Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Τρίτη, 12 Απριλίου 2011

Πρωταγόρας


Το πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα π.Χ. σημάδεψαν οι Μηδικοί πόλεμοι. Οι  σκληρές, αιμοσταγείς συγκρούσεις στα πεδία των μαχών, απαίτησαν τη συνδρομή πολλών, σε μια κοινή προσπάθεια για τη σωτηρία, και κυοφόρησαν μυστικά, στις ελληνικές πόλεις – κράτη, και κυρίως στην Αθήνα, καινούργια πολιτικά ήθη. Οι ήρωες που ανέδειξε ο πόλεμος, και ήταν πολλοί, ανέτρεψαν στην πράξη το μύθο της ευγενικής καταγωγής, και εξανάγκασαν τη διεύρυνση της δημοκρατίας και τη θεσμική της κατοχύρωση. Καινούργιοι διαχειριστές της πολιτικής ζωής, αφαίρεσαν σημαντικές εξουσίες από τα παλαιά σώματα - τον Άρειο Πάγο, για παράδειγμα - και τις παραχώρησαν σε δημοκρατικούς θεσμούς, κυρίως βέβαια στην εκκλησία του δήμου.
Ο στοχασμός, τέκνο καθώς είναι των συνθηκών που τον τρέφουν, παρακολούθησε στενά τις καινοφανείς πολιτικές συγκυρίες. Η καθαρή, εμπλουτισμένη ατμόσφαιρα των αναγεννημένων πολιτικών ηθών, ανέθρεψε τους Σοφιστές, που συνέλαβαν τις καινούργιες ανάγκες, τις προσδοκίες των ανθρώπων, και ανέλαβαν να τους εκπαιδεύσουν, να τους οδηγήσουν σωστά σε ανεύρετα ακόμα μονοπάτια, προς την κοινωνική καταξίωση και την πολιτική ευδοκίμηση. Η μελέτη της φύσης, η ανησυχία για την αρχή του κόσμου, για την καταγωγή και τη δομή των φυσικών σχηματισμών, που ήταν έμμονη μέριμνα των Προσωκρατικών, υλοζωιστών φιλοσόφων, δεν είναι πια η κατεύθυνση που ακολουθεί ο στοχασμός. Το σύμπαν των ανθρώπων περιορίζεται, και αποκτά τα όρια που περιγράφουν οι παρυφές των πόλεων. Οι προβληματισμοί αποσύρονται στο εσωτερικό των πολιτικών συγκυριών, και ο άπειρος συμπαντικός χώρος, σιωπηλός και δυσθεώρητος, λησμονιέται στην αιώνια μοναξιά του.
Στην Αθήνα πρώτος εισήγαγε τη σοφιστική ο Πρωταγόρας, που κατέφθασε από τις παρυφές του ελληνικού κόσμου, από τα Άβδηρα της Θράκης. Μαζί με τον Γοργία θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της ελληνικής σοφιστικής. Συνδέθηκε φιλικά με αρκετούς Αθηναίους, όπως ο Ευριπίδης και ο Περικλής. Το 444 π.Χ. ο Περικλής τού ανέθεσε να συντάξει το Σύνταγμα της πανελλήνιας αποικίας των Θουρίων της Ν. Ιταλίας.
Όπως αναφέρει ο Φιλόστρατος, ο Πρωταγόρας ήταν ο πρώτος που ζήτησε και πήρε αμοιβή για τα μαθήματα που παρέδιδε, για τις συζητήσεις δηλαδή που έκανε. Εκείνος έσπειρε τη συνήθεια αυτή στον ελληνικό κόσμο, πράγμα που, σχολιάζει ο Φιλόστρατος, δεν ήταν μεμπτό, γιατί τις σπουδές που μας στοιχίζουν τις σεβόμαστε περισσότερο από τα μαθήματα που παίρνουμε δωρεάν. Ο Ησύχιος επιβεβαιώνει την πληροφορία, και λέει μάλιστα πως ο μισθός ήταν εκατό μνες. Στον πλατωνικό Μένωνα, επίσης, διαβάζουμε: «Ξέρω κάποιον άνδρα, Πρωταγόρα τον λένε, που απέκτησε περισσότερα χρήματα από τούτη τη σοφία, απ’ ό,τι ο Φειδίας [...] και άλλοι δέκα ανδριαντοποιοί μαζί...» (91D) Ο ίδιος ο Πρωταγόρας, βέβαια, στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα, παρουσιάζεται να λέει για την αμοιβή του: «αν κάποιος μάθει από μένα, εφόσον θέλει μου δίνει τα χρήματα που παίρνω συνήθως· αν όμως όχι, πηγαίνει σε κάποιο ιερό και ορκίζεται, κι όσο λογάριασε πως άξιζαν τα μαθήματα, τόσα καταθέτει στο ναό.» (328B) 
Οι λόγοι που πρώτος καλλιέργησε ο Πρωταγόρας ήταν εριστικοί. Συνήθιζε να παρουσιάζει δυο εκδοχές για κάθε πράγμα, και να φωτίζει τις συγκρούσεις των επιχειρημάτων, ικανότητες χρήσιμες για τις δικαστικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Γι’ αυτό και οι διαλέξεις του, κάθε φορά, ήταν αγώνες λόγου, στους οποίους ακούγονταν άφθονα τα περίφημα  σοφίσματα
Ο Διογένης Λαέρτιος παρατηρεί πως, με τον τρόπο αυτό, αδιαφόρησε για τα νοήματα, δηλαδή για τη λογική, και επέμεινε στα ονόματα, στις λέξεις, γεννώντας, έτσι, το επιπόλαιο γένος των εριστικών. Γι’ αυτό και ο Τίμων αναφέρει γι’ αυτόν: «ο Πρωταγόρας ήξερε καλά να συγκρούεται και να φιλονικεί». Ο Διογένης ισχυρίζεται πως εκείνος πρώτος πυροδότησε το σωκρατικό είδος των λόγων, τις αλλεπάλληλες ερωταποκρίσεις, που στόχο είχαν την αλήθεια.
Ανάμεσα στους Σοφιστές, η μορφή του Πρωταγόρα ξεχωρίζει. «Ο Πρωταγόρας είναι ικανός να αναπτύσσει μεγάλους και ωραίους λόγους· είναι ικανός όταν τον ρωτούν να αποκρίνεται σύντομα, κι όταν ρωτάει κάτι μπορεί να περιμένει, και να δέχεται την απόκριση, πράγματα που λίγοι τα καταφέρνουν» (329B, πρβλ. 334D)Αυτά λέει ο Πλάτων, ο πιο εύστροφος και αυστηρός κριτής της σοφιστικής κίνησης, των παιδευτικών μεθόδων και του στοχαστικού ήθους των σοφιστών, που αφιερώνει, σ’ εκείνον, τον σεμνότερο και αξιότερο από τους Σοφιστές, έναν ολόκληρο διάλογο, τον τεχνικότερο, τον πιο ευφάνταστο και στιβαρό διάλογο της πρώτης συγγραφικής περιόδου. Το κείμενο παίρνει το όνομα του σοφιστή: επιγράφεται Πρωταγόρας.
Στο διάλογο ο Πλάτων, ο αφανής σκηνοθέτης, βάζει τον Πρωταγόρα να λέει: «ομολογώ πως είμαι σοφιστής, και εκπαιδεύω τους ανθρώπους». Πιο κάτω, απευθύνεται σε κάποιον υποψήφιο μαθητή του: «νεαρέ μου, αν αποφασίσεις να καθίσεις με μένα, κάθε μέρα που θα με βλέπεις θα γυρίζεις σπίτι σου καλύτερος, και την επόμενη τα ίδια. [...] Οι άλλοι σοφιστές ακρωτηριάζουν τους νέους. Ενώ εκείνοι, οι νέοι δηλαδή, αποφεύγουν τις τεχνικές γνώσεις, τους γυρίζουν πίσω, χωρίς τη θέλησή τους, και τους διδάσκουν πάλι υπολογισμούς, αστρονομία, γεωμετρία και μουσική. Όταν όμως έλθει σε μένα, δε θα μάθει άλλο από εκείνο για το οποίο ήλθε. Το μάθημα είναι για τις σωστές αποφάσεις, στα ζητήματα του σπιτιού, προκειμένου άριστα να διοικεί το σπίτι του, και στα ζητήματα της πόλης, για να μπορεί να ενεργεί και να μιλάει...». Σημαντικότερο μέρος της παιδείας ενός άνδρα, θεωρούσε πως είναι η ικανότητα στο λόγο (339 A). Πίστευε πως η μάθηση πρέπει να αρχίζει νωρίς, και πως τη διδασκαλία πρέπει να τη βοηθάει η φύση και η άσκηση. Η τέχνη, έλεγε, δεν είναι τίποτα χωρίς την άσκηση, ούτε η άσκηση χωρίς την τέχνη.
Δύο είναι τα έργα του Πρωταγόρα, που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ιστορία της σκέψης, και τον ανέδειξαν σε σημαντική φιλοσοφική μορφή. Το πρώτο επιγράφεται «Αλήθεια» ή «Καταβάλλοντες». Στην αρχή του κειμένου, διαβάζουμε: «πάντων χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν.». (Για όλα τα πράγματα κριτήριο είναι ο άνθρωπος, για όσα υπάρχουν πως υπάρχουν, και για όσα δεν υπάρχουν πως δεν υπάρχουν). Στον Κρατύλο, ο Πλάτων ερμηνεύει: «όπως, δηλαδή, φαίνονται σε μένα τα πράγματα, έτσι είναι για μένα· κι όπως φαίνονται σ’ εσένα, έτσι είναι για σένα». Ο Σέξτος Εμπειρικός (Προς Μαθηματικούς, VII 60), επίσης, συμπεραίνει: «λέει πως όλες οι εντυπώσεις και οι γνώμες είναι αληθινές, και πως η αλήθεια είναι σχετική, γιατί καθετί που φαντάζεται ή πιστεύει κάποιος, υπάρχει κατευθείαν σε σχέση μ’ εκείνον.» Άλλωστε, «οι αισθήσεις αλλάζουν ιδιότητες και αλλοιώνονται, ανάλογα με την ηλικία και με την κατάσταση των σωμάτων.[...] [Κ]αι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται, κάθε φορά, άλλα πράγματα, ανάλογα με τις διάφορες διαθέσεις τους.» Έτσι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «το ίδιο πράγμα συμβαίνει να υπάρχει και να μην υπάρχει, να είναι κακό και καλό, ... γιατί, πολλές φορές, σε άλλους φαίνεται καλό και σε άλλους το αντίθετο, και κριτήριο είναι αυτό που φαίνεται στον καθένα». 
Τα πράγματα, λοιπόν, παίρνουν νόημα από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος γίνεται δοχείο ονομάτων, και διπλασιάζει την υπόσταση του κόσμου. Τα αντικείμενα ξαναγεννιούνται μέσα του, και παίρνουν το σχήμα του, τα χρώματα και τις αποχρώσεις του, ανάλογα με τη δύναμη ή την αδυναμία του, με την αθωότητα ή την ενοχή του, με την καλοσύνη ή την κακία του. Τόσα τα πρόσωπα ενός πράγματος, όσοι και οι άνθρωποι που το αισθάνονται και το προικίζουν με νόημα.
Το δεύτερο έργο, που του στοίχισε ακριβά, και μάλιστα την ίδια τη ζωή του, λεγόταν «Περί Θεών». Στην αρχή του συγγράμματος, ο Πρωταγόρας δήλωνε: «Σχετικά με τους θεούς, δεν μπορώ να ξέρω, ούτε πως υπάρχουν ούτε πως δεν υπάρχουν, και δεν έχω ιδέα τι πλάσματα είναι · πολλά με εμποδίζουν να το μάθω: από τη μια η δική τους αφάνεια, κι από την άλλη η σύντομη ζωή του ανθρώπου» (Διογένης Λαέρτιος, IX 51 [II 253, 28]). Στον Θεαίτητο του Πλάτωνα, ο Πρωταγόρας παρουσιάζεται να λέει: «Ευγενείς εσείς, παιδιά και γέροι, όλοι μαζί που κάθεστε και κουβεντιάζετε για τους θεούς, εγώ, όταν μιλώ και γράφω, δε λέω γι’ αυτούς πως υπάρχουν ή δεν υπάρχουν». (162 D) Ο Διογένης από τα Οινόανδα, τέλος, έγραψε: «Ο Πρωταγόρας ο Αβδηρείτης [...] είπε πως δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί· κι είναι αυτό σα να ’λεγε, πως ξέρει ότι δεν υπάρχουν». (fr. 12 c. 2, 1)
Για την ιδέα του αυτή, ο Αθηναίος Πυθόδωρος τον κατηγόρησε για αθεΐα· τα βιβλία του συγκεντρώθηκαν στην αγορά και τα έκαψαν ( βλ. στον Σέξτο, Προς Μαθηματικούς, IX 55. 56).Ο Πρωταγόρας δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο, γύρω στο 411 π.Χ. Προσπαθώντας να διαφύγει από την Αθήνα με πλοίο, πνίγηκε σε ναυάγιο κοντά στη Σικελία, στα 80 περίπου χρόνια του.
Η σκέψη του Πρωταγόρα, πρωτότυπη και νηφάλια, προσήλκυσε το ενδιαφέρον των συγκαιρινών του, έδωσε τροφή σε συζητήσεις και έρευνες, κέρδισε το σεβασμό του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, διήγειρε τον αντίλογο, και έμεινε ορόσημο τόλμης και ελεύθερου φρονήματος, αρετές δυσεύρετες, κυρίως στις μέρες μας.
                                                              Ι.Σ. Χριστοδούλου

1 σχόλιο:

  1. Πολύ ενδιαφέρον κι αυτό το κείμενο, αφόρμηση για βαθύτερη ενασχόληση με τη φιλοσοφική σκέψη. Αναμένω τα περαιτέρω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή