Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

Το ιδεώδες του ενεργού πολίτη


Η Πολιτεία, το Υπουργείο Παιδείας εν προκειμένω, θέτει ηθοπλαστικούς στόχους, τους οποίους καλούνται οι εκπαιδευτικοί να εκπληρώσουν. Δύο ερωτήματα γεννιούνται αμέσως: Η Πολιτεία ως τι θέτει τους στόχους αυτούς; Αν τους θέτει επειδή εκπροσωπεί την ηθική τάξη, πρέπει να αποτελεί, η ίδια, πρότυπο και παράδειγμα για τους στόχους που θέτει. Ισχύει εν προκειμένω αυτό; Το θέτω ως υπόθεση εργασίας. Δεν είναι σκοπός μου ωστόσο αυτός, εδώ, γι’ αυτό δεν θα πω περισσότερα.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τους εκπαιδευτικούς. Οι εκπαιδευτικοί ενστερνίζονται τους στόχους που αναλαμβάνουν να εκπληρώσουν μόλις πάρουν την εντολή, ή, υποτίθεται, εκ των προτέρων έχουν αυτούς τους στόχους ως ώριμοι ηθικά άνθρωποι; Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τον συγκεκριμένο, αλλά και κάθε άλλο ηθοπλαστικό παιδευτικό στόχο, οι εκπαιδευτικοί είναι εξ ορισμού ενεργοί πολίτες; Ήδη, δηλαδή, ως ηθικά και πολιτικά υποκείμενα ώριμοι, και επομένως έτοιμοι να διδάξουν, υποτίθεται, ανώριμους ανηλίκους, με σκοπό να τους εμφυσήσουν ηθικά ιδεώδη, τα οποία, κιόλας, μπορεί να γίνουν αντικείμενα διδασκαλίας ή νουθεσίας και μάθησης;
Αν αυτά δεν διευκρινίζονται ως αρχές, τότε είναι ανάγκη να διευκρινιστούν, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, για να μπορέσουν οι εκπαιδευτικοί να ενεργήσουν με επίγνωση της συνθήκης στην οποία καλούνται να εργαστούν. Αυτός, άλλωστε, είναι ο σκοπός της σημερινής ημερίδας, για την πρωτοβουλία για τη διοργάνωση της οποίας συγχαίρω τους συναδέλφους.
 Έρχομαι τώρα στον στόχο καθεαυτόν. Ποιο περιεχόμενο παίρνει αυτή η, κατά τα άλλα, αόριστη έννοια, η έννοια «ενεργός πολίτης», με τα ιδεώδη που τη συνοδεύουν; Σε ό,τι με αφορά, ενεργός πολίτης πρέπει να θεωρείται εκείνος που εκφέρει γνώμη, επειδή, βεβαίως, του διασφαλίζεται το δικαίωμα να το κάνει και επειδή η γνώμη του προστατεύεται. Με άλλα λόγια, ο πολίτης μπορεί να είναι ενεργός, δηλαδή να εκφέρει γνώμη, μόνο όταν ξέρει ότι η γνώμη του και η ελευθερία της προστατεύεται.
Αυτό ακούγεται ενδεχομένως κοινότοπο. Δεν είναι ωστόσο αυτονόητο. Γιατί, ακριβώς, προσδιορίζω και ενδεχομένως - φαίνεται να – περιορίζω την ενέργεια του πολίτη στην εκφορά της γνώμης του. Δεν θα μπορούσε, θα διερωτηθεί κάποιος, να ενεργεί ένας πολίτης χωρίς να διατυπώνει γνώμη; Σε ό,τι με αφορά, αυτό το θεωρώ αντίφαση. Ό,τι κι αν πράττει ο πολίτης, το πράττει για κάποιο λόγο, ο οποίος ανευρίσκεται στη σκέψη και την αντίληψή του για την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα στην οποία ζει. Ο λόγος είναι η προϋπόθεση και η πεμπτουσία κάθε ανθρώπινης ενέργειας αλλά και προϋπόθεση, κατεξοχήν, για την πολιτική πράξη. Για να έχει δηλαδή κανείς λόγο να κάνει οτιδήποτε, αυτό τον λόγο τον βρίσκει, αξιωματικά, στον λόγο του, δηλαδή στη σκέψη του, όταν αυτή προκύπτει και εκφράζεται ελεύθερα, με την πεποίθηση του υποκειμένου του λόγου ότι η γνώμη, ο λόγος του, έχουν ή θα πάρουν αξία, μέσα στην κοινότητα.
Το πρότυπο, εν προκειμένω, είναι αρχαίο ελληνικό. Αναγόμαστε στην αρχαία ελληνική δημοκρατία, στην οποία πολίτης λογιζόταν εκείνος που συμμετείχε στα κοινά τουλάχιστον με τη γνώμη του. Ήταν όμως κιόλας, αυτό, η ουσία της ιδιότητας του πολίτη, που την προστάτευε αδιαπραγμάτευτα η Πολιτεία. Χρέος του δασκάλου, σε ό,τι αφορά τον στόχο του Υπουργείου Παιδείας, είναι να κάνει πράξη αυτό το ιδεώδες, για το οποίο, οπωσδήποτε, στοιχειωδώς, τουλάχιστον, πρέπει να μιλήσει στους μαθητές του. Ουσιαστικά, όμως, αυτό που οφείλει να κάνει ο δάσκαλος, αν είναι ο στόχος της Πολιτείας να επιτύχει, είναι να μάθει τους μαθητές του να εκφέρουν γνώμη. Προϋπόθεση φυσικά, θυμίζω και τονίζω, είναι ότι ο στόχος αυτός σημαίνει κάτι για τον δάσκαλο, και δεν είναι απλώς μια παρεμπιπτόντως υποχρέωση που του επιβάλλει η θέση του.
Στην πράξη, λοιπόν, ο δάσκαλος οφείλει να ωθήσει και να εθίσει τα παιδιά στην ουσιαστική κοινωνικοποίηση. Και αυτό, όπως είναι φυσικό, πρέπει να γίνει μέσα στη σχολική τάξη, σε αυτή τη στοιχειώδη αλλά πολύ σημαντική για την ανάπτυξη του παιδιού κοινότητα.
Κοινωνικοποιημένος, τώρα, είναι ο άνθρωπος που ξέρει, καταρχήν, ότι ανήκει σε μια κοινότητα. Αυτό δεν είναι αυτονόητο, καθώς υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να ανήκουν σε μια κοινότητα ή, ακόμα, και στην κοινότητα που ούτως ή άλλως ανήκουν. Κοινωνικοποιημένος, ωστόσο, μπορεί να είναι κάποιος όταν ξέρει, επίσης, ότι η κοινότητα στην οποία ξέρει ότι ανήκει και θέλει να ανήκει, έχει κανόνες. Αυτοί οι κανόνες πρέπει, φυσικά, α) να υπάρχουν και β) να γίνονται γνωστοί και σαφείς.
Η κοινότητα αυτή, επιπλέον, πρέπει να διασφαλίζει ότι στο πλαίσιο των κανόνων καθένας μπορεί και πρέπει να λέει τη γνώμη του. Γιατί ενεργός πολίτης είναι εκείνος που αισθάνεται υποχρεωμένος να λέει τη γνώμη του, γιατί έτσι αισθάνεται ότι τον προτρέπει το περιβάλλον του. Επομένως, μόνο αν η κοινότητα, επαναλαμβάνω, μπορεί και θέλει τον πολίτη ενεργό, μπορεί και να γίνει.
Στη σχολική πράξη, τώρα, ο δάσκαλος πρέπει να μιλάει γι’ αυτά στους μαθητές αλλά πρέπει και να τους δίνει την ευκαιρία να τα εφαρμόζουν, να δημιουργεί συνθήκες, δηλαδή, για να δοκιμάζονται οι μαθητές ως ενεργοί πολίτες. Σε ό,τι με αφορά, είμαι πεπεισμένος ότι προϋπόθεση για να λειτουργήσει μια τάξη με τους μαθητές κοινωνικοποιημένους ως ενεργούς πολίτες, είναι η ρυθμιστική αρχή της τάξης, που είναι ο δάσκαλος, να εμφυσήσει σεβασμό στη μειοψηφία. Δεν προσδιορίζω εδώ λεπτομερώς τι σημαίνει μειοψηφία, αλλά πρόκειται γι’ αυτούς που κάθε φορά αισθάνονται πως βρίσκονται στο περιθώριο, είτε αυτό ισχύει είτε αφορά σε μια προσωπική τους ανασφάλεια, η οποία τους καθιστά περιθωριακούς, μη ικανούς δηλαδή να προσελκύσουν με το λόγο και τη συμπεριφορά τους την εύνοια των άλλων μέσα στην κοινότητα.
Ο άνθρωπος που εκπαιδεύεται ως ενεργός πολίτης, ο μαθητής εν προκειμένω, θα πάψει να δίνει αξία στο στόχο του, στις ενέργειες και τη γνώμη του, κυρίως, όταν η αρχή της πλειοψηφίας γίνεται συντριπτική. Όταν καταλάβει το παιδί ότι επιβιώνει ως αρεστός είτε ο πολίτης που έχει την πλειοψηφία με το μέρος του, είτε εκείνος που εντάσσεται στην πλειοψηφία, τότε είτε λέει ό,τι φαντάζεται ότι αρέσει στην πλειοψηφία, και ελπίζει στην προσέλκυση της προσοχής της, είτε παραχωρεί τη γνώμη του στην πλειοψηφία. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, ο πολίτης δεν είναι ενεργός, γιατί γίνεται μέρος μιας παθητικής κοινωνίας. Και τότε, είτε υποκύπτει στο πάθος της εξουσίας είτε υποτάσσεται στην εμπαθή εξουσία.
Τέτοιες κοινωνίες, παθητικές, εκείνες δηλαδή που ξέρουμε όλοι, και στις οποίες ζούμε, και στις οποίες προσπαθούμε να επιβιώσουμε,  δεν θέλουν και δεν αντέχουν τους πολίτες ενεργούς, με το θάρρος δηλαδή της γνώμης τους. Στις κοινωνίες αυτές οι όντως ενεργοί πολίτες γίνονται θλιβερή και θνήσκουσα μειοψηφία. Η αρχή της πλειοψηφίας, για να φέρω ένα πρόσφορο παράδειγμα, σταύρωσε τον Χριστό, και σταυρώνει κάθε παρόμοιο ενεργό πολίτη, που βρίσκει το θάρρος να μιλήσει σε κοινότητες που δεν ανέχονται τη γνώμη που δεν αρέσει στην εξουσία και δεν ευνοεί την πλειοψηφία.
Τελειώνω, λέγοντας το εξής: αν οι δάσκαλοι θέλουν τους μαθητές τους ενεργούς πολίτες, επειδή οι ίδιοι θεωρούν ιδεώδη αυτόν τον τύπο του πολίτη, ανεξάρτητα με το αν αυτό αποτελεί ή όχι στόχο της Πολιτείας, οφείλουν να χρησιμοποιήσουν την εξουσία τους για να δώσουν λόγο σε κάθε μαθητή τους, αλλά και για να μάθουν σε κάθε μαθητή τους τι σημαίνει να έχει λόγο. Όλοι οι μαθητές μιας τάξης δηλαδή, αυτής, της πρώτης κοινότητας που γνωρίζουν, και στέκεται καθοριστική για την ανάπτυξή τους, είναι έργο κρίσιμο του δασκάλου να πειστούν ότι έχουν όχι μόνο το δικαίωμα αλλά, πολύ πιο σημαντικό, την υποχρέωση να εκπροσωπούν τον εαυτό τους ως ισότιμα μέλη μιας κοινότητας που, εξ αρχής, δεν ευνοεί την πλειοψηφία και τα συναφή πολιτικά ήθη, αλλά που αρχή της είναι ότι, ως κοινότητα, δίνει αξία στον καθένα, αρκεί καθένας με την παρρησία του να τη διεκδικεί.
                                                                                             Ι.Σ. Χριστοδούλου 
(Ομιλία σε τέσσερις εκδηλώσεις της Ανεξάρτητης Κίνησης Δασκάλων [Α.ΚΙ.ΔΑ.], στην Πάφο, τη Λεμεσό, τη Λάρνακα και το Παραλίμνι, τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2010.)
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου