Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Για τον Καζαντζάκη


Η εποχή του Νίκου Καζαντζάκη, όπως όλων των μεγάλων συγγραφέων, βρίσκεται στο παρόν και στο μέλλον μας, το δικό μας και των παιδιών μας. Αυτό, θέλω να πιστεύω, αποτελεί διαπίστωση καταρχήν αλλά και ευχή με νόημα. Ανατρέχω ο ίδιος στη δική μου νεότητα, και διαπιστώνω πόσο ο Καζαντζάκης ήταν ο μεγάλος φίλος, που τον άκουγα με θαυμασμό και απορία να μου διηγείται τις ιστορίες και να μου δίνει τις συμβουλές του. Και τώρα, από απόσταση και με αισθητικά και άλλα κριτήρια του ειδικού στις ανθρωπιστικές σπουδές, η γνώμη μου παραμένει ίδια. Θυμούμαι τον Καζαντζάκη όπως τους καλούς δασκάλους μου, που με δίδαξαν όσα δεν έχασαν ποτέ την αξία τους.
Δεν είναι, όμως, μόνο βιωματική η πεποίθηση ότι ο Καζαντζάκης είναι μεγάλος παιδαγωγός. Είναι πεποίθηση που λαμβάνει υπόψη της το τρίπτυχο «γλώσσα - σκέψη – ιστορία». Θεωρώ τους τρεις αυτούς πυλώνες θεμελιώδεις για το οικοδόμημα της παιδείας. Πάνω τους στηρίζεται ο χαρακτήρας, η προσωπικότητα, η προσωπική του καθενός μας ιστορία και διαγωγή. Τα κείμενα του Καζαντζάκη είναι παρακαταθήκες πρωτότυπης γλώσσας, σημαντικής σκέψης και ιστορικής μνήμης. Είναι κείμενα προσιτά στα παιδιά και απαραίτητα στους μεγάλους, όπως οι μύθοι. Και γνωρίζουμε, φυσικά, τη σημασία των μύθων για την εξέλιξη του πολιτισμού και για την αγωγή των ανθρώπων. Είπαν τον Καζαντζάκη, άλλοτε υποτιμητικά άλλοτε συγκαταβατικά, παραμυθά. Αν όντως ήταν συγγραφέας μύθων, τότε πρόκειται για τίτλο τιμής. Ο Καζαντζάκης διδάσκει με τους μύθους του γλώσσα, μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε και να κοιτάζουμε πίσω, στην ιστορία μας.
Καταρχήν, τώρα, το μέσο της έκφρασης. Γράφει την ελληνική με παιδαγωγικά πολύ παραγωγικό τρόπο, και, δυνητικά, κάνει τον Έλληνα ομιλητή να αγαπήσει τη γλώσσα του, να θελήσει να τη μάθει καλύτερα, να μιλάει ο ίδιος και να γράφει εύγλωττα, παραστατικά. Η διαπλοκή των λέξεων ασυνήθιστα επεξεργασμένη, για τη νεοελληνική λογοτεχνική παραγωγή του μεσοπολέμου, δεν στερείται εκφραστικής ευκρίνειας και νοηματικής σαφήνειας. Με ελάχιστη προσπάθεια, επομένως, αυτή της ανάγνωσης, νέοι και μεγαλύτεροι αναγνώστες, ζουν στο κείμενο, με τον λόγο του Καζαντζάκη, και μεταγγίζεται του συγγραφέα η ανάγκη για έκφραση ως ανάγκη στον αναγνώστη να εκφραστεί. Κι αυτό για τα παιδιά, τους νέους είναι πολύ σημαντικό. Είναι διαχρονικά σημαντικό και περισσότερο σήμερα, σε μια εποχή λεξιπενίας και συνθηματολαγνείας. Η καζαντζακική «λεξιλαγνεία» μπορεί να γίνει αντίδοτο ισχυρό, πολύ αποτελεσματικό, για να επαναβεβαιώσουμε την αξία της λέξης για το νόημα, την αξία του λόγου για τη ζωή μας, για μια ζωή με νόημα.
Ο λεξιπλαστικός μαξιμαλισμός του Καζαντζάκη δεν είναι κενός, είναι πλήρης περιεχομένου. Έρχομαι, έτσι, στον δεύτερο πυλώνα της παιδείας, τη σκέψη. Ο Καζαντζάκης θήτευσε, φιλοσοφικός νους ο ίδιος, στις μεγαλύτερες φιλοσοφικές «σχολές» της εποχής του: Μαρξ, Νίτσε, Μπερξόν, και πίστεψε στις ισχυρότερες θρησκευτικές πίστεις διαχρονικά: Χριστιανισμός, Βουδισμός, αλλά, το σημαντικότερο, σκέφτηκε ο ίδιος με αφορμή τους φιλοσόφους που διάβασε και παίρνοντας έμπνευση από το πρόσωπο του Χριστού που λάτρεψε. Ο Ζορμπάς του, για παράδειγμα, όσο και αν δεν φαίνεται στην πρώτη ανάγνωση, είναι Μπερξόν και Νίτσε μαζί. Είναι προπαρασκευή πολύ σημαντική, ελληνοκεντρική κιόλας, τόσο για τον ένα όσο και για τον άλλο φιλόσοφο, που ταίριαξαν κάτω από τη γραφίδα του Καζαντζάκη σ’ ένα κείμενο πλήρες ελληνικότητας. Διαβάζοντας το Ζορμπά κανείς, δεν περιορίζεται στη γλωσσική ευφορία. Σκέφτεται όπως και όσα δεν σκέφτεται με οποιοδήποτε ανάγνωσμα. Και θυμίζω, φυσικά, ο νέος σήμερα, που δεν έχει πρόσφορες αφορμές να σκεφτεί τόσα και τόσο σημαντικά· όσα, τονίζω, μπορεί να του προσφέρει η ανάγνωση ενός ολόκληρου βιβλίου. Γιατί, βεβαίως, είναι γνωστό ότι η επαφή των μαθητών με την κλασική νεοελληνική γραμματεία είναι αποσπασματική. Ολοκληρωμένες εντυπώσεις έχουν οι νέοι μας, γενικά, από ολικόσκεπτα ή άσκεπτα ιδιοσκευάσματα, που προορίζονται να καλύψουν το χρόνο αλλά όχι τις ανάγκες τους για σκέψη και για έκφραση. 
Έρχομαι, με τη σειρά, στον τρίτο και τελευταίο πυλώνα της παιδείας, όπως τον όρισα πριν, την ιστορική μνήμη. Σε μια περίοδο που, στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, αμφισβητείται έντονα η παιδαγωγική της αξία, και αισθανόμαστε κι εμείς, οι ανεπίστρεπτα σημαδεμένοι από την ιστορία, ότι ξεθωριάζουν οι μνήμες του παρελθόντος που μας ανέθρεψε, η ιστορική μνήμη προκαλεί αν όχι τη συγκίνηση, την ανησυχία μας τουλάχιστον, μήπως κάτι μας διαφεύγει, μήπως κάτι εκκρεμεί αδικαίωτο, μήπως κάτι αιωρείται, για λίγο ακόμα, από το παρελθόν προς το παρόν μας, και μόλις που προλαβαίνουμε να το θεαθούμε, για να μάθουμε τώρα ό,τι αργότερα θα έχει χαθεί διαπαντός.
Έτσι, δεν είναι οι «Αδελφοφάδες» του Καζαντζάκη το μοναδικό παιδαγωγικό ιστορικό μυθιστόρημα στη νεότερη λογοτεχνία μας, αλλά είναι χαρακτηριστικό, ίσως, από την εξής άποψη. Επέλεξε σελίδες της ιστορίας που μας «ντροπιάζουν», σύμφωνα με δική του έκφραση, που θα θέλαμε να ξεχάσουμε, αλλά που επέμεινε να τις τυπώσει με στοιχεία έντονα, που πληγώνουν την όραση και την περηφάνια μας. Και θα αποδειχθεί, ίσως, ότι οδυνηρές μνήμες των ελληνικών εμφυλίων, που δεν είναι λίγοι ούτε όλοι αρχαίοι, θα αποτελέσουν εξαιρετικές αφορμές για να μάθουμε και να διδαχθούμε, νέοι και μεγαλύτεροι, όσα μόνο η μνήμη που πονάει μας διδάσκει. Και αυτό, επαναλαμβάνω, στην περίπτωση του Καζαντζάκη, όχι με τρόπο προσποίησης και σοβαροφάνειας, αλλά με τη σοβαρότητα του δημιουργού που δεν θυμάται απλώς, δεν καταγράφει με συγκίνηση απλώς, αλλά αφομοιώνει και κάνει σώμα του το ιστορικό διακύβευμα, που είναι εθνικό διακύβευμα, διακύβευμα υπόστασης και ζωής όχι για εκείνους μόνο που έζησαν αυτά που πρόλαβε και ο Καζαντζάκης να ζήσει στον ελληνικό εμφύλιο μετά το έπος του 1940,  αλλά και όλων μας, που ούτε μπορούμε ούτε θέλουμε, ελπίζω, να ξεχάσουμε, αλλά και δεν θέλουμε, είμαι σίγουρος, τα παιδιά μας να κάνουν σφάλματα που φαίνεται να είναι ενδημικά διαχρονικά, δυστυχώς, στην ελληνική φυλή. 
Καταληκτικά, θέλω να καταθέσω κάποιες σκέψεις γενικότερες, πάντα υπό το πρίσμα της παιδαγωγικής διάστασης του έργου του Νίκου Καζαντζάκη. Όταν ο Καζαντζάκης αυτοβιογραφείται, εγχείρημα στο οποίο διέπρεψε, προβαίνει σε μια προσωπική αυτο - ανάλυση (δηλαδή ψυχανάλυση) με θεραπευτική απήχηση στον αναγνώστη του, κυρίως τον νέο, που ταλανίζεται κάποτε, με δαιδαλώδεις σκέψεις για τη σχέση με τους γονείς και κυρίως με τον πατέρα. Διαχρονικά ελληνική σκέψη, που ανάγεται στην αρχαία τραγωδία και με εκπροσώπους πολύ σημαντικούς στην παγκόσμια λογοτεχνία, για παράδειγμα τον Φραντς Κάφκα και το «Γράμμα στον πατέρα». Επίσης, τα ταξιδιωτικά κείμενα του Καζαντζάκη, πολλά και σημαντικά, αν πιστέψουμε τον Φράνσις Μπέικον, που επιμένει στην παιδαγωγική αξία των ταξιδιών, είναι μια πλουσιότατη πηγή αναγνωστικών εμπειριών για τους νέους αναγνώστες, οι οποίοι ταξιδεύουν με τον Καζαντζάκη σε μέρη που τώρα και στο μέλλον δεν θα είναι ποτέ όπως εκείνος τα γνώρισε και τα έζησε.
Ο Καζαντζάκης διδάσκει όπως ο Όμηρος. Η «Οδύσσειά» του δεν διεκδικεί την πρωτοτυπία της Ομηρικής αλλά ο Καζαντζάκης, σύγχρονος Οδυσσέας, ταξιδεύει και θα ταξιδεύει μαζί του τον ελληνισμό πολύ μπροστά στο μέλλον, όσο θα διδάσκει νέους και όσο εμείς, δάσκαλοι και γονείς, θα διαφυλάσσουμε τα κείμενά του προς ανάγνωση.    
                                                                             Ι.Σ. Χριστοδούλου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου