Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Ηθική του σώματος


Στο κατώφλι του 21ου αιώνα η Φιλοσοφία παραμένει και ενισχύεται ως η πιο έντονη και δημιουργική μορφή σκέψης. Σ’ όλες τις διαστάσεις της, και είναι πολλές, πολύ περισσότερες απ’ ό,τι στο παρελθόν, διογκώνεται και ανασυντάσσεται με καινούργιες ιδέες και με διάλογο ζωηρό για τις παλαιές. Η αποψινή διάλεξη εμπίπτει στην περιοχή της ηθικής έρευνας και της φιλοσοφίας του ανθρώπου.
Η διερώτηση και η αναζήτηση για το κριτήριο του ήθους και τον ορισμό του ηθικού ή της ηθικής αξίας διαρκεί αρκετούς αιώνες, τουλάχιστον 2800 χρόνια. Καθώς οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, μαζί ο τρόπος ζωής, μεταβάλλονται, η σχετική διερώτηση, για το ηθικά ορθό, εμπλουτίζεται.
Στη Δυτική παράδοση, ήδη από την αρχαιότητα, βάρυνε και τελικά επικράτησε η εντύπωση, που δημιούργησαν φιλόσοφοι αλλά και ο Χριστιανισμός, ότι η ηθική ακεραιότητα δυνάμει διασφαλίζεται από τον Λόγο, ο οποίος υπαγορεύει και προτρέπει στο ηθικά ορθό και αποτρέπει από το ηθικά επισφαλές, τα οποία, φυσικά, ορίζει αρμοδίως.
Η ηθική έρευνα, ωστόσο, οφείλει να ελέγχει, να εξετάζει το βάσιμο ή όλες τις πτυχές της πεποίθησης αυτής. Η εμπειρία, αν μη τι άλλο, μαρτυρεί ότι η εμπιστοσύνη στην ηθοπλαστική δύναμη του λόγου διαψεύδεται. Σήμερα, μάλιστα, που ο ίδιος ο λόγος υποχωρεί και παραχωρεί τη θέση του στην εξεικονιστική δύναμη της ανθρώπινης νόησης, η διερώτηση για την ηθική του αποτελεσματικότητα γίνεται πιο έντονη.
Επιπλέον, επεξεργασμένα ηθικά και νομικά συστήματα, λογικές κατασκευές, αποδεικνύονται ανίσχυρα να αποτρέψουν φαινόμενα διαφθοράς, εξατομικευμένης ή καθολικότερης. Σκοπός μου είναι να επισημάνω τη σχετική αναποτελεσματικότητα του ηθικού λόγου και να εστιάσω την προσοχή μου σε ό,τι μένει στη σκιά όταν σκεφτόμαστε την ανθρώπινη συμπεριφορά, δηλαδή στο ανθρώπινο σώμα.
Εκλαμβάνω έτσι το σώμα ως καθοριστικό παράγοντα ήθους, ως παραγωγικό ηθικών τάσεων και, επίσης, ως κατεξοχήν υφιστάμενο ηθικών κρίσεων, επιλογών και αποφάσεων που λαμβάνονται από εμάς για τον εαυτό μας ή από άλλους για εμάς. Ο ηθικός στοχασμός στις μέρες μας, άλλωστε, έγινε και βιοηθικός καθώς και εφαρμοσμένα ηθικός ή θεραπευτικός ως συμβουλευτικός. Υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του ανθρώπου, διερωτώμαι: τι μπορεί να σημάνει για την ηθική προσπάθεια ο τονισμός της ιδέας: «ο άνθρωπος είναι σώμα;»
Ο άνθρωπος είναι αδιαίρετα γνωστικό και πρακτικό ον, πρακτικό επειδή γνωστικό. Η αποτελεσματική ανθρώπινη πράξη στηρίζεται στην εύστοχη γνώση. Τέτοια γνώση και πράξη είναι γνώση για πράγματα και πράξη για τα πράγματα. Αυτό δεν ισχύει όταν γνώση και πράξη έχουν αντικείμενο τον εαυτό μας ή τον άλλο άνθρωπο. Ο ίδιος μηχανισμός λειτουργεί, όχι όμως με τον ίδιο τρόπο αποτελεσματικά, όπως στην περίπτωση που γνωρίζουμε και πράττουμε σε σχέση με τα πράγματα. Όταν σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας ή τους άλλους, βιώνουμε συχνά την εμπειρία της διάψευσης και της αστοχίας στη γνώση και την πράξη.
Ωστόσο, η γνώση από και για τον εαυτό μας παράγει συμπεριφορά. Το ίδιο η αντίληψη που θεωρούμε ότι έχουν οι άλλοι για εμάς, η αντίληψη που θεωρούν εκείνοι ότι έχουμε γι’ αυτούς ή η γνώση που θεωρούν όλοι ότι έχουν για τους άλλους. Όλες οι σχετικές αντιλήψεις υπόκεινται ισχυρότατα σε πλάνη και αυτός είναι ένας από τους λόγους που η φιλοσοφία βρισκόταν, βρίσκεται και θα βρίσκεται σε επιφυλακή.
Στην πραγματικότητα, ό,τι σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους ανθρώπους μας κάνει και τους κάνει αυτό που είναι. Ο εαυτός μας, όσο και οι άλλοι, έτσι, δεν είναι, δεν υπάρχουν, πριν γίνουν κάτι, οτιδήποτε, με τη σκέψη, προτού η σκέψη να δώσει μορφή και περιεχόμενο. Ο Berkeley, εμπειριστής φιλόσοφος των νεώτερων χρόνων, τόνιζε ότι η ύπαρξη των πραγμάτων εξαρτάται κυριολεκτικά από την αντίληψη και όχι το αντίστροφο. Για τον Kant, επίσης, η αντίληψή μας, ως ανθρώπων, είναι αυτό που είναι και δίνει το σχήμα της στα πράγματα. Η συνείδησή μας δεν είναι καθρέφτης. Γίνονται τα πράγματα καθρέφτες της συνείδησης. Γνωρίζοντας τα πράγματα γνωρίζω πως είμαι εγώ, όχι τα πράγματα.
Αυτό το φαινομενικά, αν φαίνεται σήμερα - γιατί την εποχή του Kant και εποχή του Διαφωτισμού ήταν - ανατρεπτικό σκεπτικό διασφαλίζει ότι δεν αδιαφορούμε για την πλάνη που ενέχεται στην ανθρώπινη αντίληψη και δεν κάνουμε το σφάλμα να θεωρήσουμε ότι ο εαυτός μας ή οι άλλοι πρέπει να είναι όπως τα σκεφτόμαστε, επειδή σκεφτόμαστε πως είναι όπως φαίνονται ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα αντιλαμβανόμαστε, και παρασιωπώντας ότι είναι όπως είναι επειδή τα αντιλαμβανόμαστε όπως τα αντιλαμβανόμαστε.
Στο γεγονός ότι ο άνθρωπος εκλαμβάνει ότι ο εαυτός του και οι άλλοι πρέπει να είναι ή να γίνουν αυτό που σκέφτεται, οφείλεται, εξίσου, η ανθρώπινη δημιουργικότητα και η ανθρώπινη βαρβαρότητα. Για να περιοριστεί η τελευταία στις συλλογικές και τις ατομικές εκφάνσεις της, πρέπει να θέτει ο άνθρωπος όριο στις μεθοδεύσεις που υπαγορεύει η διάνοιά του, η οποία, επαναλαμβάνω, θεωρεί ότι τα πράγματα οφείλουν να είναι όπως τα αντιλαμβάνεται όχι επειδή τα αντιλαμβάνεται έτσι αλλά επειδή θεωρεί ότι είναι έτσι όπως τα αντιλαμβάνεται.
Ανάχωμα σε αυτή την καταχρηστική προβολή της διάνοιας στον άνθρωπο, που οδηγεί σε προβληματική συμπεριφορά, μπορεί, ενδεχομένως, να γίνει μια σκέψη: του σώματος, του ανθρώπινου σώματος, όχι ως πρόχειρη σκέψη, αλλά ως σκέψη που έχει εν τω μεταξύ εμπεδώσει εντός της ότι η τύχη μας, των ανθρώπων, εξαρτάται από το τι μπορούμε να σκεφτούμε, εν είδει ανασκόπησης, γι’ αυτό που σκεφτόμαστε πρωτογενώς για τον εαυτό μας και τους άλλους.
Μια μετατόπιση στο στόχο που βάζουμε, προτείνω εδώ, όταν σκεφτόμαστε τον άνθρωπο. Να θεωρήσουμε, δηλαδή, ότι άνθρωπος είναι όχι το αυτονόητο όν – άνθρωπος, αλλά το άγνωστο σώμα του, είτε πρόκειται για τον εαυτό μας, για το δικό μας σώμα, είτε για τους άλλους. Εστιάζω, στην παρούσα μελέτη, σε κάτι που είναι ο άνθρωπος, δηλαδή σώμα, αλλά που όμως, σύμφωνα με τη συλλογιστική που προηγήθηκε, μοιάζει να λησμονιέται, αφού ο νους, δηλαδή ο λόγος, δεν εκλαμβάνει ως δεδομένο – το αντίθετο μάλιστα – ότι δεν έχει πρόσβαση, και, επομένως, δεν μπορεί να ξέρει το σώμα, παρά μόνο μερικώς, στην εξωτερική του εμφάνιση, και όχι στο εσωτερικό του περιεχόμενο, δηλαδή στην ουσία του, στην επιμέρους ουσία του ίδιου ή των άλλων σωμάτων, η οποία ουσία είναι για το κάθε σώμα, ως παρουσία, διαφορετική, και δεν ταυτίζεται με αυτά που γνωρίζουμε, από την ιατρική, ας πούμε, ή την ψυχιατρική, γενικά για το ανθρώπινο σώμα.[i]
Δεν υπάρχει λόγος, ισχυρίζομαι, να μην εστιάζει η συνείδηση στο σώμα, όσο και αν, όπως είπα, δεν έχει γνωστική πρόσβαση παρά μόνο στο εξωτερικό του σώματος. Αυτό που τονίζω είναι όχι ότι το σώμα είναι ανθρώπινο, αλλά ότι ο άνθρωπος είναι σώμα. Σημασία, θεωρώ, έχει να σκεφτούμε όχι το σώμα ως άνθρωπο αλλά τον άνθρωπο ως σώμα.
Όπως προφαίνεται από τον τίτλο της ομιλίας μου, ισχυρίζομαι ότι σκέψη καθοριστική για την ηθική διάπλαση του ανθρώπου αλλά και για την ηθική του συμπεριφορά είναι η σκέψη του σώματος. Όταν αναφέρομαι στην ηθική του σώματος, δεν εννοώ ότι το σώμα έχει μια ηθική διάσταση παράλληλα με εκείνη που απορρέει από την ψυχική ικανότητα του ανθρώπου. Εννοώ ότι το σώμα έχει την κυριαρχική του ηθική διάσταση, και μόνο εξειδικεύοντας αναφερόμαστε στη διάνοια ή την ψυχή ως προσδίδουσες τον ηθικό τόνο.
Επομένως, ο τίτλος της ομιλίας μπορεί να διαβαστεί, και σωστά, διπλά: το σώμα παράγει ηθική (ούτως ή άλλως), και, με αυτή την ιδιότητα, το σώμα προκαλεί τις ηθικές μας κρίσεις χωρίς, συμπληρώνω, να αντιλαμβανόμαστε ότι κρίνουμε το σώμα. Η συμπεριφορά, έτσι, απορρέει από το σώμα με τη διαμεσολάβηση της αντίληψης, η οποία θεωρεί ότι ο άλλος άνθρωπος είναι έτσι ή αλλιώς, και στην ύπαρξή του αντιπαραθέτει την ύπαρξη του υποκειμένου της ηθικής πράξης, που όμως δεν έχει διανοητική αλλά σωματική σχέση με τον άλλο, και τον επηρεάζει ή επηρεάζεται από αυτόν ανάλογα με το πώς λαμβάνει χώρα η συνάντηση όχι των ανθρώπων ή των συνειδήσεων πρωτογενώς, αλλά των σωμάτων.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη διάσταση, που το σώμα δεν είναι πομπός αλλά δέκτης ηθικής, είναι προφανές ότι αφορά σ’ αυτό που ο άνθρωπος σκέφτεται και πράττει σε σχέση με τους άλλους. Εδώ έχει σημασία να διευκρινίσω ότι δεν είναι το ίδιο να θεωρώ τον άλλο άνθρωπο ως φορέα ενός πνεύματος, της δικής του προσωπικότητας, και τον ίδιο ως φορέα ενός σώματος. Όταν το πρόταγμα γίνεται το σώμα, ως φέρων οργανισμός και του πνεύματος, και η ανθρώπινη ζωή αποτιμάται όχι αφηρημένα αλλά στη συγκεκριμένη της εκδίπλωση με ένα σώμα, τότε η στάση μου  απέναντι στον άνθρωπο που συναναστρέφομαι διαμορφώνεται αναλόγως.
Αυτό, καταρχήν, σημαίνει δύο πράγματα. Ότι, πρώτον, λαμβάνω υπόψη μου το ανεπανάληπτο της παρουσίας του άλλου, αφού ένας μόνο έχει το σώμα, το συγκεκριμένο σώμα. Ο άλλος δεν είναι άνθρωπος γενικά. Είναι ο άνθρωπος με το σώμα που έχω μπροστά μου ή που σκέφτομαι. Αφετηρία της ηθικής μου στάσης οφείλει να είναι ότι αυτός στον οποίο αναφέρομαι είναι μοναδικός και άγνωστος, όσο είναι το σώμα του άγνωστο, ακόμα και στον ίδιο, και γνωστός μόνο στο βαθμό που σκέφτομαι για εκείνον ό,τι σκέφτομαι, έχοντας πάντα κατά νου αυτό που στην αρχή τόνισα, ότι δηλαδή η αντίληψή μου είναι υποκείμενη στην πλάνη, αφού αυτόματα υποθέτει ότι ο άλλος είναι αυτό που σκέφτομαι, ενώ γίνεται αυτό που σκέφτομαι, και δεν είναι παρά μόνο αυτό που είναι και που απέχει από αυτό που σκέφτομαι.
Αν, επομένως, θελήσω να χρησιμοποιήσω μια ηθική κατηγορία, και μάλιστα θεμελιώδη, την έννοια του σεβασμού (Kant), θα έλεγα ότι σεβασμός πρέπει να απευθύνεται όχι στον άνθρωπο που νομίζω ότι ξέρω επειδή είναι «άνθρωπος όπως τον αντιλαμβάνομαι», αλλά στον άγνωστο άνθρωπο ο οποίος είναι, πρωτογενώς, ένα άγνωστο σώμα. Σέβομαι, έτσι, τον άγνωστο άνθρωπο που, αν θέλω να τον θεωρώ γνωστό, πρέπει να παραδεχθώ ότι υποθετικά γίνεται γνωστός και οικείος ενώ στην ουσία παραμένει άγνωστος και ανοίκειος.
Έτσι εξηγείται, άλλωστε, το τόσο οικείο βίωμα των ρήξεων ανάμεσα σε άνθρωπο και άνθρωπο, που επισυμβαίνουν επειδή, κατ’ ουσία, οι άνθρωποι είναι άγνωστοι, όσο κι αν είναι κοινή η ζωή τους, και ως άγνωστοι συγκρούονται όταν πλησιάζουν ο ένας τον άλλον υπό την επήρεια της πλάνης ότι μπορεί ο άλλος να γίνει ή να είναι αυτό που αντιλαμβάνομαι γι’ αυτόν.
Αυτό γίνεται περισσότερο σαφές αν εξειδικεύσουμε τις ανθρώπινες σχέσεις και αναφερθούμε, για παράδειγμα, στις σχέσεις των δύο φύλων. Υπόθεση ατομικού βιώματος αλλά και υπόθεση κοινωνικών συσχετισμών, η σχέση των δύο φύλων μαρτυρεί για το πώς η διαφορά στο σώμα παράγει διαφορετικό νόημα, διαφορετική αντίληψη για τα πράγματα. Στη διαφορά αυτή οφείλεται η έλξη και η απώθηση των φύλων μεταξύ τους. Στη διαφορά αυτή οφείλεται και η κοινωνική θέση των δύο φύλων, χωρίς να υιοθετώ τα γνωστά στερεότυπα. Η διαφορά αυτή, σωματική πρωτογενώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη για τις όποιες ηθικές κρίσεις εκφέρονται για το ένα ή το άλλο φύλο, και προσδιορίζουν την ανθρώπινη υπόσταση ενός εκάστου των εκπροσώπων των δύο φύλων.
            Βεβαίως, η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας στη σωματική σύσταση, του γεγονότος ότι η σωματική διάσταση διαμορφώνει το ανθρώπινο πρόσωπο, του άνδρα ή της γυναίκας, δεν αρκεί. Οφείλουμε να θεωρούμε διαρκώς ελλιπή τη γνώση μας για το πώς ακριβώς το κάθε σώμα παράγει ήθος, παράγει συμπεριφορά και ηθική πράξη. Έτσι, οι ηθικές κρίσεις που θα λαμβάνουν πάντα κυριαρχικά υπόψη το σώμα, ως  παράγοντα της αδιάγνωστης διάπλασης του ήθους θα είναι μετριοπαθέστερες και μαζί οι σχέσεις των φύλων περισσότερο επιδεκτικές εξομάλυνσης και βελτίωσης όταν, όπως τόνισα, το άγνωστο, το αναπάντεχο, το ανοίκειο γίνεται ασύγγνωστο και ασυγχώρητο, με αποτέλεσμα τη σύγκρουση και την απομάκρυνση του ενός από το άλλο φύλο.
            Το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει για τη σχέση των ενηλίκων με τα παιδιά. Η εκ των προτέρων παραδοχή, από τους ενηλίκους φυσικά, που οφείλουν να προηγούνται στην κατανόηση της διαφοράς που υπάρχει λόγω της σωματικής διάπλασης, και προσδιορίζει τη σχέση τους με τα παιδιά, ότι το παιδικό σώμα παράγει ένα ήθος που δεν οφείλει να συνέχεται από οποιαδήποτε εννοιολογική κατασκευή, που άλλωστε δεν προσιδιάζει στα παιδιά να κατασκευάζουν, μπορεί να μετριάσει την ψυχική απόσταση που δημιουργείται και διακυβεύει τη σχέση των γονιών με τα παιδιά τους.
            Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο, μπορούμε να κατανοήσουμε – και να προασπίσουμε - επαρκέστερα τα δικαιώματα του παιδιού, τα οποία, όταν ανάγονται στην ψυχική σφαίρα, ως μια περιοχή σχεδόν άσχετη με τη σωματική υπόσταση του παιδιού, τότε ευκολότερα καταστρατηγούνται, αφού συνηθίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τον παιδικό ψυχισμό ως ελαστικό και επιδεκτικό πειραματισμών, οι οποίοι μπορεί να συμπεριλάβουν την κακοποίηση του σώματος, η οποία, άπαξ και λάβει χώρα, προκαλεί μόνιμες διαστρεβλώσεις και διαστροφές στην ψυχική ύλη.
            Άφησα τελευταία, είναι αλήθεια, την αυτονόητη αναφορά στη σωματική βία. Επέλεξα να σκεφτώ τη βία που στερεί τη ζωή μαζικά από ανθρώπους, οι οποίοι – σημερινή εικόνα - γίνονται αδιαφοροποίητη μάζα από σάρκες όταν υποστούν την επίθεση από ηθικά αδιάφορους δρώντες, οι οποίοι, για παράδειγμα, θεωρούν τα θύματα σε άμαχο πληθυσμό αμελητέες απώλειες, εν όψει της επιτυχίας που προσδοκούν να σημάνει η επίθεσή τους. Μια τέτοια ηθική στάση. που προδίδει και προσδίδει ηθική απαξία στην ανθρώπινη ζωή, προφανώς δεν λαμβάνει υπόψη της ότι τα θύματα είναι σώματα ανθρώπων. Οι παράπλευρες απώλειες αφορούν σε εξαϋλωμένες, θαρρείς, υπάρξεις, που συμπληρώνουν έναν αριθμό άχρηστων ανθρώπων, οι οποίοι είναι αδιάφορο αν έχουν ή δεν έχουν σώμα. Γι’ αυτό, άλλωστε, δολοφονούνται τόσο εύκολα, και, το χειρότερο, η δολοφονία τους δεν προκαλεί εντύπωση ούτε στους παρατηρητές τέτοιων εκκαθαρίσεων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, από την άποψη αυτή, πρέπει να εμπεδωθεί ότι αφορούν στο σώμα πρώτα, που πρέπει να θεωρείται και να παραμένει απαραβίαστο.
Η πριμοδότηση της αξίας του σώματος, όπως διαλαμβάνεται στην ομιλία μου, δεν πρέπει να θεωρηθεί, σε καμία περίπτωση, ότι σημαίνει την υποβάθμιση της νοητικής ή της ψυχικής ύλης. Άλλωστε, αυτό που καταδεικνύει την αξία του σώματος είναι η ίδια η διάνοια ή η σκέψη. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι το σώμα υπάρχει και, άσχετα από αυτό που αντιλαμβάνεται από αυτό η συνείδηση, είναι αυτό που δημιουργεί τη συνείδηση, που της δίνει τη δυνατότητα δηλαδή να αντιλαμβάνεται. Κάλλιστα, άλλωστε, το ότι σκεφτόμαστε το σώμα, δεν σημαίνει ότι η σκέψη είναι σημαντικότερη από το σώμα, αλλά ότι το σώμα επιτρέπει τη σκέψη, μαζί και τη σκέψη του σώματος, και μάλιστα όπως και όσο την επιτρέπει, γεγονός που κάνει το σώμα ρυθμιστή και όχι ρυθμιζόμενο από τη σκέψη.
Ανακεφαλαιώνοντας, θέλω να θυμίσω ότι σκοπός της εισήγησής μου ήταν να αντικαταστήσω, μεθοδολογικά, την έννοια του ηθικού υποκειμένου με την έννοια του ηθικού σώματος, το οποίο είναι αδιαίρετα σωματική και νοητική ύλη, την ηθική διάσταση στην οποία δεν δίνει η νοητική αλλά η σωματική ύλη. Αυτό εννοιολογείται διχώς, μπορούμε, δηλαδή, να το σκεφτούμε με δύο τρόπους. Είμαστε ηθικά υποκείμενα ως σωματικά υποκείμενα, και η ηθική μας πράξη οφείλει να λαμβάνει υπόψη της ότι ο άλλος άνθρωπος είναι επίσης ηθική ως σωματική οντότητα. Αυτή η διπλή ηθική αναφορά στο σώμα, ως παραγωγό ηθικού νοήματος αφενός και ως παράγωγο ηθικής νοηματοδοσίας αφετέρου, έχει σκοπό να φέρει στο προσκήνιο το σωματικό άνθρωπο ως εναλλακτική πρόταση για την ανθρωπότητα, αφού η ιστορία της κατέδειξε ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός που στηρίχθηκε, όπως εξελίχθηκε, στον λόγο, ως ειδοποιό χαρακτηριστικό του ανθρώπου προνομιακό, και δυνάμει υπεύθυνο για την ανθρώπινη πρόοδο, δεν προόδευσε αλλά, πρώτον, οπισθοχωρεί σε μια εντός Φύσης, αφύσικη ζωή, η οποία συρρικνώνει την ανθρώπινη οντότητα. Δεύτερον, ο ίδιος πολιτισμός δεν κατάφερε να εν-σωματώσει τον μεμονωμένο άνθρωπο στην παγκοσμιοποιημένη κοινότητα. Τον περιθωριοποιεί και τον εξαφανίζει ως μη έχοντα νόημα ως άτομο αλλά μόνο ως πληθωριστική επιβάρυνση στη διογκωμένη ανθρώπινη ύπαρξη, η οποία δεν συναπαρτίζεται από τις επιμέρους ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά αντιμετωπίζεται απρόσωπα, ως μάζα ανθρώπων, η οποία συσσωρεύεται πολτοποιώντας τα σώματα των ανθρώπων που την απαρτίζουν. Τρίτον, ο ίδιος αυτός πολιτισμός δεν απέδειξε ότι οι ανακαλύψεις του λογικού αρκούν για την ανακάλυψη του ανθρώπου, και ο άνθρωπος παραμένει συγκεκαλυμμένος, όσο, αποσπασματικά, τον σκεφτόμαστε αφηρημένα και χωρίς ποτέ να συγκεφαλαιώνουμε τις σκέψεις που κάνουμε γι’ αυτόν, για να δημιουργήσουμε από τις αφαιρέσεις μια πρόταση για τον άνθρωπο. Οφείλουμε εξ αυτών λοιπόν, θεωρώ, να επαναδιατυπώσουμε ως πρόταση την προφανή αλλά όχι αυτονόητη, τελικά, αναγνώριση του ανθρώπινου σώματος ως αρχή και συνθήκη, τουλάχιστον, της ανθρώπινης ύπαρξης. Καταφάσκουμε ειλικρινά, έτσι, στο άγνωστο ανθρώπινο σώμα, χωρίς προκαταλήψεις αλλά υποψιασμένοι για την ηθική του δύναμη και αξία, ελεύθεροι να μετεξελιχθούμε σε ό,τι η ψυχή μας, εξίσου άγνωστη με το σώμα, μπορεί να καταφέρει.
                                                                                                  Ι.Σ. Χριστοδούλου
     Διάλεξη στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, που διοργανώνει το Πανεπιστήμιο Κύπρου στο Λονδίνο, στις 16 Φεβρουαρίου 2009.

[i] Για παράδειγμα, ο στοχευμένος μηχανισμός έκκρισης της σεροτονίνης, η οποία διαμορφώνει, όπως λέγεται, τον ανθρώπινο ψυχισμό και τη συμπεριφορά, δεν δικαιολογεί την εξάρτηση του ψυχισμού και της συμπεριφοράς από φαρμακευτική αγωγή η οποία, υποτίθεται, επηρεάζει τον προηγούμενο μηχανισμό, και η οποία, ως ιατρική παρέμβαση στον συναισθηματικό κόσμο και το ψυχικό κεφάλαιο, έλκει την καταγωγή της από την ανάγκη για την αντιμετώπιση ακραίων αλλοιώσεων που υπέστη ο ανθρώπινος ψυχισμός ανθρώπων που έζησαν τον εφιάλτη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου