Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Σκέψη: θεωρία και πράξη


Στο λεξικό του της Φιλοσοφίας, που εξέδωσαν οι εκδόσεις της Οξφόρδης, ο Simon Blackburn, φιλόσοφος του Cambridge, ορίζει τη σκέψη ως εξής:  «συνήθως θεωρούμε ότι οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από τη λογικότητά τους, και η πιο εμφανής εκδήλωση της λογικότητάς μας είναι η ικανότητά μας να σκεφτόμαστε. Πρόκειται για τη δοκιμή μέσα στο νου αυτού που θα πω ή εκείνου που θα κάνω.»
Από την άποψη αυτή, εξ ορισμού, η σκέψη αφορά στην πράξη. Και ως δοκιμή, όμως, η σκέψη είναι πράξη. Το ερώτημα, σε ό,τι με αφορά, είναι το εξής: είναι διαφορετική πράξη η σκέψη ενός φιλοσόφου από την πράξη της σκέψης ενός μη φιλοσοφικού νου; «Ο άνθρωπος σκέφτεται», σύμφωνα με τον Σπινόζα. Όλοι οι άνθρωποι σκέφτονται εν είδει δοκιμής αυτού που μπορεί να πουν ή να κάνουν, ακόμα και οι φιλόσοφοι. Όλοι οι άνθρωποι δεν είναι φιλόσοφοι. Μπορούν ωστόσο να γίνουν, και αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα της σπινοζικής ρήσης.
Και η φιλοσοφική σκέψη δοκιμάζει. Διαφορετικά όμως. Καθώς δοκιμάζει δοκιμάζεται, και το γνωρίζει.  Η μη φιλοσοφική σκέψη δεν δοκιμάζεται, «θεωρεί». Με μικρότερη ή μεγαλύτερη πεποίθηση, οι άνθρωποι θεωρούν το ένα ή το άλλο. Δεν πρόκειται για τη φιλοσοφική θεωρία. Οι φιλόσοφοι θεωρούν, επίσης, αλλά η φιλοσοφική θεωρία είναι στάση. Η μη φιλοσοφική θεώρηση δεν είναι.
Η φιλοσοφική σκέψη δοκιμάζει τον εαυτό της ο οποίος δοκιμάζει τις ιδέες, όπως κάθε σκέψη. Είναι δοκιμή της δοκιμής. Είναι πράξη επιτόπου. Μοιάζει με στάση συνειδητή. Ξέρω γιατί σταματώ. Σταματώ για να σκεφτώ, όπως για να κοιτάξω. Κοιτάζω, θεωρώ, στη φιλοσοφική γλώσσα, σημαίνει σκέφτομαι.
Μια τέτοια στάση είναι πράξη. Δεν είναι πράξη, όμως, όπως η σκέψη εν κινήσει, η μη φιλοσοφική, που γίνεται παρεμπιπτόντως, την ώρα που κάνω κάτι και πρέπει να συνεχίσω ή να μιλήσω, και δοκιμάζω αυτό που θα πω ή θα κάνω. Είναι ενέργεια παρεμπιπτόντως, εννοώ, η ενέργεια της σκέψης που δεν είναι φιλοσοφική, που είναι δοκιμή. Είναι σκέψη εν παρόδω, ενδεχομένως εύστοχη. Είναι σκέψη γρήγορη, επειδή εν τη κινήσει.
Η φιλοσοφική είναι σκέψη αργή. Προϋποθέτει στάση. Είναι στάση. Είναι σκέψη με στάση. Είναι σκέψη ως στάση και στάση ως σκέψη. Αυτή η κίνηση της στάσης, γιατί και για να σταματήσω πρέπει να κινηθώ, είναι κίνηση με πρόθεση. Η φιλοσοφική σκέψη είναι κίνηση της σκέψης με πρόθεση, κίνηση ως στάση. Η πρόθεση αυτή, η φιλοσοφική, κάνει τον σκεπτόμενο άνθρωπο φιλόσοφο. Έναν άνθρωπο, δηλαδή, που δεν λέει αυτό που σκέφτεται, ούτε κάνει αυτό που σκέφτεται. Λέει και κάνει αυτό που σκέφτεται ότι σκέφτεται.
Σύμφωνα με τον Tim Crane, Καθηγητή Φιλοσοφίας στο UCL και πρόεδρο του οικείου Τμήματος, η νοητική ενέργεια είναι πράξη επειδή είναι προθετική, με την έννοια ότι κατευθύνεται σε κάτι άλλο από τον εαυτό της. Η διαφορά της φιλοσοφικής σκέψης, εν προκειμένω, είναι ότι αυτή ξέρει γι’ αυτή την πρόθεση. Για την ακρίβεια, αυτή η προθετικότητα είναι η ίδια αντικείμενο της φιλοσοφικής σκέψης, ενώ η μη φιλοσοφική σκέψη, που δοκιμάζει ιδέες, το κάνει χωρίς να ξέρει ότι αυτό κάνει. Ο φιλόσοφος το ξέρει, το έχει διαρκώς υπόψη του.
Για τον Blackburn, Φιλοσοφία είναι η ανθρώπινη σκέψη που αποκτά αυτοσυνείδηση. Η φιλοσοφική σκέψη δεν θεωρητικολογεί. Αυτοθεωρείται. Αυτό για το οποίο μιλά είναι αυτό που σκέφτεται. Η μη φιλοσοφική σκέψη μιλά γι’ αυτό που βλέπει, και νομίζει ότι αυτό που σκέφτεται είναι αυτό που βλέπει. Η φιλοσοφική σκέψη ξέρει ότι αυτό που σκέφτεται δεν είναι αυτό που βλέπει αλλά αυτό που σκέφτεται.
Ζήτημα αιχμής, τώρα, αποτελεί, επίσης, το ζήτημα του εμπρόθετου ή μη της σκέψης. Ο George Berkeley, στην Πραγματεία πάνω στις αρχές της ανθρώπινης γνώσης, γράφει: «Διαπιστώνω πως μπορώ να προκαλώ το σχηματισμό ιδεών μέσα στο μυαλό μου όποτε μου αρέσει, καθώς επίσης και να διαφοροποιώ και να αλλάζω το σκηνικό όσο συχνά κρίνω πως είναι καλό. Φτάνει μόνο να το θέλω, και με μιας αυτή ή εκείνη η ιδέα ξεπετιέται στη φαντασία μου. Η ίδια πάλι δύναμη την κάνει να χάνεται και να δίνει τόπο σε μια άλλη. …» XXVIII. Ισχύει πράγματι αυτό; Οι ιδέες μας είναι κατά βούληση;
Όπως είπαμε, η σκέψη είναι σκέψη ως σκέψη ενός αντικειμένου ακόμα και αν αυτό είναι ο εαυτός της. Η σκέψη, έτσι, γίνεται προθετική. Ωστόσο, η προθετικότητα αυτή της σκέψης είναι και εμπρόθετη; Θέλω δηλαδή και σκέφτομαι οτιδήποτε; Ή σκέφτομαι προθετικά – απρόθετα, με στόχο δηλαδή αλλά χωρίς σκοπό; Έλκω το αντικείμενο της σκέψης μου ή έλκομαι από αυτό; Μήπως εγώ είμαι το αντικείμενο του αντικειμένου ως υποκείμενο μιας σκέψης η οποία αντικειμενοποιείται από το υποκείμενο του αντικειμένου, το οποίο υφίσταται ως αντικείμενο που αντικειμενοποιεί πρωτογενώς και δευτερογενώς αντικειμενοποιείται;
Η σκέψη, εννοώ, μπορεί να απομονωθεί από το αντικείμενο; Μπορεί να είναι σκέψη χωρίς το αντικείμενο; Μπορούμε να τη θεωρήσουμε προϋπάρχουσα, ανεξάρτητα από τη λειτουργία της; Ο David Hume θα το αρνιόταν αυτό. Ο Locke επίσης. Στον Berkeley, θεωρώ, πρόκειται για πρόβλημα. Το αν, δηλαδή, αυτό που λέει για την αυτόβουλη σκέψη σημαίνει την ύπαρξη της σκέψης ανεξάρτητα από τη λειτουργία της.
Θέτω έτσι τον εξής προβληματισμό: το ενδεχομένως εμπρόθετο της σκέψης μήπως εξαρτάται από την επίδραση του αντικειμένου πάνω της; Θέλω και σκέφτομαι οτιδήποτε ή το αντικείμενο προκαλεί τη σκέψη του, που είναι σκέψη υποκειμενική, του εκάστοτε υποκειμένου που το αντιλαμβάνεται και το σκέφτεται;
Η σκέψη πρωτογενώς, θεωρώ, έλκεται, παρασύρεται στην ιδιότυπη ενέργειά της από το αντικείμενο, ακόμα και όταν πρόκειται για τα αντικείμενα ως εσωτερικευμένα στη μνήμη ή τη φαντασία. Σκέφτομαι κάτι που θυμάμαι ή που φαντάζομαι, εννοώ, χωρίς όμως να μπορώ να έχω προκαλέσει εγώ την ανάμνηση ή τη φαντασία του. Το ιδιότυπο της ενέργειας της σκέψης, εδώ, αφορά στο όλως ιδιαίτερο αποτύπωμα του αντικειμένου πάνω στην υποκειμενική αντίληψη, η οποία, παρόλα αυτά, δεν γίνεται, όταν το αντιλαμβάνεται, το αντικείμενο. Το αντικείμενο γίνεται το υποκείμενο, χωρίς το υποκείμενο να το θέλει. Το υποκείμενο επηρεάζεται από το αντικείμενο, η αντίληψή του και η σκέψη λειτουργούν χάρη σ’ αυτό, αλλά το αντικείμενο μεταπλάθεται αναπόφευκτα στη σκέψη και γίνεται ό,τι προώρισται να το κάνει το υποκείμενο.
Αυτό ισχύει, θεωρώ, για τη φιλοσοφική και τη μη φιλοσοφική σκέψη.
Σε αυτή, ωστόσο, τη διολίσθηση της σκέψης στην απρόθετη προθετικότητα της αντίληψης, αντιστέκεται η φιλοσοφική πρόθεση. Έτσι διακρίνω, επίσης, τη φιλοσοφική σκέψη ως πράξη. Νωρίτερα τη χαρακτήρισα στάση ως πράξη και πράξη ως στάση. Εν προκειμένω είναι πράξη εν είδει αντίστασης στην έλξη που ασκεί το αντικείμενο πάνω της. Στην ουσία, αντιστέκεται στον εαυτό της, που δοκιμάζει να σκεφτεί το ένα ή το άλλο με αφορμή την επίθεση, στην κυριολεξία, του αντικειμένου πάνω της.
Και ένα τελευταίο θέμα: μπορεί, ακόμα και η φιλοσοφική σκέψη να σκεφτεί κατά βούληση; Αμφιβάλλω. Μπορεί να σκεφτεί ό,τι θέλει; Το αμφισβητώ. Ακόμα και ως φιλοσοφική, η σκέψη έλκεται ακόμα και από τον εαυτό της, ένα είδος ροπής ή τάσης προς συγκεκριμένα θέματα και αντικείμενα. Τα σκέφτεται, έτσι, όποτε προκύπτουν εντός της και εφόσον μπορεί να τα καταστήσει αντικείμενα. 
Όπως ακριβώς ο θεωρός, εκείνος που βλέπει δηλαδή, η σκέψη, ως θεωρία, βλέπει εκείνα που βλέπονται, επειδή φαίνονται, δηλαδή όταν φαίνονται, δηλαδή όταν μπορεί να τα δει. Έτσι η σκέψη: θεωρεί  εκείνα που της υποβάλλονται και αντιδρά με τρόπο ο οποίος αποτελεί τη θεματική μιας άλλης φιλοσοφικής έρευνας.
Τέλος, η φιλοσοφία ως αυτοθεώρηση της σκέψης, διεκδικεί παγίως αναθεωρητικό ρόλο, αφού, επιπλέον, για τη φιλοσοφία, η σκέψη είναι προθεωρητική και μεταθεωρητική. Είναι τέτοια που δεν μας επιτρέπει να είμαστε σίγουροι για το τι είναι ή το τι κάνει ακριβώς, και γι’ αυτό προθεωρητική, αλλά και τέτοια που δεν συμβιβάζεται με αυτό που τη συνιστά ως άγνωστη, και το σκέφτεται διαρκώς, και γι’ αυτό μεταθεωρητική. Είναι, σε κάθε περίπτωση, σκέψη ως πράξη, η οποία, όπως κάθε πράξη, πράττεται τη στιγμή που λαμβάνει χώρα, χωρίς καμία πράξη της σκέψης να υποκαθιστά μια άλλη, χωρίς καμία προηγούμενη θεώρηση – θεωρία να καθιστά ανώφελη οποιαδήποτε επόμενη.
                                                                                 Ι.Σ. Χριστοδούλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου