Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής: διάγνωση και ηθική


Ζητήματα επιστημολογίας της διάγνωσης, που τίθενται στην ψυχολογία και την ψυχιατρική, άπτονται της δομικής αδυναμίας των επιστημών αυτών να στοιχειοθετήσουν τις διαγνώσεις τους, να αντιστοιχίσουν δηλαδή το σύμπτωμα στην ασθένεια και την ασθένεια στον εγκέφαλο.
Οι σύγχρονες μέθοδοι χαρτογράφησης και απεικόνισης της λειτουργίας του εγκεφάλου διευκολύνουν κάπως την ψυχιατρική, αλλά το ποσοστό της επισφάλειας στη διάγνωση παραμένει υψηλό, καθώς η ψυχιατρικού καθορισμού ασθένεια δεν έπαψε να αφορά κατεξοχήν στο οιονεί προβληματικό της συμπεριφοράς, η οποία ορίζει την ασθένεια ως τέτοια. 
Η συμπτωματολογία, έτσι, επέχει θέση παθολογίας. Αυτό, ωστόσο, οδηγεί σε παρελκυστικές διαγνώσεις τόσο για τον γιατρό όσο και για τον "ασθενή". Ο γιατρός εθίζεται στο χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς ως παθολογικής, και ο "ασθενής" εθίζεται στη σκέψη ότι πάσχει, ακριβώς επειδή το σύμπτωμα ερμηνεύεται ως παθολογικό. Το αν είναι ή όχι δεν εμπίπτει στις ερευνητικές δυνατότητες της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας σήμερα, όχι τουλάχιστον στο εύρος που οι επιστήμες αυτές διεκδικούν τη νομιμοποίηση των διαγνωστικών τους μεθόδων και των διαγνωστικών τους αποφάνσεων.
Στην κατηγορία των μη επαρκώς στοιχειοθετημένων ψυχιατρικών ή ψυχολογικών διαγνώσεων, συνεχίζει να ανήκει το Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. Κατεξοχήν μάλιστα, εδώ, συμπτώματα διερμηνεύονται ως παθολογικά εξαιτίας του ασύμβατου της συμπεριφοράς με συμβάσεις που προδικάζουν το προβληματικό και το ομαλό. Υπό την οπτική τόσο της ηθικής όσο και της βιοηθικής, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: ποια η ηθική νομιμοποίηση της δραματικής αύξησης του ρυθμού με τον οποίο χαρακτηρίζονται ως ασθενείς παιδιά τα οποία συγκεντρώνουν, υποτίθεται, τα συμπτώματα του Συνδρόμου; Εν προκειμένω, το ηθικό διακύβευμα είναι διττό. Αφορά τόσο στο ανθρώπινο πρόσωπο καθεαυτό, όσο και στο γεγονός ότι η ηλικία όσων διαγιγνώσκονται με το Σύνδρομο είναι κατά κύριο λόγο η παιδική ηλικία. Τα παιδιά, εν προκειμένω, πώς προστατεύονται, όταν καθίστανται αντικείμενα ψυχιατρικής ή ψυχολογικής στόχευσης, και μάλιστα με τη συναίνεση των γονιών τους; Λαμβάνεται υπόψη από τους ενηλίκους, γιατρούς, γονείς, δασκάλους και άλλους θεσμικά υπευθύνους, το γεγονός ότι τα παιδιά ετερο-στιγματίζονται και αυτο-στιγματίζονται δυνάμει αμφίβολης διαγνωστικής αξιοπιστίας μοντέλων, και χωρίς κανένας θεσμός να τα προστατεύει;
Η αντίρρηση, βεβαίως, εκ μέρους εκείνων που διαγιγνώσκουν αρμοδίως το Σύνδρομο, θα ήταν η εξής: νομιμοποιούνται ηθικά να μην διαγνώσουν το Σύνδρομο; Αν όντως πρόκειται για ασθένεια, δεν νομιμοποιούνται ηθικά. Για να δούμε, όμως, τα συμπτώματα του Συνδρόμου. 
            Υπερκινητικότητα, οχληρία, αδυναμία συγκέντρωσης, τάση να ξεχνούν, ανοργανωσιά, πείσμα, ασυνέπεια, κατήφεια. Ήδη με την απαρίθμηση των συμπτωμάτων, καθίσταται σαφές αυτό που είπα στην αρχή. Ότι, δηλαδή, η συμπτωματολογία του Συνδρόμου αφορά στη συμπεριφορά, η οποία προδικάζεται ως προβληματική από τις συμβάσεις που δεν ευνοούν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Εν προκειμένω, δηλαδή, η δυσκολία στην προσαρμογή ορισμένων παιδιών, για παράδειγμα, στη συνθήκη του σχολείου, όταν διαγιγνώσκεται ως οφειλόμενη στο Σύνδρομο, εντοπίζεται ως αδυναμία, δηλαδή, στη γλώσσα των επιστημών που διεκδικούν την αυθεντία στη διάγνωση, ως ασθένεια. Οι λέξεις ετυμολογικά ενδεχομένως νοηματικά ταυτίζονται.
Ωστόσο, έχει σημασία η σειρά που τις ανέφερα. Μίλησα για δυσκολία στην προσαρμογή, η οποία εκλαμβάνεται ως αδυναμία και γι' αυτό ως ασθένεια. Η κρίσιμη θεωρητική μετάλλαξη ενδιαφέρει εδώ: της δυσκολίας σε αδυναμία και της αδυναμίας σε ασθένεια. Το ερώτημα που είναι ανάγκη να τεθεί, θεωρώ, είναι το εξής: γιατί η δυσκολία στην προσαρμογή εκλαμβάνεται ως αδυναμία; Γιατί αυτός ο δραματικός χαρακτηρισμός, σε βάρος του ενός από τα δύο μέρη μιας προβληματικής σχέσης, εκείνης, για παράδειγμα, του μαθητή με το σχολείο; Γιατί, επιπλέον, χαρακτηρίζεται ως αδύναμος ο "δυσπροσάρμοστος" και όχι το περιβάλλον στο οποίο καλείται να ενταχθεί; Γιατί, τέλος, είναι ασθενική η προσωπικότητα του μαθητή που δεν προσαρμόζεται, και δεν είναι ασθενικό το περιβάλλον που επιχειρεί την προσαρμογή του; Στην κυριολεξία, μάλιστα, αν το περιβάλλον του σχολείου δεν αντέχει την παρουσία ενός υπερκινητικού και με οξεία - και γι' αυτό ανήσυχη και άστατη - αντίληψη παιδιού, ποιο είναι, εν προκειμένω, το ασθενικό μέρος της σχέσης;
Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά που απαρίθμησα, ως συμπτώματα του Συνδρόμου, ανήκουν μόνο σε ορισμένα παιδιά, εκείνα που έχουν υποτίθεται πρόβλημα, ή είναι χαρακτηριστικά που, λίγο - πολύ, μοιράζεται η πλειοψηφία των παιδιών; Στην περίπτωση αυτή, αν έτσι έχουν τα πράγματα, ποιος έχει το πρόβλημα; Τα περισσότερα παιδιά ή τα λιγότερα; Σε ό,τι με αφορά, πάντως, δεν θεωρώ προβληματικά ούτε τα πρώτα ούτε τα άλλα.
            Μέσα σε λίγες δεκαετίες, τις τρεις τελευταίες, στην Αμερική, που γεννήθηκε και γιγαντώθηκε το Σύνδρομο, από κάποιες χιλιάδες οι διαγνώσεις έγιναν πολλά εκατομμύρια, και οι ψυχίατροι και ψυχολόγοι, τώρα πια σε ολόκληρο τον κόσμο, προχωρούν με τη διάγνωση ακάθεκτοι. Ένας από τους λόγους είναι ότι αρωγός στη διαγνωστική βιομηχανία του Συνδρόμου, ήλθε η φαρμακευτική βιομηχανία. Η επινόηση φαρμακευτικών αγωγών, όπως καταλαβαίνετε, ωφελεί πολλαπλώς. Ωφελεί πρώτα τους ίδιους τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, οι οποίοι αντλούν από τη συνταγογραφική των φαρμάκων νομιμοποίηση για το έργο τους. Τρόπον τινά, δηλαδή, τα φάρμακα εδραίωσαν το Σύνδρομο, καθιέρωσαν τη διάγνωσή του, και ενίσχυσαν ψυχιάτρους και ψυχολόγους οι οποίοι βρήκαν στο Σύνδρομο ένα πολύτιμο σύμμαχο και ένα πρόσφορο αντικείμενο για να πολλαπλασιάσουν την πελατεία τους. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναφερθώ στο όφελος των φαρμακευτικών εταιριών. Ίσως το Σύνδρομο, μακροπρόθεσμα, αποδειχθεί η πιο προσοδοφόρα διάγνωση και ασθένεια, αφού υποψήφιοι ασθενείς, δυνάμει, είναι όλα τα παιδιά και οι έφηβοι, οι οποίοι έχουν προβλήματα προσαρμογής στο σχολείο αλλά και στο σπίτι. 
Το ίδιο ισχύει, φυσικά, για τη βιομηχανία των ερωτηματολογίων και όλων των διαγνωστικών εργαλείων που αφορούν στο Σύνδρομο. Επωφελούνται οι ερευνητές που τα κατασκευάζουν και τα πωλούν ή, καλύτερα, τα ενοικιάζουν, αλλά και όσοι τα χρησιμοποιούν για έρευνες. Οι δεύτεροι κατοχυρώνουν χώρο στην αγορά των επιστημόνων, και εξαργυρώνουν ακριβά, με χρηματοδοτήσεις αδρές, το χρόνο που αφιερώνουν στη διανομή, τη συλλογή και την επεξεργασία των ερωτηματολογίων.
Το κρίσιμο ερώτημα, φυσικά, είναι: όσοι διαγιγνώσκονται με το Σύνδρομο τι ωφελούνται; Σε ό,τι αφορά τη φαρμακευτική αγωγή για το Σύνδρομο, θεραπεύει, υποτίθεται, ή καταστέλλει τα συμπτώματα αλλά δεν θεραπεύει την οιονεί ασθένεια, η οποία, όπως όλες οι ψυχιατρικές ασθένειες, έρχεται για να μείνει. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά και οι έφηβοι πρέπει να παίρνουν φάρμακα συστηματικά. Δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναλύσω τι σημαίνει αυτό. Βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οι συνέπειες από τη χρήση και τον εθισμό στα φάρμακα είναι ανυπολόγιστα σοβαρές, όπως για όλους τους χρόνια εξαρτημένους είτε από εθιστικές ουσίες είτε από φάρμακα. Για να μην τονίσω φυσικά, εδώ, και να αναφερθώ περαιτέρω στους θανάτους παιδιών και εφήβων από την πρώτη κυρίως γενιά των φαρμάκων για το Σύνδρομο.

            Η διαγνωστική βιομηχανία του Συνδρόμου, ωστόσο, επωφελείται ακόμα και από την προϊούσα αποτυχία των επαγγελματιών ψυχικής υγείας να πείσουν ότι η διάγνωσή τους είναι προς όφελος των ασθενών τους. Ψυχίατροι επίσης, και ψυχολόγοι, εδώ και μια εικοσαετία περίπου, επιχειρούν την αντιστροφή της τάσης να διαγιγνώσκονται τα συμπτώματα του Συνδρόμου ως παθολογικά. Το Σύνδρομο, έτσι, διαγιγνώσκεται από ορισμένους όχι ως παραγωγικό ανεπιθύμητων συμπτωμάτων, αλλά ως συντηρητικό ενός αριθμού ιδιαιτεροτήτων.
Μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις παιδοψυχιάτρων, που τηρούν αυτή τη στάση στη διάγνωση, είναι η περίπτωση του Dr Έντουαρντ Χάλογουελ, ο οποίος είναι ιδρυτής του Κέντρου Γνωστικής και Ψυχικής Υγείας στο Σάντμπερι της Μασαχουσέτης και διδάσκει στο τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Ο Χάλογουελ, στα συμπτώματα του Συνδρόμου που παρέθεσα προηγουμένως, αντιστοιχίζει άλλα, που αντί να ενοχοποιούν κολακεύουν εκείνους που τα παρουσιάζουν: όσοι, λοιπόν, έχουν το Σύνδρομο είναι ενεργητικοί, όχι υπερκινητικοί, ανυπόμονοι, όχι ενοχλητικοί, διαβλέπουν διαστάσεις εκεί που άλλοι δεν τις βλέπουν, και δεν είναι ανίκανοι να συγκεντρωθούν, έχουν την ικανότητα να προσηλώνονται σ' εκείνο που κάνουν, και δεν είναι ότι ξεχνούν, είναι αυθόρμητοι, όχι ανοργάνωτοι, είναι επίμονοι, όχι πείσμονες, είναι εμπνευσμένοι, όχι ασυνεπείς, και, τέλος, είναι ευαίσθητοι και όχι κατηφείς.
Εν προκειμένω, έχω τις εξής τρεις παρατηρήσεις: είτε έχει δίκιο ο Χάλογουελ είτε όχι, ο αποχαρακτηρισμός των συμπτωμάτων του Συνδρόμου και το θετικό πρόσημο που τους αποδίδει, επιβεβαιώνουν την αρχική μου υπόθεση: ότι πρόκειται, δηλαδή, για συμπτωματολογία που εκλαμβάνεται ως προβληματική εξαιτίας της ερμηνευτικής αυθαιρεσίας εκείνων που εφαρμόζουν νόρμες με τις οποίες σεσημασμένες συμπεριφορές δεν συνάδουν.  Αν, όμως, έχει δίκιο ο Χάλογουελ, το Σύνδρομο δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως παθολογικό με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή στιγματισμό, αποκλεισμό, παρακολούθηση από ειδικούς και θεραπεία με όλα τα προαναφερθέντα παρεπόμενα.
            Το τελευταίο, όμως, και θεμελιωδέστερο, που θέλω να παρατηρήσω, είναι το εξής: Γιατί, ακόμα και ο Χάλογουελ και όλοι όσοι τηρούν την ίδια στάση απέναντι στη Διαταραχή, επιμένουν να αναφέρονται σε Διαταραχή ή σε Σύνδρομο; Ο λόγος είναι σαφής. Αφορά, προφανώς, στην προάσπιση του "επαγγελματικού δικαιώματος" ψυχιάτρων και ψυχολόγων να εκφέρουν διαγνωστικό λόγο, και, φυσικά, να αμείβονται γι' αυτό. Από μια άποψη, επομένως, ο Χάλογουελ δεν ανασκευάζει και, πολύ περισσότερο, δεν αναιρεί το Σύνδρομο. Συμβάλλει στην εμπέδωσή του, ακριβώς επειδή η προσέγγισή του το εξωραϊζει. Ο λόγος που μια τέτοια προσέγγιση εδραιώνει το Σύνδρομο, είναι ότι συνεχίζει να διαγιγνώσκεται, έστω και ως Σύνδρομο κάποιων χαρισματικών παιδιών.
Όσοι πραγματικά αρνούνται να προχωρήσουν στη διάγνωση του Συνδρόμου, με θεωρητικό προεξάρχοντα τον Thomas Szasz, όχι μόνο δεν το αναγνωρίζουν αλλά καταγγέλλουν κι εκείνους που το κάνουν. Ο Szasz και οι συν αυτώ ψυχίατροι και ψυχολόγοι ασκούν τον νενομισμένο έλεγχο των επιστημών τους ένδοθεν. Οι επιστήμονες της εφαρμοσμένης ηθικής και της βιοηθικής αναμένεται να κάνουν το ίδιο, από τη δική τους σκοπιά. Γι' αυτό το Σύνδρομο Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας έλκει την προσοχή μας, και θα το παρακολουθούμε στενά, τα διαγνωστικά ήθη, δηλαδή, που το προσδιορίζουν, το συντηρούν και το μεταδίδουν... 

                                                                                      Ι.Σ. Χριστοδούλου

Ανακοίνωση στο συνέδριο για Ζητήματα Εφαρμοσμένης Ηθικής, στο European University (Λευκωσία), στις 15 Οκτωβρίου 2011.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου