Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

Ηράκλειτος


Ηράκλειτος, από την Έφεσο, είναι Προσωκρατικός φιλόσοφος, που σημάδεψε τη σκέψη των συγκαιρινών του, επηρέασε βαθιά και προκάλεσε αντιδράσεις στην αρχαία εποχή, και παρέμεινε ως σήμερα ορόσημο στο φιλοσοφικό στοχασμό. Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε πιθανόν το 544, και πέθανε μάλλον το 484 π.Χ..
Οι αρχαίοι βιογράφοι και ιστορικοί της φιλοσοφίας δέχονταν ότι όλοι οι Προσωκρατικοί έγραψαν ένα ή περισσότερα βιβλία. Οπωσδήποτε υπέθεταν ότι ο Ηράκλειτος έγραψε ένα σύγγραμμα, και ο Διογένης μας λέει ότι ο τίτλος του ήταν Περί Φύσεως. Σήμερα υπάρχουν διχογνωμίες για το θέμα του βιβλίου. Πάντως ό,τι σώθηκε από τον Ηράκλειτο είναι 126 αποσπάσματα, που θυμίζουν αποφθέγματα, αν εξαιρέσουμε το πρώτο, που μοιάζει με αρχή βιβλίου.
Ο λόγος του Ηράκλειτου, παρόλο που μας σώθηκε σύντομος και αποσπασματικός, επιβάλλει τη φιλοσοφικότητά του, επειδή εκπληρώνει δυο, τουλάχιστον, βασικές προϋποθέσεις: την έφεση της τελεσίδικης γνώσης και τη μοναδικότητα της ανάπτυξής του. Ο ίδιος δήλωσε: «ου δει (ως) παίδας τοκεώνων»(74), (δεν πρέπει να φερόμαστε σαν παιδιά των γονιών μας) και αποποιήθηκε, απαρνήθηκε δηλαδή, κάθε κληρονομημένη γνώση ξένης εμπειρίας, κάθε εύκολο δάνειο από την παρακαταθήκη της κατακτημένης σοφίας. Ένιωσε, μάλλον, πως οι κατακτήσεις δεν δανείζονται.
Με αφοπλιστική και δυσεύρετη περιεκτικότητα στο στοχασμό, και στιβαρή, ανυποχώρητη έκφραση, ο Ηράκλειτος διαβεβαίωνε ότι το ήθος, η συνισταμένη δηλαδή της σκέψης, των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς, είναι για τον άνθρωπο «δαίμων» (119)· ένα καταλυτικό ρεύμα, που παρασύρει και κατευθύνει απαρέγκλιτα, μοναδικά, τις ιδιαίτερες ανθρώπινες υποστάσεις στη διαδρομή τους στη ζωή. Υπονοείται μάλιστα, όπως φαίνεται, ένας δαίμων προστάτης, που κληρώνεται ή όχι στον άνθρωπο, που, άπαξ και κληρωθεί με τη γέννα, με την πρώτη σύσταση δηλαδή, συνοδεύει και προστατεύει μυστικά, αφανώς το ταίρι του, σε ό,τι λέει και πράττει.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μπορούμε στις δαιδαλώδεις, και κάποτε, φαινομενικά τουλάχιστον, αντιφατικές αποφάνσεις του Ηράκλειτου, να συλλάβουμε ένα ενιαίο, κρυφό «ηθικό» υπόστρωμα, ένα συνεκτικό ηθικό ανάστημα, ένα προσωποπαγές ήθος;
Ο Ηράκλειτος οδηγείται, φαίνεται, από κάποια αισθητική του βίου, η οποία τροφοδοτεί συγκεκριμένες αξιώσεις. Κιόλας, βεβαίως, από μόνη την αναφορά σε μια αισθητική αρχή, μπορούμε να αναρωτηθούμε για την κλίση που έπαιρνε η αξιολόγηση του βίου στον Ηράκλειτο. Εδώ ομολογώ την υπόνοια, που βαθμηδόν γίνεται βεβαιότητα, ότι ήταν προσηλωμένος σε μια δυναμική εκδοχή της ζωής, που την τροφοδοτούσε μια αισιόδοξη προοπτική για την καλυτέρευση του ανθρώπινου προσώπου. Πιο συγκεκριμένα, στην προοπτική αναβιβασμού του ήθους, ενδυνάμωσης της (επι)θετικής στάσης του ανθρώπου, προωθητικός μοχλός γίνεται η γνώση, η οποία διασφαλίζει την αξιοπρέπεια, και υπηρετεί την αγωνιστική παρουσία του ανθρώπου στον κόσμο. Παρόλες τις επιφυλάξεις που διατυπώνει ο Ηράκλειτος, σχετικά με το επισφαλές της γνωστικής ανάπτυξης, την ολισθηρότητα της έπαρσης για τις προσωπικές απόψεις, θεωρεί τη γνωστική προφάνεια κατοχυρωμένη, και για τούτο έχουμε την ομολογία του, στο πρώτο απόσπασμα: «...οκοίων εγώ διηγεύμαι κατά φύσιν διαιρέων έκαστον και φράζων όκως έχει» (λόγια και έργα τέτοια, που αναφέρω εγώ, διαιρώντας καθένα σύμφωνα με τη φύση του, και λέγοντας πώς ακριβώς έχει).
Η ορθή σκέψη, μάλιστα, η σωφροσύνη δηλαδή, ο στοχασμός που βρίσκει  στόχο στα πράγματα, και τα ακολουθεί πιστά στη διάταξη και την τροπή τους, αξιολογείται ως η «μεγίστη αρετή»(112). Η γνωστική ευστοχία συμπορεύεται με την ηθική αποτελεσματικότητα, με το ενισχυμένο αυτοσυναίσθημα, με τη δυναμική ευδοκίμηση της πράξης. Η λυτρωτική απόληξη της γνωστικής προσπάθειας, η σοφία, αναδύεται ως υπόσχεση αλήθειας, και ζυγίζεται με την τόλμη, με την οποία το γνωστικό υποκείμενο «λέγει τα αληθή», και, ως υποκείμενο της πράξης, ενεργεί σύμφωνα με τη φύση (112).   
Βεβαίως, η φύση «κρύπτεσθαι φιλεί»(123), δεν προδίδεται εύκολα, δεν αποκαλύπτει δωρεάν την κρυφή της αρμονία (54), τους αρμούς της πραγματικότητάς της. Όπως ο «άναξ», ο βασιλιάς του μαντείου των Δελφών, ο Απόλλων, «ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει»(93). Η πρόσβαση στην αλήθεια της φύσης είναι δυσχερής, δυσεύρετη, όσο είναι δυσδιάκριτο το μονοπάτι που οδηγεί στο βυθό της ψυχής: «ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν»(45) (της ψυχής τα πέρατα δε θα τα βρεις, όποιο δρόμο και να πάρεις). Παρόλα αυτά, ο φιλόσοφος ψάχνει στον εαυτό του: «εδιζησάμην εμεωυτόν»(101), και, σα να γυρεύει χρυσάφι, σκάβει πολύ για λίγο θησαυρό: «...γην πολλήν ορύσσουσι και ευρίσκουσιν ολίγον»(22). Έτσι αρχίζει και  προχωρεί η φιλοσοφική αποδημία, που είναι ταυτόχρονα νόστος, πίσω στην πρώτη σύσταση, και εξαντλείται στο ταξίδι της αναζήτησης, της αδιάκοπης έρευνας, που δικαιώνεται, ακριβώς, στην περιπέτεια που κρατά μια ζωή. Η εναλλακτική προοπτική αντικατοπτρίζει τον εκφυλισμό και τον αφανισμό: «Και ο κυκεών διίσταται [μή] κινούμενος» (125).
 Με τούτη τη σκληρή προϋπόθεση, ο Ηράκλειτος, προκλητικός στη γενναιοδωρία του, είναι έτοιμος να κατακυρώσει, να δώσει μερίδιο από τη σωφροσύνη σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, στο βαθμό που προτίθενται να δοκιμαστούν στην κονίστρα της βυθομέτρησης της ψυχής και της φύσης: «ανθρώποισι πάσι μέτεστι γινώσκειν εωυτούς και σωφρονείν» (116). Κι αυτό γιατί σκέψη διαθέτουν όλοι:  «ξυνόν εστι πάσι το φρονέειν» (113).
Το δίχως άλλο, η αμάθεια μειονεκτεί, και, ήδη, ο συνετός τουλάχιστον την κρύβει (95). Οι φιλόσοφοι πρέπει να γνωρίζουν πολλά (35), και κυρίως όσα μπορεί κανείς να δει, να ακούσει και να μάθει (55). Αυτά προτιμά ο Ηράκλειτος, τη γνώση που μπορεί να κατακτήσει μόνος. Οι αισθήσεις πριμοδοτούνται, καταξιώνονται  και γίνονται προθάλαμος, πρόναος στο ιερό της αλήθειας. Κάποιο προβάδισμα, μάλιστα, που δίνει στην όραση, σε σχέση με την ακοή, τονίζει την προτεραιότητα που, με προϋποθέσεις αναντίρρητα, δίνει στην εμπειρία (101α).
Πράγματι, όμως, η διασφάλιση της εμπειρίας δεν αρκεί. Βάρβαρες, ανεπεξέργαστες ψυχές την τορπιλίζουν και τη συκοφαντούν, δηλητηριάζουν βλέμμα και άκουσμα (107). Η πολυμάθεια, εξάλλου, δε συνοδεύεται αναγκαστικά από ισόποση σύνεση (40). Δεν έχει, απαραίτητα, το ανάλογό της σε περίσκεψη και ορθοφροσύνη. Δεν εξασφαλίζει δηλαδή τη φιλοσοφικότητα και τη συνολική σύλληψη της πραγματικότητας(57). Άλλωστε, εκτός αυτού, οι άνθρωποι «εξηπάτηνται προς την γνώσιν των φανερών»(56) (οι άνθρωποι πέφτουν έξω στη γνώση των πραγμάτων που’ ναι φανερά). Νομίζουν πως καταλαβαίνουν αυτό που βλέπουν, ενώ βλέπουν μόνο αυτό που καταλαβαίνουν. Γι’ αυτό στέκει επιφυλακτικός απέναντι στην περιγραφική – επιφανειακή πολυμάθεια της ποίησης (φέρνει τα παραδείγματα του Όμηρου [42,56,104], του Αρχίλοχου [42], του Ησίοδου [40,57]) ή τη «στείρα» πολυγνωσία της φιλοσοφίας (εκείνη του Πυθαγόρα, του Ξενοφάνη, του Εκαταίου [40]).
Ο Ηράκλειτος, όμως, δεν αρκείται στη διαπίστωση του ασύμβατου, του ατελέσφορου, στη γνωστική σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Η αλήθεια περιβάλλεται την αίγλη και την ισχύ του ιερού, ενώ το ψεύδος και η γνωστική ανακρίβεια είναι ανοσιουργήματα, για τα οποία εκδίδει την καταδίκη και προφητεύει την τιμωρία τους: «και μέντοι και Δίκη καταλήψεται ψευδών τέκτονας και μάρτυρας»(28, βλ. επίσης απόσπ.66) (η Δικαιοσύνη, πάντως, θα συλλάβει τους αρχιτέκτονες της ψευτιάς και τους ψευδομάρτυρες). Το αξιολογικό πρόταγμα της γνώσης, και η συνακόλουθη αναγωγή της σε ρυθμιστή του ήθους, ενισχύεται με την προβολή και την επιβράβευση εκείνου που γνωρίζει και διαφυλάσσει όσες γνώσεις αποκαλύπτουν τη ζωτική τους σημασία: «Δοκέοντα ο δοκιμώτατος γινώσκει, φυλάσσει·»(28) (τα δοκιμασμένα, ο πολύ άξιος άνθρωπος τα γνωρίζει και τα φυλάει).
Απόδειξη πως ο φιλόσοφος ξέρει, είναι να καταφάσκει στο παιχνίδι, που υπονομεύει τη ζωή του, και απειλεί ακατάσχετα μορφή και ουσία του κόσμου. Όταν παίρνει απόφαση πως το σύμπαν μετεωρίζεται ανάμεσα στο είναι και στο μηδέν, πως το ρευστό της κατάστασης του φαίνεσθαι προειδοποιεί για το επισφαλές της υπόστασης του είναι, ανοίγει ο ορίζοντας της επιμέρους ανακάλυψης, της επιμέρους γνώσης, που εξαντλείται μαζί με την υπόσταση του φιλοσόφου, και κρατάει όσο αυτή.                                                               
Στο φως μιας ξάγρυπνης φιλοσοφικής πρόθεσης, ενός άγρυπνου ερευνητικού βλέμματος, ερμηνεύονται αρκετά από τα πιο γνωστά αποσπάσματα του φιλοσόφου από την Έφεσο. Για παράδειγμα το απόσπασμα 6: Κάθε μέρα ο ήλιος είναι καινούργιος, το απόσπασμα 49α: Στα ίδια ποτάμια μπαίνουμε και δεν μπαίνουμε, είμαστε και δεν είμαστε, και το απόσπασμα 91: Δεν μπορείς στο ίδιο ποτάμι να μπεις δυο φορές. Ο τρόπος που ο Ηράκλειτος οχυρώνει τη γνωστικότητα, και καθιστά την αλλοίωση διαρκώς αναμενόμενη, επιτρέπει τη διάγνωση της διαφοράς μέσα στο ίδιο. Αυτό είναι φιλοσοφικό επίτευγμα ολκής, που υπηρετεί την επιστημονικότητα της φιλοσοφίας, κατοχυρώνει τη θέση της στην έρευνα του πραγματικού, και της επιφυλάσσει προνομιακή αποστολή στην αναζήτηση της αλήθειας.
Η γνώση ρίχνει αχτίδες ζωής στα σκιερά μονοπάτια του θανάτου, στα οποία βαδίζουμε όταν δεν κοιμόμαστε (21). Ξύπνιος ο άνθρωπος μοιάζει με κοιμισμένο(26), όταν ξεχνά αυτά που κάνει (1). Το τίμημα είναι η  λήθη του κοινού τόπου, που συνέχει τις διαδρομές των όντων(30), η ασυνείδητη ψευδαίσθηση της ιδιωτικότητας (αποσπάσματα 2 και 89), της ανεξαρτησίας από την κοινή μοίρα, που απολήγει σε στοχαστικό και ηθικό αυτισμό, σε αποσυρμένο ύπνο και στην απομάκρυνση από την αλήθεια (89)· γι’ αυτό, δεν πρέπει να ενεργούμε και να μιλούμε σα να είμαστε κοιμισμένοι: «ου δει ώσπερ καθεύδοντας ποιείν και λέγειν»(73).
Η σοφία αντικατοπτρίζεται στην εξής ομολογία: «...εν πάντα είναι»(50) [όλα είναι ένα]. Ο Ηράκλειτος συνόψισε την πολλαπλότητα των εκφράσεων του όντος, την αντιφατικότητα και το συγκρουσιακό των μορφών του, και είδε στα πάντα την ενότητα, το αδιαίρετο και αδιάσπαστο της συνέχειας, που επιβάλλει η μοναδικότητα. Η ενότητα γίνεται αρχή που νομιμοποιεί όλες τις εκφάνσεις της ύπαρξης, που τις ανάγει στην περιεκτικότερη κατηγορία, την κατηγορία του «Ενός»: Συνάπτονται όλα και όχι όλα, ομόρροπο και αντίρροπο, αρμονικό και δυσαρμονικό, και από όλα ένα και από ένα όλα(10). Αυτό εξηγεί το αινιγματικό απόσπασμα 60: η οδός προς τα πάνω και προς τα κάτω είναι μία και η αυτή, καθώς και το υπόρρητο νόημα του αποσπάσματος 58: καλό και κακό είναι ένα πράγμα.
Η ιδέα της ενιαίας συγκρότησης της πραγματικότητας, με όλη τη στιβαρή της προφάνεια, είναι βεβαίως αποκύημα του ηρακλείτειου στοχασμού, τον οποίο ο Ηράκλειτος προβάλλει στο σύμπαν. Ο κόσμος, έτσι, πραγματώνει τις «εντολές» ενός Λόγου που ενυπάρχει σ’ αυτόν, και δικαιολογεί τις εκφράσεις του. Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα, της υψηλής επιστασίας ενός αμετάκλητου Λόγου, επιβάλλει την πιστή του παρακολούθηση και την κατάφαση στα μορφώματα που νομιμοποιεί. Αυτή, άλλωστε είναι η μόνη σοφή στάση, το ένα σοφό: Ένα είναι το σοφό· να γνωρίσεις καλά τη σκέψη που κυβερνά τα πάντα διά μέσου των πάντων(41) . Να ξέρεις, δηλαδή, τη λογική που υπάρχει πίσω από την ακαταγώνιστη τροπή των πραγμάτων, που συμπλέκονται αδιάρρηκτα στην κατεύθυνση της εκπλήρωσης του Λόγου.
Αυτό, άλλωστε, κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο φιλόσοφο και τους ανυποψίαστους – τους περισσότερους δηλαδή – που τους ξενίζει η ροή της ζωής, που δεν αναγνωρίζουν τα χνάρια του Λόγου, τη σφραγίδα του στα πράγματα, παρόλο που τον βρίσκουν διαρκώς μπροστά τους (72). Για την κακοδαιμονία αυτή, για την ανεπάρκεια της συνάντησης της ατομικής σκέψης με τον καθολικό ή θείο Λόγο, ευθύνονται η δυσπιστία και η δειλία (86) - (87). Οι άνθρωποι δύσκολα παραδέχονται αυτό που δεν αντέχουν.
Ο Ηράκλειτος, στην κατεύθυνση της επιβίωσης και της ισχυροποίησης του ανθρώπινου στοιχείου, δε βλέπει άλλο δρόμο από την εξοικείωση και τη θεληματική αγκίστρωση στην κοινή υπαρκτική συνθήκη, που συντηρεί, για τον άνθρωπο, ο πάγκοινος θείος νόμος (2) - (114). Κι αυτό γιατί, κάθε ανθρώπινο νομοθέτημα, κάθε εγχείρημα που στηρίζει η ανθρώπινη εφευρετικότητα, έχει τη δύναμη και την απήχηση που επιτρέπει ο θείος νόμος(64), του οποίου, ούτως ή άλλως, η ανθρώπινη προσπάθεια υπολείπεται, εκ των πραγμάτων, σε διάρκεια και ισχύ (114). Ο Λόγος υπάρχει πάντα (1) και είναι κοινός (2).
Κοινός, πρέπει να ξέρουμε, είναι και ο πόλεμος. Η διαρκής εντολή του Λόγου, για την κοινή πορεία των πραγμάτων στον κόσμο(30), επιτάσσει την ανάγκη της σύγκρουσης, που χρίζεται, κιόλας, με το αξίωμα της Δικαιοσύνης, ενδύεται το μανδύα της, και προσκτάται την αξιοπιστία της (80). Τα αποτελέσματα της παντοκρατορίας του πολέμου και της μοιραίας, της ανυποχώρητης, της ανηλεούς σύγκρουσης είναι συγκεκριμένα: «Ο Πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και των πάντων βασιλιάς, κι άλλους τους ανέδειξε θεούς κι άλλους ανθρώπους· άλλους τους έκανε δούλους κι άλλους ελεύθερους.»(53). Το Δίκαιο εξαντλείται στη φορά των πραγμάτων, και ο τόπος του περιορίζεται στο πεδίο των συγκρούσεων. Νίκη και ήττα είναι νόμιμες. Η Δικαιοσύνη μοιάζει να στέκει στο πλευρό του νικητή, ενώ η Ανάγκη συνθλίβει, λες, τον ηττημένο.
Η απόφαση, που ενυπάρχει σε τούτη τη θεωρία, και η κατάφαση που τη στηρίζει, βρίσκουν την απόλυτη έκφρασή τους στο απόσπασμα 8: Το αντίθετο συμβιβάζεται, και από τους διαφορετικούς τόνους γεννιέται η καλύτερη αρμονία... . Πρόκειται βέβαια, καταρχήν, για αφανή αρμονία, την οποία ο Ηράκλειτος προσδοκά να προωθήσει στο επίπεδο των φαινομένων. Εκεί, επειδή ο άνθρωπος είναι απρόθυμος να εξοικειωθεί με τις αντιξοότητες(106) και το άδικο(23,102), δυσκολεύεται να αναγνωρίσει αρμονία στην κινδυνώδη σύγκρουση και την αντίφαση: Η αφανής αρμονία είναι ανώτερη από τη φανερή(54).
Κάποτε όμως ο φιλόσοφος, με πικρή ειρωνεία, αποκαλύπτει τη θλίψη, που, στο βάθος, τον τρέφει διαρκώς: «Ώσπερ σάρμα εική κεχυμένων ο κάλλιστος κόσμος»[σκουπίδια πεταμένα στην τύχη, ο ωραιότατος κόσμος](124). Η συγκρατημένη απόγνωση για την αδιαφορία, με την οποία η τύχη «τακτοποιεί» τον κόσμο, βρίσκει την έκφρασή της στην, ίσως, εφιαλτική εικόνα ενός παιδιού, που παίζει αμέριμνα και ανυποψίαστα με τις ζωές των ανθρώπων: «Αιών παις εστι παίζων, πεσσεύων· παιδός η βασιληίη»[Ο χρόνος είναι παιδί που παίζει ζάρια· του παιδιού η βασιλεία](52). Ρητά, βεβαίως, δεν εκφράζεται άσχημο προαίσθημα, αλλά το απροσχεδίαστο, το απροσχημάτιστο και, τελικά, το αστόχαστο της παρέμβασης της τύχης, εμπνέει ανησυχία περισσότερο, κι όχι σιγουριά. Γι’ αυτό, όσα σκέφτεται ο άνθρωπος για τη ζωή, την τύχη, το μέλλον του, στα μάτια του μεγάλου παιδιού, του Χρόνου, μοιάζουν παιδικά παιχνίδια (70). Κι όταν ο άνθρωπος αγνοεί αυτή τη δύσκολη αλήθεια, είναι «νήπιος», και, μπροστά στο θεό, μοιάζει με το παιδί μπροστά στον άνδρα (79). Μα κι ο σοφότατος, ο περισσότερο υποψιασμένος, μπροστά στο θεό θυμίζει πίθηκο(83), όπως κι από τους πιθήκους ο ομορφότερος, δεν μπορεί να συγκριθεί με τον άνθρωπο(82).
Το ηρακλείτειο ιδεώδες συνοψιζόταν στο «κλέος αέναον θνητών». Πρόκειται για το ιδανικό των αρίστων, που δεν το ανταλλάσσουν με τίποτα, και το εξαγοράζουν με τα πάντα.(29) Άριστοι δεν υπάρχουν πολλοί.(104) Είναι μάλιστα τόσο λίγοι, ώστε ένας κάνει για χιλιάδες (49). Η σοφία, εξάλλου, προβάλλει μοναδική και σπάνια, ανεξάρτητη από τα πάντα (108), και αγγίζει το θείο (32). Γι’ αυτό, η σκέψη και η απόφαση του ενός μπορεί να αποκτήσει την ισχύ νόμου (33).
Ο Ηράκλειτος, βέβαια, δεν παραβλέπει τον κίνδυνο της έπαρσης, που, σαν επιληψία(46), ελλοχεύει απειλητική, και καταστροφικότερη από πυρκαγιά (43). Ο φιλόσοφος εδώ παίρνει τα μέτρα του, και, όταν διατυπώνει τη σπουδαιότερη θεωρία του, αποδίδει τα εύσημα στο Λόγο: «ουκ εμού αλλά του λόγου ακούσαντας...»[όχι εμένα, αλλά το Λόγο να προσέξετε](50).
Στο αυστηρά περίφρακτο ηρακλείτειο ήθος, αναρωτιέται κανείς αν υπάρχει χώρος για την έννοια της ευδαιμονίας. Η ευτυχία δε φαίνεται να βρίσκεται στις σωματικές απολαύσεις.(4) Σίγουρα όχι σ’ εκείνες που αρέσουν στους «πολλούς» (2,17) και τους αποκτηνώνουν (29,13,37). Όσο κι αν είναι δύσκολο να παλέψεις με την επιθυμία, που πληρώνει με την ψυχή σου το αντικείμενο του πόθου,(85) δεν είναι το καλύτερο για τους ανθρώπους να αποκτούν ό,τι επιθυμούν(110).
Το σημαντικό είναι πως υπάρχει στην ψυχή ένα μέτρο που αυξάνεται αυτόνομα: «ψυχής εστι λόγος εαυτόν αύξων»(115), που δίνει ελπίδα για ανάπτυξη και πρόοδο. Η ηρακλείτεια αισθητική αγκιστρώνει το βίο στην ελπίδα: Αν κάποιος δεν ελπίζει, το ανέλπιστο δε θα το βρει, γιατί είναι ανεξερεύνητο και απλησίαστο(18) .
Στην περίπτωση του Ηράκλειτου, ζωή και φιλοσοφία συμπλέκονται αδιάρρηκτα, και τροφοδοτούν η μια την άλλη, σε μια σχέση αμοιβαίας κατάφασης, και προνομιακής ενίσχυσης της ζωής.

            Ι.Σ. Χριστοδούλου


1 σχόλιο:

  1. Υποθέτοντας ότι στόχος της φιλοσοφίας είναι να ωθεί και να βοηθάει τον άνθρωπο να ανακαλύπτει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του (και με την αρχαία ελληνική σημασία του "κόσμου"), το συγκεκριμένο κείμενο το έχει πετύχει στο βαθμό που μπορεί να το κάνει ένα τέτοιας έκτασης δοκίμιο. Δεν το περίμενα να γοητευθώ τόσο από τον Ηράκλειτο, δεν είχα μέχρι τώρα ούτε καν υποψιαστεί τον πνευματικό πλούτο που κρύβεται πίσω από το όνομα. Ευχαριστώ πολύ για το δώρο - έναυσμα για περαιτέρω διερεύνηση. Μήπως θα μπορούσες να μου προτείνεις κάποιο βιβλίο που να παρουσιάζει και να αναλύει τη σκέψη του Ηράκλειτου;

    ΑπάντησηΔιαγραφή