Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Οι εκπαιδευτικοί και τα Μ.Μ.Ε.


Δεν ξέρω αν αποφασίσατε το θέμα της εκδήλωσης αυτής με αφορμή τη διενέργεια, στην Ελλάδα, της έρευνας για τη σχέση των εκπαιδευτικών με τα Μ.Μ.Ε. Την έρευνα διενεργεί, σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, τo Ινστιτούτο Οπτικοακουστικών Μέσων, το οποίο είναι ο εθνικός εκπρόσωπος της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων, Media Literacy Expert Group, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και βάσει του Π.Δ.172/94 (αρθ.2α), επεξεργάζεται και αναπτύσσει πρωτοβουλίες οπτικοακουστικής παιδείας για νέους, γονείς και εκπαιδευτικούς, με στόχο την παθητική και ενεργητική προστασία και την καλλιέργεια κριτικών και δημιουργικών δεξιοτήτων στα ΜΜΕ στην ψηφιακή εποχή.
Όπως και να έχει, πρόκειται για θέμα αιχμής. Φιλοσοφικά, μάλιστα, σε ό,τι με αφορά, πολύ παραγωγικό. Γι’ αυτό ευχαρίστως δέχθηκα την πρόσκληση να σας μιλήσω απόψε.
Ο 20ος αιώνας ήταν αιώνας των Μ.Μ.Ε., αιώνας στον οποίο θριάμβευσε η τεχνολογία της παραγωγής, αναπαραγωγής και μαζικής διάδοσης ήχου και εικόνας. Ο άνθρωπος στον 20ο αιώνα έγινε άνθρωπος των Μ.Μ.Ε.,  κάτι που πριν, εννοώ, δεν ήταν. Συλλογικά και ατομικά η ανθρώπινη αντίληψη και συνείδηση, κοινωνική και προσωπική, χαρακτηρίζεται και παίρνει περιεχόμενο, τα τελευταία 100 χρόνια, από τις εκπομπές των κυμάτων της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας, που διαχειρίζονται κάτοχοι πομπών πληροφόρησης και κάθε είδους τέχνης - ή ατεχνίας.
Η εξέλιξη αυτή, στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, σήμανε, θεωρώ, μια μετάλλαξη του ανθρώπινου όντος. Ας δούμε σε ποια και σε πόσα επίπεδα. Η ανθρώπινη αντιληπτικότητα, καταρχήν, καθεαυτήν, απασχολείται με ήχους και εικόνες που χωρίς τα Μ.Μ.Ε. δεν θα υπήρχαν. Συνεχή και αλλεπάλληλα τα ερεθίσματα για τις αισθήσεις, επομένως, εκεί που πριν υπήρχε μια οικονομία κι ένας έλεγχος των αισθητηριακών προσβολών, ανάλογα με αυτό που καθένας επέλεγε να ζήσει. Αυτή η επιλογή, στην εποχή των Μέσων, περιορίζεται πολύ, καθώς οι πομποί, που εκπέμπουν στη ζωή μας διαρκώς, ως τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο, επιλέγουν, για λογαριασμό του δέκτη, εκείνο που ο δέκτης θα δει και θα ακούσει. Κι όταν οι εκπομπές ήχου και εικόνας είναι καταιγιστικές στη ζωή μας, όπως διαμορφώθηκε σήμερα, τότε η ανθρώπινη συνείδηση δεν ησυχάζει ποτέ, δεν ηρεμεί δηλαδή καθόλου. Αυτό σημαίνει κόπωση της συνείδησης, με όλα τα δυνατά συνεπακόλουθα: παθητικότητα, αποδιοργάνωση, φυσικός και πνευματικός μαρασμός.
Προσθέτω εδώ, χωρίς να τη θεωρώ αυτονόητη, την απώλεια που υφιστάμεθα σε αυθεντικές αισθητηριακές εμπειρίες, τόσο από την άποψη του ότι χρόνος που θα αφιερωνόταν αποκλειστικά σ’ αυτές αφιερώνεται στα Μέσα, όσο και από την άποψη ότι, οι κουρασμένες από τα Μέσα αισθήσεις, δεν «απολαμβάνουν» τις υπόλοιπες εμπειρίες τους όπως θα το έκαναν αν δεν δοκίμαζαν την κόπωση από τα Μέσα.
Δευτερογενώς θεωρώ, από τα Μέσα, επηρεάζεται η σκέψη, παρόλο που προτάσσεται αυτή η επίπτωση, στην κριτική που ασκείται στα Μ.Μ.Ε.. Ο λόγος είναι ο εξής. Ακραιφνώς εκπομπές λόγου, στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, είναι οι εκπομπές των ειδήσεων και οι συζητήσεις. Οι εκπομπές αυτές, όπως συνηθίζουμε να λέμε, διαμορφώνουν άποψη. Η σχέση όμως, στο επίπεδο αυτό, είναι περισσότερο αμφίδρομη. Επειδή οι σχετικές εκπομπές απευθύνονται όχι στη φαντασία τόσο, αλλά στο λογικό μας, κάνουμε ή μπορούμε να κάνουμε διάλογο όταν τις παρακολουθούμε. Αρκετά συχνά μας πείθουν φυσικά, δεν αντιλέγω, οι απόψεις που ακούμε, και μας παραπλανούν, αλλά εναπόκειται στην κρίση μας, επίσης, το πόσο ή το πώς θα επηρεαστούμε.
            Περισσότερο επικίνδυνες, από την άποψη αυτή, είναι οι εκπομπές που απευθύνονται μόνο στο θυμικό ή τη φαντασία μας, γιατί εκεί ασυναίσθητα χάνουμε το χρόνο μας, αλλά και ευκολότερα εντυπώνονται στη συνείδησή μας ιδέες, συμπεριφορές, στάσεις ζωής. Πολύ περισσότερο, φυσικά, όταν οι συνειδήσεις που δέχονται τα ερεθίσματα είναι συνειδήσεις παιδιών.
            Παρόλα αυτά, η σκέψη χωρίς τα Μέσα λειτουργεί διαφορετικά, και λειτουργούσε αλλιώς πριν την εφεύρεση των Μέσων. Πηγές αναφοράς και αφορμές για σκέψη ήταν η ίδια η ζωή και τα βιβλία. Και τα δύο αυτά, ωστόσο, απαιτούν και προάγουν την αυτενέργεια του σκεπτόμενου ανθρώπου, ο οποίος κιόλας, αισθάνεται ότι συμμετέχει ως ενεργητικό στοχαστικό και πρακτικό υποκείμενο όταν έχει τη συναίσθηση ότι λογαριάζεται με πραγματικότητες που εξαρτάται από τον ίδιο πώς θα τις διαχειριστεί. Η εικονική πραγματικότητα, απεναντίας, των Μέσων, αφαιρεί την αμεσότητα από τη σκέψη των καταστάσεων που προβάλλουν τα Μέσα, οι οποίες, παρόλο που είναι υπαρκτές, το γεγονός ότι, μέσω των Μέσων, παίρνουν τη μορφή αντανακλάσεων, καθιστά τη σκέψη ρηχή και σχεδόν αδιάφορη για όσα εμπίπτουν στη σφαίρα των αντικειμένων της. Αυτό σημαίνει ότι αυτά που σκεφτόμαστε με αφορμή τα Μ.Μ.Ε. σχετικοποιούνται ως σκέψεις για μια εικονική πραγματικότητα, η οποία, ωστόσο, δεν είναι καθόλου εικονική, αφού, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, αντανακλά είτε γεγονότα που όντως λαμβάνουν χώρα, είτε γεγονότα που αποτελούν συμπτώματα της συνείδησης εκείνων που κατασκευάζουν το υλικό που προβάλλουν τα Μέσα.
Δεν είναι άσχετες οι επιδράσεις, εν προκειμένω, που αφορούν στο ανθρώπινο ήθος. Όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και ενήλικοι, είναι ευεπίφοροι στην ασυνείδητη μίμηση των προτύπων συναισθηματικής, διανοητικής και πολιτικής αντίληψης, που εκπορεύονται από τα μέσα. Η ταύτιση που τεχνηέντως επιτυγχάνεται με την απορρόφηση της προσοχής μας από τα τηλεοπτικά δρώμενα, κυρίως, είναι ασυναίσθητη. Γινόμαστε αυτό που βλέπουμε στην τηλεόραση, αφού, άλλωστε, δεν συνειδητοποιούμε ότι εξαναγκαστικά παρακολουθούμε τα όποια θεάματα. Η περίφημη ιδέα, που εκπορεύεται από τα ίδια τα Μέσα, για τη δυνατότητα επιλογής των προγραμμάτων, που υποτίθεται καθιστά ακίνδυνα και ελεγχόμενα τα Μ.Μ.Ε., μας θυμίζει την άλλη, εξίσου παραπειστική ιδέα, ότι οι Πρωτόπλαστοι μπορούσαν να επιλέξουν την παραμονή τους στον Παράδεισο. Αποσιωπάται, βεβαίως, ότι η πτώση οφείλεται στις προδιαγραφές των Πρωτοπλάστων, μια που η οιονεί ελεύθερη βούλησή τους ήταν το όργανο της καταδούλωσής τους. Ή θα υπάκουγαν ελεύθερα στην εντολή ή θα επέλεγαν ελεύθερα, αθώα δηλαδή, την ανυπακοή, η οποία, όμως, ήταν εκ των προτέρων αποφασισμένο, να οδηγήσει στην έξωση από τον Παράδεισο.
            Έτσι και με την τηλεόραση. Επιλέγουμε ελεύθερα να μας επιβάλλουν τι θα παρακολουθήσουμε, και αν δεν το κάνουμε, αν δεν παρακολουθούμε, δηλαδή, θα βγούμε εκτός εποχής και θα καταγγελλόμαστε ως τεχνολογικά αναλφάβητοι και αμέτοχοι των τρεχουσών εξελίξεων στην επικοινωνία. Ως ανεύθυνοι, με ένα λόγο, εκπαιδευτικοί, σε ό,τι μας αφορά, αφού δεν εκμεταλλευόμαστε τις δυνατότητες των Μέσων, υποτίθεται, για να μορφώσουμε όπως πρέπει τους μαθητές μας. Κατά τα άλλα, επιλέγουμε ελεύθερα!
            Σε ό,τι αφορά τη μετάλλαξη του ήθους ή των ανθρώπινων ηθών, επανέρχομαι, χωρίς τα Μ.Μ.Ε., τα ήθη που προτείνονται προς μίμηση ή απόρριψη, στον μη εικονικό κόσμο, προσφέρονται σε χρόνο και σε συνθήκες πραγματικές, και η μίμηση ή η απόρριψή τους γίνεται με νόημα, και, σε κάθε περίπτωση, με την αίσθηση του κρίσιμου εν προκειμένω, και του μη ανέξοδου της επιλογής, αφού, κάθε φορά, υπάρχει έντονη η συναίσθηση ότι κρίνεται, από τη μια ή την άλλη επιλογή, η ίδια μας η τύχη ή ζωή. 
            Αυτό αφορά κατεξοχήν και την πολιτική μας συνείδηση ή την υπόστασή μας ως πολιτών, αφού έχει σημασία, τεράστια μάλιστα, να συνειδητοποιούμε την κοινωνική μας κατάσταση ή θέση όχι με τη διαμεσολάβηση των εικόνων και των λόγων που διαχέονται από τα Μέσα, αλλά στην πραγματική τους διάσταση. Κρίσιμο, στην κατεύθυνση αυτή, είναι να αισθανόμαστε πολίτες μιας υπαρκτής και όχι μιας εικονικής πολιτείας. Από μια τέτοια, πραγματική αίσθηση, εξαρτάται άλλωστε τόσο η δική μας τύχη όσο και η τύχη της Πολιτείας στην οποία ζούμε.
            Τελευταία στη σειρά μετάλλαξη, στην οποία θα αναφερθώ σήμερα, είναι η μετάλλαξη που υφίσταται στη συνείδησή μας η αίσθηση του χρόνου. Η απορρόφηση στον εικονικό και ηχητικό κόσμο των Μέσων, κάνει τη συνείδηση και τη συναίσθηση του χρόνου ανύπαρκτη. Αυτό μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειες. Σε ό, τι αφορά τις πρώτες, κινδυνεύει ο προγραμματισμός της καθημερινότητάς μας. Σε ό,τι αφορά τις δεύτερες, ο προγραμματισμός της ζωής μας. Για να το καταλάβουμε αυτό, αρκεί να σκεφτούμε ή να φανταστούμε πώς θα διαμορφωνόταν ο χρόνος μας, οι δραστηριότητές μας δηλαδή, αλλά και η αντίληψή για τον εαυτό μας, χωρίς την ένταξη των προγραμμάτων των Μέσων στο πρόγραμμα της ζωής μας. Οι διαπιστώσεις που μπορούμε να κάνουμε θα μας εκπλήξουν. 

Δεδομένων των μεταλλάξεων που προανέφερα του ανθρώπινου όντος, στην αισθητικότητά του, στη σκέψη και το ανθρώπινο ήθος, καθήκον του εκπαιδευτικού πρωταρχικό, θεωρώ, δεν είναι να εργάζεται ουσιαστικά για τα Μ.Μ.Ε., προσπαθώντας να προσαρμόσει τη συνείδηση των νέων ανθρώπων στην πραγματικότητα όπως τη διαμορφώνουν τα Μέσα. Καθήκον του εκπαιδευτικού είναι ο ίδιος, πρώτα, να μπορέσει να σκεφτεί τον Άνθρωπο χωρίς Μέσα, αδιαμεσολάβητα δηλαδή, τον άνθρωπο καθεαυτόν. Αυτό οφείλει να είναι η αφετηρία κάθε εκπαιδευτικού που υπηρετεί την ανθρώπινη υπόθεση και όχι τα Μέσα. Αυτόν τον Άνθρωπο οφείλει ο δάσκαλος να διδάξει στους μαθητές του, τον άνθρωπο χωρίς τα Μέσα, τον άνθρωπο, αν θέλετε, πριν τα Μέσα. Γιατί με αυτή τη σειρά οφείλουμε να σκεφτόμαστε τα πράγματα. Πρώτα τον Άνθρωπο, μετά τα Μέσα, και όχι, σαν τα Μέσα να προϋπάρχουν του Ανθρώπου, να τα κάνουμε ρυθμιστή του τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε τον άνθρωπο.
Στο πλαίσιο αυτό, οφείλει ο εκπαιδευτικός να έχει επίγνωση των μεταλλάξεων που προανέφερα, τις οποίες προκαλούν τα Μέσα στην ανθρώπινη υπόσταση. Κι αυτές να μπορεί να τις διδάξει στους μαθητές του, να τους καταστήσει ενήμερους, δηλαδή, για τις αλλοιώσεις που υφίσταται το πρωτογενές ανθρώπινο υλικό από τα παρείσακτα στην ανθρώπινη ζωή και στην ανθρώπινη οργανικότητα Μέσα.
Τρίτο, και τελευταίο, έρχεται το καθήκον της διαπαιδαγώγησης των παιδιών, για μια ζωή με τα Μέσα, αφού δεν είναι μάλλον ρεαλιστικό να περιμένουμε την εξάλειψη των Μέσων ή τον ραγδαίο σύντομα υποβιβασμό τους σε αμελητέα στοιχεία στη ζωή μας. Υπό το πρίσμα, μάλιστα, των δύο προηγούμενων υποχρεώσεών του, το τρίτο καθήκον του δασκάλου γίνεται ευκολότερο, ενώ κατά τα άλλα παρουσιάζεται ως πρωταρχικό και σπουδαίο. Γιατί, όταν τα παιδιά είναι υποψιασμένα για την παραχάραξη που υφίσταται ο κόσμος τους και οι ζωές που ζουν από την επιρροή των Μ.Μ.Ε., τότε θα τους είναι ευκολότερο να διακρίνουν την όποια ωφέλεια μπορεί να απορρεύσει από την παρακολούθηση των Μέσων.
Αυτό που προέχει, επομένως, είναι η σχετικοποίηση των Μ.Μ.Ε., και η αναγωγή τους σε σύμπτωμα της σύγχρονης ζωής και όχι σε ρυθμιστή της ανθρώπινης ζωής καθεαυτήν. Η νοοτροπία που νομιμοποιεί a priori τα Μέσα και τα καθοσιώνει ως δυνάμει ή ενεργεία πομπούς μορφωτικών εκπομπών, ευνοεί μόνο όσους βιοπορίζονται ή  κερδοσκοπούν από τα Μ.Μ.Ε., τους χειραγωγούς της κοινής γνώμης, επίσης, οι οποίοι εργάζονται για ίδια συμφέροντα ή για να προωθήσουν ιδέες και στάσεις ζωής κατά βούληση, αλλά και το εκάστοτε σύστημα πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας, η ευστάθεια και η μακροημέρευση του οποίου, εξαρτάται από τη χειραγώγηση των Μ.Μ.Ε., και τον έλεγχο των συνειδήσεων των μαζικά αναφερόμενων στα Μέσα ανθρώπων.
Όσο για την όποια, όντως, εκπαιδευτική ωφέλεια μπορεί να απορρεύσει από τη χρήση των Μέσων, αυτή είναι μηδαμινή, σε σχέση με τους κινδύνους που προέρχονται από αυτά. Και δεν πρέπει, στο όνομα μιας τέτοιας πιθανής ωφέλειας, τα Μέσα να εξασφαλίζουν, με την ανοχή και τη βοήθεια των εκπαιδευτικών, μια καλή μαρτυρία, παρελκυστική για την αξία και τη λειτουργία τους.
            Η πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν οι σύγχρονοι εκπαιδευτικοί, και δεν είναι μικρή, είναι, στην εποχή της ηλεκτρονικής πληροφόρησης και επικοινωνίας, που τείνει να γίνει, πια, δεύτερη φύση των παιδιών μας, να μορφώνουν τα παιδιά με αναγεννησιακά πρότυπα παιδείας. Με πρότυπα δηλαδή μιας εποχής, στην οποία οι άνθρωποι, για να γλυτώσουν από τον Μεσαίωνα της ελεγχόμενης εκπαίδευσης και της ελεγχόμενης ζωής, κατέφυγαν στην προ τον Μεσαίωνα περίοδο του ανθρώπινου πολιτισμού, στην αρχαιότητα δηλαδή, προκειμένου να αντλήσουν από εκεί πρότυπα και εικόνες για τον άνθρωπο καθαρές, απρόσμικτες από προκαταλήψεις που στοίχισαν στον άνθρωπο την ελεύθερη θέα του εαυτού του για χίλια και περισσότερα χρόνια.
            Η εποχή που άρχισε πριν 100 χρόνια, και ζούμε το απόγειό της σήμερα, είναι ένας άλλος Μεσαίωνας, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του πρώτου. Με τη διαφορά ότι οι προκαταλήψεις, σήμερα, εκπορεύονται από τα αποπροσωποποιημένα Μέσα, τα οποία κρύβουν καλά εξουσίες και ιερατεία που βρίσκονται πίσω τους. Τα αντίστοιχά τους, στον προηγούμενο Μεσαίωνα, δεν μπορούσαν να κρυφτούν, και γι’ αυτό, αργά έστω, κατέπεσαν. Ο δικός μας Μεσαίωνας είναι πιο δύσκολος, και γι’ αυτό η πρόκληση για τους εκπαιδευτικούς πιο μεγάλη, αν και, εύχομαι τουλάχιστον, όχι το ίδιο επικίνδυνη. 
                                                                                                   Ι.Σ. Χριστοδούλου
(Ομιλία σε εκδήλωση της Ανεξάρτητης Κίνησης Δασκάλων [Α.ΚΙ.ΔΑ.], στις 16 Φεβρουαρίου 2011.)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου