Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Οι αρχαίοι, η Φιλοσοφία και εμείς...


Διεθνώς οι φιλοσοφικές σπουδές ξεκινούν με τη μελέτη της φιλοσοφίας στα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων. Σ’ εκείνους, πρώτα, βλέπουμε τον άνθρωπο να σηκώνει το ανάστημά του στο σύμπαν, να παίρνει την απόφαση να αντικρίσει την υπόστασή του κατάματα, να νιώσει βαθιά στο νου του χαραγμένα τ’ αποτυπώματα του κόσμου, όσο οδυνηρή κι αν είναι η αναμέτρηση με την αλήθεια του, αφού του δείχνει, όσο προχωρεί, το δρόμο προς την έξοδο. Εκεί συναντούμε την ορμή της σκέψης να δαμάσει το λόγο, και, στην αιώρα των στιγμών της, να αδράξει και να παγιδεύσει με νόημα και λέξεις το φανέρωμα, το όραμα, το ακρόαμα, τα γεννήματα των αισθήσεων, από το σμίξιμό τους με το έξω, με το άλλο του ανθρώπου. 
Στους Έλληνες, λοιπόν, στα πρώτα - πρώτα της ψελλίσματα, στους επτά σοφούς, δηλαδή, και τους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, η φιλοσοφία ήταν ολιγόλογη, μετρημένη στις εκφράσεις της, και προσεκτική στα νοήματά της. Οι επτά σοφοί, οι φιλοσόφως λακωνίζοντες,  όπως αναφέρει ο Πλάτων στο διάλογο Πρωταγόρας (343Α), μας άφησαν φράσεις των δύο, τριών και λίγο περισσότερων λέξεων, που ψιθυρίζουμε σήμερα ακόμη, καθώς επιβίωσαν στο στοχασμό των ανθρώπων, χρήσιμοι και χρηστικοί αφορισμοί για τόσες και τόσες περιστάσεις του βίου: μέτρον άριστον (Κλεόβουλος), μηδέν άγαν (Σόλων), γνώθι σαυτόν (Χίλων).
Οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, από την άλλη πλευρά, ξέφυγαν από τη στενή ανασκόπηση του βίου, και είδαν τον εαυτό τους ως απόσπασμα του όλου. Προσπάθησαν να ερμηνεύσουν συνολικά, περιεκτικά, διαμιάς δηλαδή, τον τρόπο που αναπτύσσεται ο κόσμος. Είδαν σε διάφορα στοιχεία την ορμή και την κινητικότητα που χαρακτηρίζει την κοσμική ροή, και θέλησαν από αυτά να ξεκινά το σύμπαν, από αυτά να ξεδιπλώνεται, βήμα – βήμα, στην απειρότητα των μορφών του. Στα  Μετά τα Φυσικά του(983b 6), ο Αριστοτέλης γράφει: «Από κείνους που φιλοσόφησαν πρώτοι, οι περισσότεροι πίστεψαν πως τα υλικά στοιχεία, και μόνο, είναι οι πρωταρχικές αιτίες όλων των πραγμάτων. Αφού, εκείνο απ’ το οποίο προέρχονται όλα τα όντα, κι απ’ το οποίο πηγάζουν στην αρχή, και στο οποίο τελικά καταλήγουν όταν φθείρονται, εκείνο που η ουσία του μένει σταθερή, και μεταβάλλονται οι ιδιότητές του μόνο, αυτό λένε πως είναι το στοιχείο, και τούτη η αρχή των όντων, και γι’ αυτό πιστεύουν πως μήτε απ’ το μηδέν γίνεται τίποτα, μήτε, στο τέλος, αφανίζεται τελείως...». Ο Θαλής είδε το πολύτιμο στοιχείο στο νερό, ο Ηράκλειτος στη φωτιά, ο Αναξιμένης στον αέρα, ο Ξενοφάνης στο χώμα και το νερό μαζί, ο Αναξίμανδρος στο άπειρο. 

Τα χρόνια όμως προχώρησαν, και ο ανθρώπινος νους «κουράστηκε» να γυρεύει τάξη στα κοσμικά φαινόμενα και, μαζί, το ένα και μοναδικό πρωταρχικό στοιχείο της ζωής. Έτσι,  οι  πρώτοι  σοφιστές,  οι  φιλόσοφοι  του πολιτισμού, κατέφθασαν από την περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, και βάλθηκαν να ερευνούν τον άνθρωπο ως άτομο και ως συμπλήρωμα μιας κοινωνίας. Μίλησαν για τη γλώσσα και τη θρησκεία, την τέχνη και την ποίηση, την ηθική και την πολιτική.
Κάτι έλειπε όμως, και το κενό προσπάθησε να συμπληρώσει ο Σωκράτης. Πρότυπο καθώς ήταν ολιγάρκειας, ηθικής συνέπειας, δικαιοσύνης και ευσέβειας,  άδολης φιλανθρωπίας, συντροφικότητας, λεπτότητας και ευφυίας, ψυχικής γαλήνης, ακούραστου αυτοελέγχου και ακαταπόνητης ερευνητικότητας, ο Σωκράτης προσπάθησε, με την παρουσία και το λόγο του, να φέρει τους ανθρώπους σε αντιπαράσταση με τον εαυτό τους, να τους κάνει ειλικρινέστερους και αποτελεσματικότερους στη σκέψη, καλύτερους στη συναναστροφή και στην πολιτική τους ζωή, περισσότερο ριζωμένους στην ανθρωπιά τους.
Στα χνάρια του Σωκράτη, όπως είναι γνωστό, βάδισε ο Πλάτων. Όπως ο δάσκαλος, έτσι και ο μαθητής, δε δίνει λύσεις στα φιλοσοφικά αινίγματα· νοιάζεται για τη γέννηση και την πλοκή των γρίφων της φιλοσοφίας. Γι’ αυτό σχεδόν ποτέ δεν εμφανίζεται στους διαλόγους του, και δε μιλάει για λογαριασμό του. Είναι ο αόρατος σκηνοθέτης και κομιστής του λόγου, που τον εκφέρουν ξένα χείλη, τα πρόσωπα των συζητήσεων που θυμάται ή κατασκευάζει.
 Άλλη τελείως τροπή, παίρνει η φιλοσοφία με τον Αριστοτέλη, μαθητή του Πλάτωνα. Σ’ αυτόν η σκέψη προχωρεί στιβαρά, με τη σιγουριά του επιστήμονα που ακολουθεί αρχές - οδηγούς, σε όλα τα πεδία που τον ώθησε η έρευνα, στην ηθική, στην πολιτική, αλλά και στη λογική και στη φυσική.
Στις μέρες μας, ίσως τα αρχαία κείμενα αποδειχθούν καταλυτικά για τη στοχαστική επαναφορά του ανθρώπου στον εαυτό του. Μια καλή τους ανάγνωση, προϋποθέτει απόσταση από το μηχανικό τρόπο της ζωής, και απαλλαγή από τη συνείδηση που – συγκατανεύοντας – τον συνοδεύει. Σαν άσκηση επί χάρτου, η στοχαστική στροφή σε μια αρχαϊκή μορφή αντίληψης και εξιχνίασης της πραγματικότητας, προώρισται να φέρει τη γνώση σε άμεση επαφή με την ανθρώπινη ύλη. Τα αρχαία ελληνικά και τα ελληνιστικά κείμενα αντανακλούν σκέψεις ανθρώπων που, η ατομική τους υπόσταση και η ευρύτερη φυσική ύπαρξη, η προσωπική τους, πάντα πολιτική, πράξη, αλλά και οι – γι’ αυτούς – μοιραίες κινήσεις της φύσης, ήταν το αυτονόητο αλλά και μοναδικό αντικείμενο της αντίληψης και των συλλογισμών τους. Γι’ αυτό, τούτα τα κείμενα, αντικείμενα διερώτησης και πραγματολογικής έρευνας τα ίδια, αντι – παρατίθενται διαλεκτικά στο σύγχρονο κόσμο, αμφισβητούν το δεδομένο της ανάπτυξής του και τον καθιστούν πηγή αποριών και ερωτημάτων.
Τη φιλοσοφική συνείδηση, πρέπει να πούμε, δεν ικανοποιεί τίποτε λιγότερο από μια προσωπική απάντηση. Τέτοια απάντηση είναι και η δική μας: προσωπική. Απάντηση στον καιρό· στα κείμενα· εκ των προτέρων απάντηση στο χρόνο, σ’ αυτόν που, άδηλο πότε, θα μας θέσει το τελευταίο ερώτημα: ένα ερώτημα, που μόνο προκαταβολικά μπορείς να απαντήσεις...

                                                                          Ι.Σ. Χριστοδούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου