνων που προμηνύουν την απώλεια.
            Με τη σειρά, όμως, θα αναφερθώ πρώτα στις φοβίες, ως ιστορικό, κατά κάποιον τρόπο, σύμπτωμα της σύγχρονης ζωής. Εδώ διαπιστώνω το εξής παράδοξο: ενώ η τεχνολογική εξέλιξη παρέσχε στον άνθρωπο πολλά μέσα για να αντιμετωπίσει παράγοντες που πρωταρχικά του προκαλούν φόβο, εν τούτοις οι παράγοντες αυτοί, αφενός, δεν απενεργοποιήθηκαν, αλλά, επιπλέον, η τεχνολογική πρόοδος αποδείχθηκε ότι εγκυμονεί αρκετά φοβικά συναισθήματα, τα οποία, κιόλας, δεν ήταν συνήθη σε περασμένες εποχές.
            Έτσι, για παράδειγμα, η προστασία που απολαμβάνει ο άνθρωπος από τη φύση, όταν διασφαλίστηκε η συλλογική του ύπαρξη και περιχαρακώθηκε σε πολιτείες που δεν επηρεάζονται παρά μόνο από τις καιρικές συνθήκες και τους σεισμούς, μας απήλλαξε από φοβίες που πηγάζουν από δεισιδαιμονίες οι οποίες, εν πολλοίς, έλκουν την καταγωγή τους από τις συνθήκες της φυσικής ζωής, στην οποία το σκοτάδι, για παράδειγμα, της νύχτας, ήταν γενεσιουργός παράγοντας πολλών φοβικών συνδρόμων που αφορούσαν στην ύπαρξη υπάρξεων μη εμφανών στο φως της ημέρας, αλλά δραστήριων υπό το πέπλο της αδιαφάνειας του σκότους. Ο άνθρωπος που μεγαλώνει στην πόλη δεν έχει μνήμη τέτοιων φοβιών. Επίσης, το ασύμβατο ανάμεσα στην κυριαρχική φύση και τον άλλοτε υποκείμενο στη φυσική κατάσταση άνθρωπο σχετικοποιήθηκε, καθώς, για παράδειγμα, το αχανές μέγεθος του φυσικού περιβάλλοντος σε σχέση με το ελάχιστο μέγεθος του ατομικού ανθρώπου έχασε για την ανθρώπινη αντίληψη αρκετά από τις διαστάσεις του με την κατασκευή των μέσων μεταφοράς.
            Όμως, για να αρχίσω από το τελευταίο παράδειγμα, τα μέσα μεταφοράς «επεφύλασσαν» στον άνθρωπο, εκτός από το διασκελισμό της απόστασης που τον χώριζε από την αχανή φύση, και αρκετές φοβίες, γιατί αυτή η μεγέθυνση, που ισοσκέλισε την ποσοτική «υστέρηση» του ανθρώπου, έγινε με την ταχύτητα, και με ταχύτητα που δεν προσιδιάζει στον άνθρωπο. Έτσι, ο φοβικός παράγοντας του ασύμβατου με τη φυσική πραγματικότητα, υποκαταστάθηκε με τον κινδυνώδη παράγοντα της ταχύτητας, η οποία εγκυμονεί εξίσου και περισσότερο έντονα φοβικά συναισθήματα.
            Επίσης, η συσσωμάτωση της ανθρώπινης συλλογικής ύλης σε πολιτείες, μπορεί επίσης να μας απάλλαξε από οιονεί ή και όντως απειλητικές εκφάνσεις της φυσικής πραγματικότητας, αλλά επέτεινε το συναίσθημα της συστολής και το φόβο για την ανθρώπινη υπερεπαρκή παρουσία, όπως τη βιώνουμε στις μεγαλουπόλεις. Η καχυποψία για τη φύση, έτσι, υποκαταστάθηκε από την καχυποψία για τον άνθρωπο. Η καταιγιστική εκούσια ή ακούσια ανθρώπινη συναναστροφή υπερβαίνει την αντοχή της ανθρώπινης αντιληπτικότητας και προσοχής αλλά και το όριο ανοχής της παρουσίας της ετερότητας δίπλα μας, κοντά μας, ανά πάσα στιγμή.
            Από την άποψη αυτή, φυσικά, θα ήμουν επιφυλακτικός, σε πρώτη άποψη, να χαρακτηρίσω τις προηγούμενες ή άλλες παρόμοιες φοβίες διαταραχές, εκτός αν υπάρχει βάσιμη διάγνωση ότι οφείλονται σε σοβαρές οργανικές δυσλειτουργίες και παθήσεις. Οι παθήσεις του θυρεοειδή, για παράδειγμα, έχουν ενοχοποιηθεί για το αίσθημα της φοβίας. Κατά τα άλλα, υπό το πρίσμα ακριβώς μιας φιλοσοφικής διάγνωσης των φοβιών, ως παρεπομένων των συνθηκών ζωής της σύγχρονης πραγματικότητας, θα αναγνώριζα την επιρρέπεια του σύγχρονου ανθρώπου καθεαυτόν, όλων μας δηλαδή, σε συναισθήματα δηλωτικά της καταπίεσης του ανθρώπινου ψυχισμού λόγω της εκ του αποτελέσματος συρρίκνωσης του ανθρώπου, υπό το βάρος της τεχνολογικής λαίλαπας και της κοινωνικής βίας, που εκφράζεται και μόνο με τον αναγκαστικό συναγελασμό και τη συμβίωση στις πόλεις. Βεβαίως, πρέπει να πω, θεωρώ ότι κοινός κλήρος είναι οι φοβίες και υπό το ψυχαναλυτικό πρίσμα ιδωμένες, αλλά, φυσικά, η σχετική ανάλυση θα ήταν ιδιαίτερα μακροσκελής και ικανή να αποτελέσει μια ογκώδη μελέτη η ίδια.
            Γι’ αυτό θα περιοριστώ στα προηγούμενα, σε ό,τι αφορά τον φοβικό, θα έλεγα, ενδεχομένως καταχρηστικά, φόβο. Φιλοσοφικά, όμως, το τόνισα στην αρχή, με ενδιαφέρει ο φόβος μπροστά στον κίνδυνο που δεν είναι φαντασιωσικός αλλά πραγματικός. Και, δυστυχώς, όσο και αν, θεωρητικά, στον δυτικό κόσμο, απαλλαγήκαμε σε μεγάλο βαθμό από τον φόβο που με την ωμή βία είναι ικανός να προκαλέσει ο άνθρωπος στον άνθρωπο, η υφέρπουσα βία δεν έπαψε να διαβρώνει τον ανθρώπινο βίο, και να εγκυμονεί εξίσου καταπιεστικά συναισθήματα φόβου του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Ωστόσο, υπάρχουν περισσότερο απειλητικές συνθήκες, που μας φέρνουν αντιμέτωπους με το φάσμα της απώλειας, και αφήνουν, δυστυχώς, αρκετό χώρο, ώστε το συναίσθημα του φόβου να αναπτυχθεί και να επιτελέσει το διαβρωτικό του ρόλο στο εσωτερικό της ανθρώπινης ύλης.
            Για παράδειγμα, οι ασθένειες που εξοντώνουν αργά τον άνθρωπο τρέφουν τον φόβο. Η κατάσταση αυτή μ’ ενδιαφέρει πολύ. Φιλοσοφικά, μάλιστα, σπεύδω να τονίσω ότι αυτός ο φόβος δεν καταλύει αλλά αναδεικνύει το ανθρώπινο πρόσωπο. Ηρωισμός, εν προκειμένω, δεν είναι να κάνεις ότι δεν φοβάσαι, αλλά να παραδεχθείς ότι φοβάσαι. Η παραδοχή αυτή εγκυμονεί μια βαθιά αυτογνωσία, η οποία, όσο και αν δεν ισοσκελίζει και δεν ικανοποιεί την ανάγκη για διατήρηση στην ύπαρξη, ανάγει τον άνθρωπο σε μια άλλη ύπαρξη, που δεν είχε την ευκαιρία να αναγνωρίσει στον εαυτό του, προτού να βιώσει τον φόβο έτσι. Η αυτοκατάφαση αυτή, όταν και αν οι συνθήκες το επιτρέπουν, μπορεί, υποστηρίζω, ενδεχομένως να έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Σε κάθε περίπτωση, αυτός ο φόβος αναβιβάζει και δεν καταλύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.  Εκείνος που τη διακυβεύει, είναι ο φόβος για καταστάσεις που δεν αξίζουν τον φόβο. Αυτή η σκέψη ενδεχομένως συμβάλλει στην καταπολέμηση φοβιών όταν η προέλευσή τους, επαναλαμβάνω, δεν είναι παθολογική ή οργανική.
            Δυστυχώς περισσεύουν οι πραγματικοί κίνδυνοι που προκαλούν εύλογα φόβο, και πρέπει όντως να εργαστούμε για την αντιμετώπισή του όταν είναι σύμπτωμα φοβίας, με σκοπό την ελάφρυνση του ανθρώπινου ψυχισμού από περιττό φόβο.
                                                                                                  Ι.Σ. Χριστοδούλου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου