Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 21

Ποιος φοβάται την αλήθεια;
Ο φόβος φυσικά...

Στο άκουσμά της τρέχει...
να σου κλείσει τ' αυτιά!
                Ι.Σ. Χριστοδούλου

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Adler: ο νους και το σώμα...


Αναφερόμαστε σε μια από τις τέσσερις ή πέντε μεγάλες μορφές ψυχολόγων – ψυχιάτρων και ψυχαναλυτών των αρχών του 20ου αιώνα· στον Alfred Adler. Γεννήθηκε το 1870 και πέθανε το 1937. Αυστριακός ψυχολόγος και ψυχίατρος, γεννήθηκε στη Βιέννη και σπούδασε στο εκεί Πανεπιστήμιο. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του, συναντήθηκε και μαθήτευσε κοντά στον Sigmund Freud, τον πατέρα της ψυχανάλυσης. Το 1911 ο Adler εγκατέλειψε την ορθόδοξη ψυχαναλυτική σχολή, για να ιδρύσει μια νεο – φροϋδική σχολή ψυχανάλυσης.
Στην ανάλυσή του της ατομικής ανάπτυξης, ο Adler τόνισε τη σημασία της κατωτερότητας, περισσότερο από τα σεξουαλικά κίνητρα, ως την κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ζωής. Σύμφωνα με τον Adler, συνειδητά ή ασυνείδητα αισθήματα κατωτερότητας – στα οποία έδωσε το όνομα σύμπλεγμα κατωτερότητας ­– συνδυασμένα με αναπληρωτικούς μηχανισμούς άμυνας, είναι οι βασικές αιτίες της ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς. Η λειτουργία του ψυχαναλυτή, είναι να ανακαλύψει και να εκλογικεύσει τέτοια αισθήματα, και να διακόψει την αναπληρωτική, νευρωτική βούληση για εξουσία, που γεννούν στον ασθενή.
Εδώ θα αναφερθούμε σ’ ένα κείμενο που ο Adler εξέδωσε το 1931, με τίτλο «Τι πρέπει να σημαίνει για σένα η ζωή». Θέμα του δεύτερου κεφαλαίου είναι το σύμπλεγμα νου και σώματος, οι σχέσεις μεταξύ τους, οι επιδράσεις που το ένα ασκεί πάνω στο άλλο.
«Οι άνθρωποι», παρατηρεί ο Adler, «ανέκαθεν συζητούσαν και φιλονικούσαν για το αν ο νους κυβερνά το σώμα ή το σώμα κυβερνά το νου. Οι φιλόσοφοι έλαβαν μέρος στη διαμάχη, και έπαιρναν τη μια θέση ή την άλλη· αποκαλούνταν ιδεαλιστές ή υλιστές· τα επιχειρήματά τους ήταν χιλιάδες· και το ερώτημα ακόμη μοιάζει επίμονο και αναπάντητο όσο ποτέ.»
O Adler θεωρεί ότι η Ατομική Ψυχολογία, όπως ονόμασε την ερευνητική του προσπάθεια, μπορεί να δώσει απάντηση· γιατί, στην περιοχή της, πραγματικά βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τη ζωντανή αλληλεπίδραση του νου και του σώματος. Τον νου και το σώμα η Ατομική Ψυχολογία καλείται να τα θεραπεύσει· και αν η θεραπεία δεν στηρίζεται σε σωστές βάσεις, θα αποτύχει να βοηθήσει τον άνθρωπο. «Οι θεωρίες της Ατομικής Ψυχολογίας πρέπει οπωσδήποτε να τροφοδοτούνται από την εμπειρία· πρέπει σαφώς να περάσουν τη δοκιμασία της εφαρμογής. Όσο για τα ευρήματα της Ατομικής Ψυχολογίας, μειώνουν πολύ την ένταση του προβλήματος. Διαπιστώνουμε ότι, ο νους και το σώμα, είναι και τα δυο εκφράσεις ζωής: αποτελούν τμήματα του συνόλου της ζωής. Και αρχίζουμε να κατανοούμε τις αμοιβαίες σχέσεις τους μέσα σε αυτό το όλο.»
Καθοριστικής σημασίας για τη θεωρία του Adler, είναι η έννοια της κίνησης. «Η ζωή του ανθρώπου είναι η ζωή ενός όντος που κινείται, και δεν θα ήταν αρκετό ο άνθρωπος να αναπτύξει μόνο το σώμα του. Ένα φυτό είναι ριζωμένο: μένει σ’ ένα μέρος και δεν μπορεί να κινηθεί. Θα ήταν πολύ παράξενο, επομένως, να ανακαλύψουμε ότι ένα φυτό έχει νου· ή, τουλάχιστον, ένα νου με οποιαδήποτε έννοια. Αν ένα φυτό μπορούσε να προβλέψει ή να σχεδιάσει τις συνέπειες, η ικανότητα αυτή θα του ήταν άχρηστη. Ποιο θα ήταν το πλεονέκτημα, αν το φυτό σκεφτόταν: «Να, έρχεται κάποιος. Σε ένα λεπτό θα πέσει πάνω μου και θα με πατήσει»; Το φυτό θα παρέμενε ανίκανο να φύγει από τη μέση. Όλα τα όντα που κινούνται, ωστόσο, μπορούν να προβλέψουν και να υπολογίσουν την κατεύθυνση στην οποία θα κινηθούν· και, το γεγονός αυτό, μάς αναγκάζει να υποθέσουμε ότι έχουν νου ή ψυχή.»
Κάτι ανάλογο διαβάζουμε στον Άμλετ του Σαίξπηρ:
            «Αίσθηση σίγουρα έχεις,
            αλλιώς δεν θα μπορούσες να κινηθείς.»

Ο Adler θεωρεί ότι κυρίαρχη λειτουργία του νου είναι να προβλέπει την κατεύθυνση της κίνησης. Όταν αναγνωρίσουμε τη λειτουργία αυτή, είμαστε σε θέση να καταλάβουμε πώς ο νους κυβερνά το σώμα· θέτει το σκοπό για τις κινήσεις. Δεν αρκεί ο νους να αποφασίζει μια ξαφνική κίνηση από στιγμή σε στιγμή. Πρέπει να υπάρχει ένας σκοπός για τις προσπάθειες. Αφού, λοιπόν, λειτουργία του νου είναι να αποφασίζει για το σημείο στο οποίο πρέπει να κατευθυνθεί η κίνηση, κατέχει κυβερνητική θέση στη ζωή.
Ταυτόχρονα, όμως, το σώμα επηρεάζει τον νου· το σώμα είναι που πρέπει να κινηθεί. Ο νους μπορεί να κινήσει το σώμα μόνο σύμφωνα με τις δυνατότητες που διαθέτει το σώμα, και εκείνες που μπορεί να ασκηθεί για να αναπτύξει. Αν, για παράδειγμα, ο νους προτείνει να κινήσει το σώμα προς το φεγγάρι, θα αποτύχει, εκτός αν ανακαλύψει μια τεχνική που να ταιριάζει στους περιορισμούς και τις προδιαγραφές του σώματος.
Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον Adler, έχουν να κάνουν με την κίνηση περισσότερο από κάθε άλλο ον. Δεν κινούνται μόνο με περισσότερους τρόπους -  όπως μπορούμε να δούμε στις περίπλοκες κινήσεις των χεριών τους – αλλά είναι επίσης περισσότερο ικανοί, με τις δικές τους κινήσεις, να επηρεάσουν το περιβάλλον γύρω τους.
Σε κάθε ανθρώπινο ον, επιπλέον, μπορούμε να ανακαλύψουμε, πίσω από όλες τις επιμέρους κινήσεις προς επιμέρους σκοπούς, μια και μοναδική περιληπτική κίνηση. Όλες οι προσπάθειές μας κατευθύνονται σε μια θέση στην οποία έχουμε εξασφαλίσει ένα αίσθημα ασφάλειας, ένα αίσθημα ότι όλες οι δυσκολίες της ζωής έχουν υπερνικηθεί, και ότι, τελικά, σε σχέση με την όλη κατάσταση γύρω μας, είμαστε ασφαλείς και νικητές. Με αυτό το σκοπό υπόψη, όλες οι κινήσεις και οι εκφράσεις πρέπει να συντονιστούν και να αποτελέσουν μια ενότητα: ο νους πρέπει να λειτουργήσει σα να ήταν να κατορθώσει έναν τελικό, ιδεώδη σκοπό. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά από το σώμα· το σώμα προσπαθεί, επίσης, να αποτελέσει ενότητα. Κι εκείνο, επίσης, αναπτύσσεται προς έναν ιδεώδη σκοπό, που προϋπάρχει μέσα στο γενετικό υλικό.
Από τις πρώτες μέρες της ζωής, χωρίς διακοπή μέχρι το τέλος, η συντροφικότητα της ανάπτυξης και της εξέλιξης, ανάμεσα σε νου και σώμα, διατηρείται διαρκώς. Σώμα και νους συνεργάζονται ως αδιαίρετα μέρη ενός όλου. Ο νους μοιάζει με κινητήρα, ο οποίος αναλαμβάνει όλες τις δυνατότητες που μπορεί να ανακαλύψει μέσα στο σώμα, και βοηθάει να φέρει το σώμα σε μια κατάσταση ασφάλειας και υπεροχής μπροστά σε όλες τις δυσκολίες. Σε  κάθε κίνηση του σώματος, εξάλλου, σε κάθε έκφραση και σύμπτωμα, μπορούμε να δούμε να εντυπώνεται ο σκοπός του νου.
Με τι όμως, ακριβώς, ασχολείται η ψυχολογία, ή, αλλιώς, η επιστήμη του νου; «Αποστολή της ψυχολογίας είναι να εξερευνήσει το νόημα που ενυπάρχει σε όλες τις εκφράσεις ενός ατόμου, να βρει το κλειδί για το σκοπό του, και να τον συγκρίνει με τους σκοπούς άλλων ανθρώπων. Προσπαθώντας για τον τελικό σκοπό της ασφάλειας, ο νους αντιμετωπίζει διαρκώς την ανάγκη να κάνει το σκοπό συγκεκριμένο· να υπολογίσει ότι «η ασφάλεια βρίσκεται σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο· θα φθάσω εκεί πηγαίνοντας σε αυτή τη συγκεκριμένη κατεύθυνση.»
Εδώ, φυσικά, υπάρχει το ενδεχόμενο του σφάλματος· αλλά, χωρίς έναν καθορισμένο σκοπό, και μια οριοθέτηση της κατεύθυνσης, δεν θα υπήρχε καθόλου κίνηση.... Η κατεύθυνση που επιλέγει ο νους μπορεί, στην πραγματικότητα, να είναι καταστροφική· αλλά την επιλέγει επειδή τη συλλαμβάνει εσφαλμένα ως την περισσότερο προνομιακή. Όλα τα ψυχολογικά σφάλματα είναι, έτσι, σφάλματα στην επιλογή της κατεύθυνσης της κίνησης. Ο σκοπός της ασφάλειας είναι κοινός σε όλα τα ανθρώπινα όντα· αλλά, μερικοί άνθρωποι σφάλλουν σε σχέση με την κατεύθυνση στην οποία βρίσκεται η ασφάλεια, και οι συγκεκριμένες τους κινήσεις τους οδηγούν μακριά.
Ο Πολιτισμός, σύμφωνα με τον Adler, είναι οι αλλαγές που το ανθρώπινο γένος επέφερε στο περιβάλλον του· και ο πολιτισμός μας είναι το αποτέλεσμα όλων των κινήσεων που οι διάνοιες των ανθρώπων έχουν υποβάλλει στο σώμα τους. Το έργο μας εμπνέεται από το νου μας. Η ανάπτυξη των σωμάτων μας κατευθύνεται και υποβοηθείται από τον νου μας. Τελικά, δεν θα μπορέσουμε να βρούμε έστω και μια ανθρώπινη έκφραση που δεν είναι γεμάτη με την προθετικότητα του νου. Σε καμιά περίπτωση, πάντως, δεν είναι επιθυμητό ο νους να υπερβάλλει σε ό,τι τον αφορά. Αν πρέπει να υπερπηδήσουμε δυσκολίες, η σωματική αρτιότητα και η καλή μας κατάσταση είναι απαραίτητες. Ο νους είναι επιφορτισμένος, επομένως, να ελέγχει το περιβάλλον με τέτοιον τρόπο, ώστε το σώμα να μπορεί να προστατεύεται – να αποφεύγει την αρρώστια και το θάνατο, τον ακρωτηριασμό, τα ατυχήματα και τις δυσλειτουργίες.
Αυτός είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί η ικανότητά μας να νιώθουμε ευχαρίστηση και πόνο, να δημιουργούμε φανταστικές εικόνες, και να ταυτίζουμε τον εαυτό μας με καλές και άσχημες καταστάσεις. Τα συναισθήματα κάνουν το σώμα να αντιδρά σε μια κατάσταση με ορισμένο τρόπο. Οι φαντασίες και οι ταυτίσεις είναι μέθοδοι πρόβλεψης· αλλά κάνουν πολύ περισσότερα: διεγείρουν τα συναισθήματα, σύμφωνα με τα οποία το σώμα θα ενεργήσει. Με αυτό τον τρόπο, τα συναισθήματα ενός ατόμου διατηρούν το αποτύπωμα του νοήματος που το άτομο δίνει στη ζωή και του σκοπού που έχει θέσει για τις προσπάθειές του. Σ’ ένα μεγάλο βαθμό, παρόλο που ελέγχουν το σώμα του, δεν εξαρτώνται από το σώμα του: πάντα θα εξαρτώνται πρωταρχικά από το σκοπό του, και το συνακόλουθο τρόπο της ζωής του.
Το καινούργιο, στον τρόπο που η Ατομική Ψυχολογία βλέπει τα πράγματα, είναι ότι τα συναισθήματα ποτέ δεν έρχονται σε σύγκρουση με τον τρόπο ζωής. Όπου υπάρχει σκοπός, τα συναισθήματα πάντα προσαρμόζονται στην επίτευξή του. Επομένως, δεν βρισκόμαστε πια στην περιοχή και στο βασίλειο της φυσιολογίας και της βιολογίας· η εκδήλωση των συναισθημάτων δεν μπορεί να εξηγηθεί με τη χημική θεωρία, και δεν μπορεί να προβλεφθεί με τη χημική εξέταση. Στην Ατομική Ψυχολογία, πρέπει να προϋποθέσουμε τις φυσιολογικές διαδικασίες, αλλά ενδιαφερόμαστε περισσότερο για τον ψυχολογικό σκοπό. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο ότι το άγχος επηρεάζει τα συμπαθητικά και τα παρασυμπαθητικά νεύρα. Αναζητούμε, περισσότερο, το στόχο και το σκοπό του άγχους.
Μπορούμε να πάρουμε ως δεδομένο ότι κάθε σωματική και διανοητική έκφραση πρέπει να βασίζεται στο γενετικό υλικό· η προσοχή μας, όμως, κατευθύνεται στη χρήση που γίνεται αυτού του υλικού, στην προσπάθεια να επιτύχουμε έναν ορισμένο σκοπό. Αυτή, φαίνεται, είναι η μόνη πραγματική ψυχολογική προσέγγιση.
Σε κάθε άτομο, βλέπουμε ότι τα συναισθήματα έχουν αναπτυχθεί και εξελιχθεί στην κατεύθυνση και στο βαθμό που ήταν απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπού. Το άγχος ή το κουράγιο του, η χαρά ή η θλίψη, συμφωνούσαν πάντα με τον τρόπο της ζωής του: η ανάλογη δύναμη και η υπεροχή τους, ήταν ακριβώς αυτό που θα μπορούσαμε να περιμένουμε. Ένας άνθρωπος που εκπληρώνει τον σκοπό του και υπερισχύει με τη θλίψη, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος και ικανοποιημένος με τα κατορθώματά του. Μπορεί να είναι ευτυχής μόνο όταν είναι δυστυχισμένος. Μπορούμε να παρατηρήσουμε, επίσης, ότι συναισθήματα εμφανίζονται και εξαφανίζονται ανάλογα με τις ανάγκες. Όλοι οι νευρωτικοί ασθενείς αποκλείουν κάθε τμήμα της ζωής στο οποίο δεν αισθάνονται αρκετά δυνατοί για να υπερισχύουν.
Σύμφωνα με τον Adler, τα πρώτα τέσσερα ή πέντε χρόνια της ζωής, το άτομο αποκτά την ενότητα του νου του, και δομεί τις σχέσεις ανάμεσα σε νου και σώμα. Αναλαμβάνει το κληρονομικό του υλικό και τις εντυπώσεις που προσλαμβάνει από το περιβάλλον, και τα προσαρμόζει στην αναζήτηση της υπεροχής. Στο τέλος του πέμπτου χρόνου, η προσωπικότητά του έχει αποκρυσταλλωθεί. Το νόημα που δίνει στη ζωή, ο σκοπός που επιδιώκει, ο τρόπος προσέγγισης, και η συναισθηματική του διάθεση είναι όλα καθορισμένα. Μπορούν να αλλάξουν αργότερα· αλλά μπορούν να αλλάξουν μόνο αν απελευθερωθεί από το σφάλμα που εμπεριέχεται στην αποκρυστάλλωση της παιδικής του ηλικίας. Όπως όλες οι προηγούμενες εκφράσεις του ήταν συμβατές με την ερμηνεία του της ζωής, έτσι και τώρα, αν είναι ικανός να διορθώσει το σφάλμα του, οι νέες του εκφράσεις θα είναι συμβατές με την καινούργια του ερμηνεία...
                                                          Ι.Σ. Χριστοδούλου
 

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 20

Αν η αλήθεια σύχναζε στους δρόμους,
άνθρωποι δεν θα ζούσαν με ανθρώπους...

Αφού το ψέμα αίμα και ζωή ·
εκείνο που τσακίζει - θαύμα - και κρατεί
ανθρώπους, έργα, καταστάσεις.

Αν σύχναζε στους δρόμους η αλήθεια, 
τον ήλιο θα τον έκρυβε η φλόγα
απ' τα σπαθιά, τα μαύρα λόγια...
                                 Ι.Σ. Χριστοδούλου

Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 19

Αίνιγμα δύσκολο,
έπαθλο χρόνος.

Το που δεν δύνασαι,
μη συνεχίσεις.

Εκείνα π' άφησες
σε περιμένουν...
          Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 18

Εχθρός του σήμερα
το χθες,

και του παρόντος 
η ιδέα,

πως δύναμη του χθες
αδυναμία,

είναι για πάντα...
           Ι.Σ. Χριστοδούλου


Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Σαμφόρ: για την αρετή και την κακία

          Ο Σαμφόρ γεννήθηκε στο Κλερμόν Φεράν το 1740. Στο κολλέγιο Γκρασέν, στο Παρίσι, διακρίνεται τόσο για τις επιδόσεις του, όσο και για την απειθαρχία του. Μετά από άτακτες σπουδές θέλει να γίνει ιερέας, πράγμα για το οποίο μετανιώνει γρήγορα. Ο ίδιος, την εποχή εκείνη, εξομολογείται πως του αρέσει πάρα πολύ η φιλοσοφία, οι γυναίκες, η αληθινή δόξα... Το 1760, στα είκοσι χρόνια του, τον βρίσκουμε αντιγραφέα σ’ έναν εισαγγελέα και παιδαγωγό του γιου του. Γράφει κηρύγματα ιερέων και ποιήματα. Κάνει άσωτη ζωή. Τότε διαλέγει και το ψευδώνυμο Σαμφόρ. Το 1764 ανεβαίνει στη σκηνή η μονόπρακτη κωμωδία του «Νεαρή Ινδιάνα». Οι κριτικές είναι κακές, αλλά ο Βολταίρος προφητεύει: «Θα πάτε πολύ μακριά...».
Το «Γράμμα ενός πατέρα στο γιο του για τη γέννηση του εγγονού του» αποσπά το βραβείο της Ακαδημίας, και του ανοίγει δρόμο για μεγάλες γνωριμίες. Τότε αρπάζει ένα ανίατο αφροδίσιο νόσημα. Γράφει σημαντικά δοκίμια, όπως τα: «Άνθρωπος των γραμμάτων», «Επίδραση των μεγάλων συγγραφέων», «Η αλήθεια» κ.ά. Απορρίπτει τη θέση του γραμματέα κοντά στον πρίγκιπα Ντε Κοντέ, που του πρόσφερε το βασιλικό ζεύγος του Λουδοβίκου 14ου και της Αντουανέτα, και περιπλανιέται στη Γαλλία. Το 1781 εκλέγεται ακαδημαϊκός.
Το 1789 μετέχει ενεργά στη Γαλλική Επανάσταση, στο πλευρό του Μιραμπώ. Θεωρείται από τους κύριους θεωρητικούς της Επανάστασης. Το 1792 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αρχίζει όμως και απογοητεύεται από τις ακρότητες της Τρομοκρατίας. Αρθογραφεί εναντίον των Μαρά και Ροβεσπιέρου. Φυλακίζεται. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Έκανε αλεπάλληλες απόπειρες αυτοκτονίας στη φυλακή, με πιστόλι και ξυράφι. Τον σώζουν την τελευταία στιγμή. Τελικά αποφυλακίζεται, αλλά δεν αναρρώνει πια. Η παλιά του αρρώστια έχει πια φθάσει στο τελευταίο στάδιο. Πέθανε στις 13 Μαίου του 1794. Ένα χρόνο μετά, ο φίλος του Ζιγκενέ φέρνει στο φως τα «Αποφθέγματα, σκέψεις, χαρακτήρες και ανέκδοτα» του Σαμφόρ.
            Ο Σαμφόρ άφησε αποφθέγματα, κατέγραψε στιχομυθίες για θέματα που ταλανίζουν τον άνθρωπο, και αφορούν όλους μας, στην καθημερινή ζωή, χωρίς να είμαστε πάντα ακριβείς καθώς τα σκεφτόμαστε και αποφασίζουμε γι’ αυτά. Εδώ θα δούμε πώς αντιμετώπιζε δυο αντίρροπες δυνάμεις, που μοιράζουν τις στιγμές μας σε μικρές και μεγάλες, σε δυσάρεστες και ευχάριστες, πώς στεκόταν απέναντι στην κακία και την αρετή. Σύμφωνα με το Γάλλο στοχαστή, όπως «η ανοησία δε θα ήταν εντελώς ανοησία, αν δε φοβόταν το πνεύμα», έτσι και «η κακία δε θα ήταν εντελώς κακία, αν δε μισούσε την αρετή». (139) Ο κακός άνθρωπος, από την άποψη αυτή, δεν ξεχνιέται ποτέ. Όσο κι αν, όπως διαβάζουμε στο απόσπασμα 122: «οι κακοί κάνουν μερικές φορές καλές πράξεις. Θα λέγαμε πως θέλουν να δουν αν στ’ αλήθεια αυτό προσφέρει τόση ικανοποίηση όσο διατείνονται οι έντιμοι άνθρωποι.» Η κακία, στην εκδήλωση του μίσους της, μπορεί να γίνει καταστροφική. Γι’ αυτό, όπως ευχόμαστε ένας ανόητος να παραμένει σιωπηλός, έτσι ευχόμαστε κι ένας κακός να παραμένει οκνηρός. (36) Ο άγιος Αυγουστίνος, βέβαια, παρατηρεί ο Σαμφόρ, για να δικαιολογήσει την πρόνοια, λέει πως αυτή αφήνει τον κακό πάνω στη γη για να γίνει καλός, ή για να γίνει, χάρη σ’ αυτόν, ο καλός καλύτερος. (597)
          Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η κακία όταν τη συναντήσουμε σε άνθρωπο του πνεύματος. Στο απόσπασμα 96 διαβάζουμε: «ανάμεσα σε έναν άνθρωπο του πνεύματος με κακό χαρακτήρα, και σε έναν άνθρωπο του πνεύματος καλό και έντιμο, διαπιστώνουμε τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε ένα δολοφόνο, και σε έναν άνθρωπο του κόσμου που με τα όπλα κάνει καλό.» Το πνεύμα, όταν δεν καταφέρει να ελέγξει τον κάτοχό του, και να εξουδετερώσει τον κακό χαρακτήρα, γίνεται πολιορκητικός κριός, καταστροφικός μοχλός, που οργανώνει την εξόντωση και τον αφανισμό. Στην καταγραφή του της περίπτωσης ενός συγκαιρινού του, ο Σαμφόρ διδάσκει:  «στον Μ... αρέσει να λένε πως είναι κακός, σχεδόν σαν τους Ιησουίτες, που δεν θύμωναν όταν έλεγαν γι’ αυτούς πως δολοφονούσαν τους βασιλιάδες. Αυτή είναι η υπεροψία που θέλει να βασιλεύσει με το φόβο στους αδύναμους.» (993) Καμιά φορά, βέβαια, για λόγους ανασφάλειας, οι αδύναμοι, ή, θα λέγαμε, οι δυνάμει κακοί, αποφασίζουν να συνταχθούν με τους κακούς. «Αποτελούν τότε, οι αδύναμοι άνθρωποι, την οπισθοφυλακή του στρατού των κακών. Προξενούν περισσότερο κακό από τον ίδιο το στρατό, λεηλατούν και καταστρέφουν.» (133)
            Σε μια απορητική αποστροφή, που δείχνει τον παραλογισμό και την τυφλή, αδικαιολόγητη βία της κακίας, ο Σαμφόρ ψιθυρίζει με πικρή περίσκεψη: «[...] Θα έλεγα στους κακούς: θεωρώ πως είναι ανοησία να με βλάψει κανείς, εκτός εάν εκείνος που με βλάπτει έχει κάποιο προσωπικό συμφέρον· με μια λέξη, εκτός εάν δεν με βλάπτει αδικαιολόγητα, πράγμα που συμβαίνει ακριβώς.» (989) Σίγουρος, πάντως, και δίχως αυταπάτες για την ανθεκτικότητα των κακών, στο απόσπασμα 1013 αναθυμάται: «Ο Ντ..., ένας ευχάριστος μισάνθρωπος, μου έλεγε σχετικά με την κακία των ανθρώπων: είναι που ο πρώτος κατακλυσμός ήταν ανώφελος, κι αυτό εμποδίζει το Θεό να στείλει ένα δεύτερο.» Όταν η ζυγαριά γείρει στην πλευρά του κακού, είναι δύσκολο να ισορροπήσει γρήγορα, και να λάμψει αμέσως το καλό. Γιατί αυτό είναι μετριοπαθές στη σύγκρουση και τη διαμάχη, και υπερβολικό μόνο στην καλωσύνη και την αρετή του. Η τελευταία προκαλεί την οργή και το δολοφονικό ένστικτο του κακού. 
            Το απόσπασμα 137 ταιριάζει σε λίγους, αλλά πολύ καλούς, μεγάλους καλούς της ιστορίας των ηθών. Μου έρχονται στο νου ο Σωκράτης και ο Χριστός. Είχαν και οι δυο τους πάθος για το καλό, και  το εξέφρασαν με τον ίδιο τρόπο. Με τη θυσία τους έκαναν την αρετή τους παράδειγμα στους αιώνες· έτσι δικαιώθηκαν και θα δικαιώνονται στη συνείδηση των ανθρώπων.  «Τον άνθρωπο εκείνον, γράφει ο Σαμφόρ, τον φοβήθηκαν για τα χαρίσματά του, τον μίσησαν για τις αρετές του, και το μόνο που τους καθησύχαζε ήταν ο χαρακτήρας του. Αλλά πόσος καιρός πέρασε πριν αποδοθεί δικαιοσύνη!» Σε κάθε περίπτωση, για όσους καθημερινά αντιστέκονται στη χυδαιότητα, «μια πράξη αρετής, μια θυσία των συμφερόντων μας ή του εαυτού μας, είναι η ανάγκη μιας ευγενικής ψυχής, η φιλοτιμία μιας γενναίας καρδιάς, και, κατά κάποιον τρόπο, ο εγωισμός ενός μεγάλου χαρακτήρα.» (147) «Η δόξα», ας πούμε, «βάζει συχνά έναν έντιμο άνθρωπο στις ίδιες δοκιμασίες με την τύχη· δηλαδή και η μια και η άλλη τον υποχρεώνουν, πριν τον αφήσουν να φτάσει ως αυτές, να κάνει ή να υπομείνει πράγματα ανάξια του χαρακτήρα του. Ο αποφασιστικά ενάρετος άνθρωπος, τότε, απωθεί εξίσου τη μια και την άλλη, και περιβάλλεται είτε από σκοτάδι είτε από δυστυχία, και μερικές φορές και από τα δυο.» (102) «Η αρετή», όπως καταλαβαίνουμε, «δεν είναι το υπέρτατο αγαθό. Είναι μάλλον ο τόπος του αγαθού παρά το ίδιο το αγαθό. Είναι περισσότερο βέβαιο πως η κακία προκαλεί δυστυχία, παρά πως η αρετή προσφέρει ευτυχία. Ο λόγος για τον οποίο προτιμάμε περισσότερο την αρετή, είναι ότι δεν υπάρχει απ’ αυτήν τίποτα πιο εχθρικό στην κακία.» (176)
            Στο απόσπασμα 74, ο Σαμφόρ κηρύσσει τη δική του πεποίθηση για την ανθρώπινη δύναμη, που εκφράζει, σ’ ένα βαθμό, και το πνεύμα του Διαφωτισμού της εποχής του: «Το πρώτο από τα δώρα της φύσης είναι εκείνη η δύναμη του λόγου, που σας υψώνει πάνω από τα ίδια σας τα πάθη και τις αδυναμίες σας, και που σας κάνει να κυβερνάτε τις δικές σας ικανότητες, τα χαρίσματα και τις αρετές σας.» Στη μοναξιά του ο άνθρωπος, τις ώρες που ζει με τον εαυτό του, που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, έχει ανάγκη από αρετή, από την επιβεβαίωση, δηλαδή, της αξίας και της αντοχής του: «ο άνθρωπος ζει συχνά με τον εαυτό του, και χρειάζεται αρετή· ζει μαζί με τους άλλους, και χρειάζεται τιμή.» (69) «Η αρετή ορισμένων ανθρώπων», εξάλλου, «λάμπει περισσότερο στην ιδιωτική τους ζωή, πράγμα που δεν θα έκανε σε ένα δημόσιο λειτούργημα. Το πλαίσιο θα την ασχήμαινε. ΄Οσο πιο ωραίο είναι ένα διαμάντι, τόσο πιο ελαφρύ πρέπει να είναι το δέσιμο. ΄Οσο πιο πλούσιο είναι το στεφάνι του δαχτυλιδιού, τόσο λιγότερο φαίνεται το διαμάντι.» (108) Στο απόσπασμα 215, ο Σαμφόρ προειδοποιεί, ακριβώς, για το πώς το πλήθος μπορεί να παρεξηγήσει την παρουσία της αρετής: «υπάρχει μια βαθιά αναισθησία στις αρετές, που εκπλήσσει και σκανδαλίζει πολύ περισσότερο από την κακία. Εκείνοι, που η δημόσια ευτέλεια ονομάζει μεγάλους άρχοντες, ή μεγάλους, οι άνθρωποι των αξιωμάτων δηλαδή, εμφανίζονται, για την πλειοψηφία, προικισμένοι με αυτή τη μισητή αναισθησία. Αυτό δεν θα μπορούσε να προέρχεται από την αόριστη ιδέα, που ελάχιστα επεξεργάστηκαν μέσα στο κεφάλι τους, πως οι άνθρωποι που είναι προικισμένοι με αυτές τις αρετές δεν είναι κατάλληλοι να γίνουν όργανα μιας μηχανορραφίας; Αδιαφορούν για τους ανθρώπους αυτούς και τους θεωρούν άχρηστους στους εαυτούς τους και στους άλλους, μέσα σε μια χώρα όπου, χωρίς τη μηχανορραφία, την υποκρισία και το δόλο, κανείς δεν πετυχαίνει τίποτε!»
            Οι υποκριτές και οι δόλιοι είναι ματαιόδοξοι, και, σύμφωνα με το απόσπασμα 112, «θα προχωρούσαμε πολύ στη μελέτη της ηθικής, αν μπορούσαμε να διακρίνουμε όλα τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την περηφάνεια και τη ματαιοδοξία. Η πρώτη είναι υψηλή, ήσυχη, ευγενική, ήρεμη, ακλόνητη. Η δεύτερη είναι ευτελής, αβέβαιη, άστατη, ανήσυχη και ασταθής. Η μια ψηλώνει τον άνθρωπο, η άλλη τον φουσκώνει. Η πρώτη είναι η πηγή χίλιων αρετών, η άλλη πηγή σχεδόν κάθε κακίας και ελαττώματος. Υπάρχει ένα είδος περηφάνειας που περικλείει όλες τις εντολές του Θεού, και ένα είδος ματαιοδοξίας που περιλαμβάνει τα επτά μεγάλα αμαρτήματα.»
Για τον Σαμφόρ η αίσθηση για την ανθρώπινη ομορφιά βρίσκεται στην εξής ευχή: «θα έπρεπε να μπορούμε να ενώσουμε τα αντίθετα: την αγάπη για την αρετή με την αδιαφορία για την κοινή γνώμη, την επιθυμία για τη δουλειά με την αδιαφορία για τη δόξα, και τη φροντίδα της υγείας με την αδιαφορία για τη ζωή.» (120)
                                                           Ι.Σ. Χριστοδούλου 


"ΑΛΗΘΕΙΑ", 17

Σαν έτοιμες
οι φράσεις της αλήθειας,

σα να περίμεναν από καιρό
να 'ρθεί στιγμή,

ο χρόνος της αλήθειας
να το φέρει

να βγουν
και στο χαρτί να περπατήσουν...
                          Ι.Σ. Χριστοδούλου

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 16

Από του μάταιου τη σκέψη
τη γεμάτη,

εκείνη, τελικά, 
που ξεχωρίζει,

αξίες κι απαξίες που ξεκρίνει,

μέσα στο φως 
θα γεννηθεί

της ομορφιάς της πρόσκαιρης
γαλήνη...
                         Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 15

Αιμορραγεί η ζωή που περνά,
απ' την πληγή που ανοίγει νωρίς,
στου παιδιού την ψυχή.

Αργά, συνήθως, μένει ανοιχτή,
κι ο άνθρωπος μοιάζει
να μη μεγαλώνει.

Πίσω καρφωμένος
στην παλιά του πληγή.

Στη λέξη που του είπαν,
στο "σ' αγαπώ" που δεν άκουσε...

Στο χέρι που σηκώθηκε
και πάνω του έπεσε.
                   Ι.Σ. Χριστοδούλου

Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 14

Η μάσκα της αλήθειας καταρρέει·

κι ύστερα άλλη
κι άλλη
κι άλλη...

Εδώ την είδα,
εκείνη ήταν...

Μάσκα η μια
μάσκα κι η άλλη...

Κι όλο η αλήθεια
είναι μια άλλη...
              Ι.Σ. Χριστοδούλου

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 13

Αν για το νόημα
αναρωτιέσαι της ζωής

πως άλλα μάτια
σκέψου

σαν τα δικά σου μάτια

ποτέ δεν κοίταξαν τον κόσμο,

τους ήχους του αυτιά
σαν τα δικά σου

ποτέ δεν άκουσαν...
                Ι.Σ. Χριστοδούλου

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Ο Feuerbach, ο άνθρωπος και η Φιλοσοφία


Θα πάμε δυο αιώνες πίσω, συγκεκριμένα το 1843, για να δούμε πώς ένας Γερμανός υλιστής φιλόσοφος, ο Ludwig Feuerbach, έβλεπε τη φιλοσοφία από εκείνο το ιστορικό σταυροδρόμι, από το δικό του λοφίσκο του χρόνου, στη μέση περίπου του 19ου αιώνα. Ο Feuerbach γεννήθηκε το 1804 και πέθανε το 1872. Στην ιστορία της σκέψης έμεινε γνωστός για το έργο του «Η ουσία του Χριστιανισμού», και για τα κείμενα που έγραψε για τη φιλοσοφία του Hegel.
Ο Feuerbach, λοιπόν, το 1843 εξέδωσε ένα κείμενο με τίτλο «Αρχές της φιλοσοφίας του μέλλοντος». Στο κείμενο αυτό αποτύπωσε την αίσθησή του για την παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο, και για το πώς μια καινούργια φιλοσοφία, ανακαινισμένη, μπορεί να υποστηρίξει αυτή του την εικόνα για τον άνθρωπο. Πιο συγκεκριμένα, για τον Feuerbach ο άνθρωπος δεν ξεχωρίζει από τα ζώα μόνο με τη σκέψη. Ολόκληρη η υπόστασή του τον διακρίνει από τα ζώα. Σίγουρα, κάποιος που δεν σκέφτεται δεν είναι άνθρωπος : όχι, όμως, επειδή αιτία είναι η σκέψη, αλλά μόνο επειδή είναι αναγκαία συνέπεια και ιδιότητα της ανθρώπινης ουσίας.
Ο άνθρωπος δεν είναι συγκεκριμένο ον, όπως τα ζώα, αλλά καθολικό· δεν είναι, λοιπόν, περιορισμένη και περιχαρακωμένη ύπαρξη, αλλά μάλλον απεριόριστη και ελεύθερη, γιατί η καθολικότητα, η απολυτότητα και η ελευθερία είναι αχώριστες.
Αυτή η ελευθερία δεν εντοπίζεται σε μια ιδιαίτερη ικανότητα, δηλαδή τη βούληση, και η καθολικότητα δεν εντοπίζεται σε μια ιδιαίτερη ικανότητα σκέψης, δηλαδή το λόγο, τη λογική· η ελευθερία και η καθολικότητα εκτείνονται πάνω από τη συνολική ύπαρξη του ανθρώπου. Οι αισθήσεις των ζώων είναι, πράγματι, πιο ευαίσθητες από εκείνες του ανθρώπου, αλλά μόνο σε σχέση με συγκεκριμένα αντικείμενα, που αναγκαστικά έχουν να κάνουν με τις ανάγκες του ζώου· και είναι πιο ευαίσθητες εξαιτίας ακριβώς αυτού του προσδιορισμού, αυτού του αποκλειστικού περιορισμού σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. 
Ο άνθρωπος δεν έχει την αίσθηση της όσφρησης ενός κυνηγετικού σκύλου ή μιας καρακάξας· κι αυτό επειδή η αίσθησή του της όσφρησης είναι αίσθηση που αντιλαμβάνεται κάθε είδος οσμής· είναι μια πιο ελεύθερη αίσθηση, η οποία, παρόλα αυτά, μένει αδιάφορη σε ιδιαίτερες οσμές. Αλλά, όπου μια αίσθηση ανυψώνεται πάνω από τα όρια του συγκεκριμένου και της υποταγής της σε ανάγκες, ανυψώνεται σε μια ανεξάρτητη και θεωρητική σημασία και αξία· καθολική αίσθηση είναι η κατανόηση· καθολικό αίσθημα ο νους.
           Ακόμα και οι κατώτερες αισθήσεις, η όσφρηση και η γεύση, ανυψώνονται, στην περίπτωση του ανθρώπου, σε διανοητικές και επιστημονικές πράξεις. Η όσφρηση και η γεύση πραγμάτων είναι αντικείμενα της φυσικής επιστήμης. Ακόμα και το στομάχι του ανθρώπου, το οποίο το βλέπουμε τόσο περιφρονητικά, δεν είναι ζώο αλλά άνθρωπος, επειδή είναι καθολικό ον, και δεν είναι περιορισμένο σε συγκεκριμένα είδη τροφής. Ακριβώς γι’ αυτό, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος από τη μανιώδη βουλιμία, με την οποία ένα ζώο ρίχνεται στο θύμα του. «Αφήστε στον άνθρωπο το κεφάλι του, αλλά δώστε του το στομάχι ενός λιονταριού ή ενός αλόγου, και σίγουρα θα πάψει να είναι άνθρωπος». Ένα περιορισμένο στομάχι συμβιβάζεται μόνο με μια περιορισμένη, δηλαδή ζωική αίσθηση. Η ηθική και λογική σχέση του ανθρώπου με το στομάχι συνίσταται, επομένως, στο να αντιμετωπίζει το στομάχι όχι ως ζώο, αλλά ως άνθρωπο. Όποιος, όταν εξετάζει τον άνθρωπο, καταλήγει με το στομάχι, τοποθετώντας το στην τάξη των ζώων, κατατάσσει επίσης τον άνθρωπο, σε ό,τι αφορά το φαγητό, ανάμεσα στα θηρία.
Ο Feuerbach πίστεψε ότι η φιλοσοφία του μέλλοντος θα κάνει τον άνθρωπο το μοναδικό, καθολικό και ύψιστο αντικείμενο της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφική ανθρωπολογία, μαζί με τη φυσιολογία, θα γίνει η καθολική επιστήμη.  Έβλεπε την Τέχνη, τη Θρησκεία, τη Φιλοσοφία και την Επιστήμη μόνο ως εκδηλώσεις ή αποκαλύψεις της αληθινής ανθρώπινης ουσίας. Ο άνθρωπος, ο ολοκληρωμένος και αληθινός άνθρωπος, είναι ο μόνος που διαθέτει μια αίσθηση αισθητική ή καλλιτεχνική, θρησκευτική ή ηθική, φιλοσοφική ή επιστημονική· γενικά, μόνο εκείνος που δεν αποκλείει από τον εαυτό του οτιδήποτε ουσιαστικά ανθρώπινο είναι άνθρωπος. «Άνθρωπος είμαι, τίποτε ανθρώπινο δεν θεωρώ πως μου είναι ξένο» – αυτή η πρόταση, αν την πάρουμε στην καθολικότερη και πιο υψηλή σημασία της, είναι η επωδός της καινούργιας φιλοσοφίας.
Όσο για το περίφημο πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, ο Γερμανός φιλόσοφος προσδοκά την ενότητα του νου και της καρδιάς. Ενότητα που θα συνίσταται όχι στην απάλειψη ή την αποσιώπηση της διαφοράς τους, αλλά μόνο στο ότι το ουσιαστικό αντικείμενο της καρδιάς θα γίνει επίσης το ουσιαστικό αντικείμενο του νου· θα συνίσταται δηλαδή, μόνο, στην ταυτότητα των αντικειμένων. Η νέα φιλοσοφία – η οποία κάνει το ουσιαστικό και ύψιστο αντικείμενο της καρδιάς και του ανθρώπου να είναι επίσης το ουσιαστικότερο και πιο υψηλό αντικείμενο του νου – θα εγκαθιδρύσει μια λογική ενότητα ανάμεσα στο νου και την καρδιά, ανάμεσα στη σκέψη και στη ζωή. Για τον Feuerbach, άλλωστε, η αλήθεια δεν υπάρχει στη σκέψη καθεαυτήν ή στη γνώση καθεαυτήν. Η σκέψη είναι μόνο η καθολικότητα της ανθρώπινης ζωής και της ανθρώπινης ουσίας.
Τεράστια σημασία, επίσης, έδινε στην κοινωνική υπόσταση του ανθρώπου. Θεωρούσε ότι ο μεμονωμένος άνθρωπος, καθεαυτόν, δεν κατέχει την ουσία του ανθρώπου, ούτε μόνος του ως ηθικό ον, ούτε μόνος του ως σκεπτόμενο ον. Η ουσία του ανθρώπου περιέχεται μόνο στην κοινότητα και την ενότητα του ανθρώπου με τον άνθρωπο· παρόλα αυτά, πρόκειται για ενότητα που στηρίζεται μόνο στην πραγματικότητα της διάκρισης ανάμεσα στο εγώ και στο μη-εγώ.
Η μοναξιά, για τον Feuerbach, είναι περιορισμός· η κοινότητα είναι ελευθερία και απειρότητα. Ο άνθρωπος καθεαυτόν είναι άνθρωπος (με τη συνηθισμένη έννοια)· ο άνθρωπος μαζί με τον άνθρωπο – η ενότητα του εγώ και του εσύ – είναι θεός. Από τη μοίρα αυτή δεν ξεφεύγουν ούτε οι φιλόσοφοι. Στο απόσπασμα 61 διαβάζουμε: «Ο απόλυτος φιλόσοφος είπε, ή τουλάχιστο σκέφτηκε, για τον εαυτό του – φυσικά ως στοχαστής και όχι ως άνθρωπος – Η αλήθεια είμαι εγώ, με έναν τρόπο που θύμιζε τη ρήση, Το κράτος είμαι εγώ του απόλυτου μονάρχη, και τη ρήση, Το ον είμαι εγώ του απόλυτου θεού. Ο ανθρώπινος φιλόσοφος, από την άλλη πλευρά, λέει: ακόμα και που σκέφτομαι και που υπάρχω ως φιλόσοφος, είμαι άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων.» Η πραγματική διαλεκτική δεν είναι μονόλογος ενός μοναχικού στοχαστή με τον εαυτό του· είναι διάλογος ανάμεσα σ’ εμένα κι εσένα.
Μ’ ένα παράδειγμα από τη θρησκεία, o Feuerbach τόνισε την αναγκαιότητα της συνύπαρξης των ανθρώπων. Η τριαδική θεότητα, λέει,  ήταν το ύψιστο μυστήριο και το κυρίαρχο στοιχείο της απόλυτης φιλοσοφίας και θρησκείας. Αλλά, όπως αποδείχτηκε ιστορικά και φιλοσοφικά, αναφορικά με την ουσία του χριστιανισμού, το μυστικό της Τριάδας είναι το μυστικό της κοινοτικής και κοινωνικής ζωής· είναι το μυστικό της αναγκαιότητας του «εσύ» για ένα «εγώ»· είναι η αλήθεια ότι κανένα ον – είτε είναι άνθρωπος, θεός, νους, ή εγώ – δεν είναι για τον εαυτό του, και μόνο, ένα αληθινό, τέλειο, και απόλυτο ον· ότι η αλήθεια και η τελειότητα είναι μόνο ο σύνδεσμος και η ενότητα όντων ίσων στην ουσία τους. Η ύψιστη και τελευταία αρχή της φιλοσοφίας είναι, επομένως, η ενότητα του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Όλες οι ουσιαστικές σχέσεις – οι αρχές διάφορων επιστημών – είναι μόνο διαφορετικά είδη και τρόποι αυτής της Ενότητας.
Η παλαιά φιλοσοφία, που πρέπει να ξεπεραστεί, σύμφωνα με τον Feuerbach, είχε δυο όψεις και δυο αλήθειες – την αλήθεια καθεαυτήν, η οποία δεν αφορούσε τον άνθρωπο, δηλαδή τη φιλοσοφία, και την αλήθεια για τον άνθρωπο, δηλαδή τη θρησκεία. Η καινούργια φιλοσοφία, όμως, ως φιλοσοφία του ανθρώπου, είναι επίσης, ουσιαστικά, φιλοσοφία για τον άνθρωπο· έχει μια ουσιαστικά πρακτική – και μάλιστα στην ύψιστη σημασία πρακτική – κατεύθυνση, χωρίς να καταστρέφει την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία της θεωρίας, και βρίσκεται, μάλιστα, σε πολύ στενή αρμονία μαζί της. Παίρνει τη θέση της θρησκείας, και έχει την ουσία της θρησκείας μέσα της. Στην πραγματικότητα, είναι η ίδια θρησκεία.
Μέχρι την εποχή του Feuerbach, οι προσπάθειες για φιλοσοφική μεταρρύθμιση διέφεραν περισσότερο ή λιγότερο από την παλιά φιλοσοφία μόνο στη μορφή, αλλά όχι στην ουσία. Η απαραίτητη συνθήκη μιας πραγματικά καινούργιας φιλοσοφίας, δηλαδή μιας ανεξάρτητης φιλοσοφίας, που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ανθρωπότητας και του μέλλοντος, είναι, παρόλα αυτά, ότι θα διαφοροποιηθεί στην ουσία της από την  παλιά φιλοσοφία.
            Τέτοιες ήταν οι σκέψεις του Feuerbach, τον προ-προηγούμενο αιώνα, για τη λειτουργία της φιλοσοφίας, για τη σημασία της στην αντίληψη που διαμορφώνει ο άνθρωπος για τον εαυτό του· αυτή ήταν η αγωνία του για το μέλλον της φιλοσοφίας. Σήμερα δε συνηθίζουμε να αντιμετωπίζουμε έτσι το στοχασμό, τη φιλοσοφία, τόσο θερμά. Ίσως όμως το οφείλουμε στον εαυτό μας, και αξίζει και στην ίδια...
                                                                                  Ι.Σ. Χριστοδούλου
                                                                                      

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 12

Τότε που νόμιζα
πως ήξερα,

εγώ δεν έφταιγα.

Ο χρόνος πάντα
των σφαλμάτων

είναι το μέλλον...
          Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 11

Προτάσεις για ευτυχία;
Πολλές φυσικά.

Όλες απ' ΕΞΩ,
βροχή...

Γυναίκες για τους άνδρες,
άνδρες για τις γυναίκες...

Αφθονία.

Αγαθά για όλους, επίσης,
υλικά εννοείται...

Η πόρτα κλείνει -
σιγά σιγά.

Κανείς δεν την ακούει,
που τρίζει.

Ακόμα ένας θόρυβος,
στους τόσους.

Τον κρότο μόνο
ποιος αντέχει,

η πόρτα όταν κλείνει
του μέσα μας κόσμου,

κι απ' ΕΞΩ μας κλείνει...
                 Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 10

Το βλέμμα του Χριστού
σαν έφευγε,

το βλέμμα που 'ριξε,
στον κόσμο,

σημάδι...

Αν σ' άρρωστο το δεις,
σε πονεμένο,

καλά στοχάσου:
θεός κοιτάζει,

κι ο κόσμος όλος
δικός του μοιάζει...
             Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 9

Σώζουν τον κόσμο
πρόσκαιρες
κάποιες αισθήσεις.

Ας πούμε το καλό, 
η ομορφιά,
η αγάπη,
η χαρά.

Σε τέσσερις λέξεις,
η ιστορία του ανθρώπου.

Κι αν πεις για την κακία,
την ασχήμια,
το μίσος
και τη θλίψη -

ίσκιοι βαρείς,
που σβήνουν,
αν δεν σ' αρέσει να τους βλέπεις...
                           Ι.Σ. Χριστοδούλου

Ο φιλόσοφος Καβάφης

O Καβάφης ήταν και φιλόσοφος. Θα δικαιολογήσω την άποψή μου για τον ποιητή με λόγια που θα πάρω από τον Πλάτωνα, εκείνον που, στην αρχή του αγώνα του με το στοχασμό, έγραψε ποίηση, και όλοι πίστεψαν ότι θα γινόταν από τους καλύτερους στην τέχνη των στίχων.
Στο διάλογο «Φαίδρος», κείμενο της ωριμότητας του Πλάτωνα, ο φιλόσοφος, στο τέλος του διαλόγου, παραγγέλνει σε όσους ασχολούνται με το λόγο, και ιδιαίτερα στους ποιητές, πως, αν γνωρίζουν την αλήθεια, και μπορούν οι ίδιοι να βοηθήσουν στον έλεγχο όσων έγραψαν, και, ίσως, με τα λόγια τους να αποδείξουν κατώτερα όσα έγραψαν, φτωχότερα και λειψά, τότε τους ταιριάζει το όνομα των φιλοσόφων.
Ο Καβάφης, με το ύφος του ήδη, με τη λεπτή ειρωνεία και την προσποίηση στην έκφραση, μοιάζει να παίρνει απόσταση από θέμα και ποιητή, από τον εαυτό του δηλαδή, και μόνη του έγνοια να είναι το κέντρισμα, η συζήτηση που μπορεί να προκαλέσει ο λόγος του. Αυτό  δεν σημαίνει πως περιφρονεί τον ποιητικό οίστρο, κάθε άλλο. Στο «Πρώτο σκαλί», ποίημα του 1899, ώριμος ήδη ποιητής, στα 36 του χρόνια, με πλήρη τη συνείδηση του αγώνα του με τις ιδέες και τη λέξη, στοχάζεται με δέος την ευθύνη, που πρώτος «καταλόγισε» στους συγγραφείς ο Πλάτων:
          Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
          μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
          «Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
          κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
          Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
          Αλλοίμονον, ειν’ υψηλή τό βλέπω,
          πολύ υψηλή τής Ποιήσεως η σκάλα·
          κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
          ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».
          Ειπ’ ο Θεόκριτος· «Αυτά τα λόγια
          ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
          Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
          νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
          Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
          τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
          Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
          πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
          Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
          πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
          πολίτης εις τών ιδεών την πόλι.
          Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
          και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
          Στην αγορά της βρίσκει Νομοθέτας
          που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
          Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
          τόσο που έκαμες μεγάλη δόξα».
 Έχουν οι ιδέες το δικό τους χρόνο για να ωριμάσουν. Κι ο χρόνος αυτός κυλάει αργά. Δεν ξέρεις μάλιστα αν είναι συνεχής, ή αν κόβεται σε διαστήματα, αν διακόπτεται, για να πάρει ο νους ανάσα, και μετά να συνεχίσει. Εκείνο που ενδιαφέρει, είναι να είναι άρτιο το έργο. Όσο μικρό κι αν είναι, και δυσανάλογο με το χρόνο που χρειάστηκε για να γίνει, μπορεί να ζήσει περισσότερο από άλλα έργα, μεγάλα και φτωχά σε ψυχή. Το στοίχημα του ποιητή, του δημιουργού, είναι να ξεχωρίσει από το πλήθος, τους άλλους δηλαδή, τους μη ποιητές, αλλά κι από τους ομότεχνους ποιητές, να μη θυμίζει κάποιον από κείνους. Στην πόλη, αν τον δεχτούν, των ιδεών, που έξω είναι από χρόνο κι από χώρο, θα πει ότι αδέκαστος ο Νομοθέτης του λόγου άκουσε από κείνον το καινούργιο, το ανείπωτο. 
Στην ποίηση του Καβάφη έρχονται και ξανάρχονται ιδέες, φιλοσοφικές αγωνίες, που τον καταξίωσαν στο πάνθεο των αξιομνημόνευτων, των επιβλητικών στοχαστών, που πείθουν αμέσως για την αλήθεια τους. Η έννοια της αρετής, για παράδειγμα, που αγάπησαν ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, μα και οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, ζει μέσα στο ποίημα που δανείζεται, για τίτλο, ένα στίχο του Δάντη: «εκείνος που πρόβαλε... τη μεγάλη άρνηση» ή αλλιώς «κείνος που είπε το μεγάλο όχι»:

          Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
          που πρέπει το μεγάλο Ναι  ή το μεγάλο το Όχι
          να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
          έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

          πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
          Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
          όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τόν καταβάλλει
          εκείνο τ’ όχι – το σωστό – εις όλην την ζωή του.

Προνόμιο του ποιητή είναι πως δεν αγωνίζεται να πείσει, όπως ο φιλόσοφος, με λόγο αποδεικτικό, βάζοντας σε τάξη νοήματα και λέξεις. Λέει τα ίδια πράγματα με έκφραση ελεύθερη, διανθισμένη με εικόνες, ποτισμένη με συγκίνηση και αμεσότητα. Σε οχτώ προτάσεις μέσα, σε οχτώ συνηθισμένους στίχους, απεικονίζει ο Καβάφης έναν κόσμο ολόκληρο, και, το σημαντικότερο, ζωγραφίζει δυο ψυχές, τις παρακολουθεί να αναδεύονται, ν’ αλλάζουν χρώματα. Το Ναι και το Όχι του ποιήματος, χαράζουν την απόσταση ανάμεσα στο συμβιβασμό και την αρετή, ανάμεσα στην προδοσία και τον ηρωισμό, ανάμεσα στο πλήθος και τον Ένα. Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι, το κέρδος – δήθεν - και ο χαμός – υποτίθεται· κι ο αναγνώστης μόνος του ν’ αναρωτιέται, σε ποιανού το στρατόπεδο να βρίσκονται· όπως κάνουμε στη ζωή μας, άλλωστε, μερικοί που ρωτιούμαστε, μια μέρα, σε ποιανού το πλάι θα βαδίσουμε, με ποιανού το μέρος θα πάμε· της ελευθερίας, μήπως; της δειλίας, άραγε;
Με τις δυο αυτές, αντίρροπες δυνάμεις, ο Καβάφης αναμετρήθηκε μετωπικά στα «Τείχη» του, ήδη, ένα ποίημα του 1896:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,
μεγάλα κ’υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Ά όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μήν προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Έτσι ανεπαίσθητα τον καθένα από εμάς, πόσες φορές δεν θέλησαν τόσοι και τόσοι, δικοί και ξένοι, να μας πείσουν, βεβαίως χωρίς να το σκεφτούν, να λυπηθούν και να ντραπούν, πως το σεργιάνι μας στον κόσμο είναι μικρό, πολύ μικρό, όσο για να γνωρίσουμε από κοντά τα τείχη, που όρισαν και έχτισαν, έτσι στην τύχη, για μας, δικοί και ξένοι. Κι αλίμονο σ’ εκείνον, βέβαια, που δεν του ’μεινε χρόνος για να βγει, να σπάσει τα τείχη. Τα «Κεριά», ποίημα του 1899, φωνάζουν για τη μεγάλη ώρα, που σήμανε στο χθες, κραυγάζουν για το χρόνο, που συμμαχεί με τα τείχη:  
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τά βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Η φιλοσοφική θλίψη του Αλεξανδρινού ποιητή, δεν πρέπει να μας γελάσει, και να σκεφτούμε ότι ο Καβάφης ήταν πεσσιμιστής, ότι το μήνυμά του για τη ζωή ήταν αρνητικό, απαισιόδοξο. Φιλόσοφοι και ποιητές, όσο κι αν θλίβονται με το εφήμερο, κρατούν τη δημιουργία και συνεχίζουν. Ελάχιστη αξίωσή τους, η προστασία της ζωής από τη χυδαιότητα, η περίθαλψη της αξιοπρέπειας και της ανθρωπιάς. Στο «Όσο μπορείς», ποίημα του 1913, ο Καβάφης προτρέπει:

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως τήν θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μήν την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μήν την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στών σχέσεων και τών συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Δυο είναι, για τον Καβάφη, τα αντίδοτα για την ανία της ζωής και το βραχνά του θανάτου, ή μάλλον ένα με δυο πρόσωπα: ο σκοπός, η Ιθάκη, και το έργο, η δημιουργία. Χάρη στο σκοπό υπάρχει το έργο, που γίνεται ταξίδι, στη θάλασσα του χρόνου:

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σέ δώσει πια.

Στον πηγαιμό για την Ιθάκη, ο ποιητής εύχεται το δρόμο μακρύ, γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις. Στους «Νέους της Σιδώνος (400 μ.Χ.)», ποίημα του 1920, με τρεις στίχους, διαθήκη πνευματική, ο Καβάφης έδωσε το στίγμα του, από την πόλη που βρισκόταν των ποιητών, όπου τελούσε, ήδη, επίτιμος προσκεκλημένος:

«Δόσε – κηρύττω – στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου,
μές στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.»
                                                             Ι.Σ. Χριστοδούλου