Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Ο φιλόσοφος Καβάφης

O Καβάφης ήταν και φιλόσοφος. Θα δικαιολογήσω την άποψή μου για τον ποιητή με λόγια που θα πάρω από τον Πλάτωνα, εκείνον που, στην αρχή του αγώνα του με το στοχασμό, έγραψε ποίηση, και όλοι πίστεψαν ότι θα γινόταν από τους καλύτερους στην τέχνη των στίχων.
Στο διάλογο «Φαίδρος», κείμενο της ωριμότητας του Πλάτωνα, ο φιλόσοφος, στο τέλος του διαλόγου, παραγγέλνει σε όσους ασχολούνται με το λόγο, και ιδιαίτερα στους ποιητές, πως, αν γνωρίζουν την αλήθεια, και μπορούν οι ίδιοι να βοηθήσουν στον έλεγχο όσων έγραψαν, και, ίσως, με τα λόγια τους να αποδείξουν κατώτερα όσα έγραψαν, φτωχότερα και λειψά, τότε τους ταιριάζει το όνομα των φιλοσόφων.
Ο Καβάφης, με το ύφος του ήδη, με τη λεπτή ειρωνεία και την προσποίηση στην έκφραση, μοιάζει να παίρνει απόσταση από θέμα και ποιητή, από τον εαυτό του δηλαδή, και μόνη του έγνοια να είναι το κέντρισμα, η συζήτηση που μπορεί να προκαλέσει ο λόγος του. Αυτό  δεν σημαίνει πως περιφρονεί τον ποιητικό οίστρο, κάθε άλλο. Στο «Πρώτο σκαλί», ποίημα του 1899, ώριμος ήδη ποιητής, στα 36 του χρόνια, με πλήρη τη συνείδηση του αγώνα του με τις ιδέες και τη λέξη, στοχάζεται με δέος την ευθύνη, που πρώτος «καταλόγισε» στους συγγραφείς ο Πλάτων:
          Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
          μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
          «Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
          κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
          Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
          Αλλοίμονον, ειν’ υψηλή τό βλέπω,
          πολύ υψηλή τής Ποιήσεως η σκάλα·
          κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
          ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».
          Ειπ’ ο Θεόκριτος· «Αυτά τα λόγια
          ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
          Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
          νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
          Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
          τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
          Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
          πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
          Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
          πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
          πολίτης εις τών ιδεών την πόλι.
          Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
          και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
          Στην αγορά της βρίσκει Νομοθέτας
          που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
          Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
          τόσο που έκαμες μεγάλη δόξα».
 Έχουν οι ιδέες το δικό τους χρόνο για να ωριμάσουν. Κι ο χρόνος αυτός κυλάει αργά. Δεν ξέρεις μάλιστα αν είναι συνεχής, ή αν κόβεται σε διαστήματα, αν διακόπτεται, για να πάρει ο νους ανάσα, και μετά να συνεχίσει. Εκείνο που ενδιαφέρει, είναι να είναι άρτιο το έργο. Όσο μικρό κι αν είναι, και δυσανάλογο με το χρόνο που χρειάστηκε για να γίνει, μπορεί να ζήσει περισσότερο από άλλα έργα, μεγάλα και φτωχά σε ψυχή. Το στοίχημα του ποιητή, του δημιουργού, είναι να ξεχωρίσει από το πλήθος, τους άλλους δηλαδή, τους μη ποιητές, αλλά κι από τους ομότεχνους ποιητές, να μη θυμίζει κάποιον από κείνους. Στην πόλη, αν τον δεχτούν, των ιδεών, που έξω είναι από χρόνο κι από χώρο, θα πει ότι αδέκαστος ο Νομοθέτης του λόγου άκουσε από κείνον το καινούργιο, το ανείπωτο. 
Στην ποίηση του Καβάφη έρχονται και ξανάρχονται ιδέες, φιλοσοφικές αγωνίες, που τον καταξίωσαν στο πάνθεο των αξιομνημόνευτων, των επιβλητικών στοχαστών, που πείθουν αμέσως για την αλήθεια τους. Η έννοια της αρετής, για παράδειγμα, που αγάπησαν ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, μα και οι Στωικοί και οι Επικούρειοι, ζει μέσα στο ποίημα που δανείζεται, για τίτλο, ένα στίχο του Δάντη: «εκείνος που πρόβαλε... τη μεγάλη άρνηση» ή αλλιώς «κείνος που είπε το μεγάλο όχι»:

          Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
          που πρέπει το μεγάλο Ναι  ή το μεγάλο το Όχι
          να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
          έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

          πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
          Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
          όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τόν καταβάλλει
          εκείνο τ’ όχι – το σωστό – εις όλην την ζωή του.

Προνόμιο του ποιητή είναι πως δεν αγωνίζεται να πείσει, όπως ο φιλόσοφος, με λόγο αποδεικτικό, βάζοντας σε τάξη νοήματα και λέξεις. Λέει τα ίδια πράγματα με έκφραση ελεύθερη, διανθισμένη με εικόνες, ποτισμένη με συγκίνηση και αμεσότητα. Σε οχτώ προτάσεις μέσα, σε οχτώ συνηθισμένους στίχους, απεικονίζει ο Καβάφης έναν κόσμο ολόκληρο, και, το σημαντικότερο, ζωγραφίζει δυο ψυχές, τις παρακολουθεί να αναδεύονται, ν’ αλλάζουν χρώματα. Το Ναι και το Όχι του ποιήματος, χαράζουν την απόσταση ανάμεσα στο συμβιβασμό και την αρετή, ανάμεσα στην προδοσία και τον ηρωισμό, ανάμεσα στο πλήθος και τον Ένα. Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι, το κέρδος – δήθεν - και ο χαμός – υποτίθεται· κι ο αναγνώστης μόνος του ν’ αναρωτιέται, σε ποιανού το στρατόπεδο να βρίσκονται· όπως κάνουμε στη ζωή μας, άλλωστε, μερικοί που ρωτιούμαστε, μια μέρα, σε ποιανού το πλάι θα βαδίσουμε, με ποιανού το μέρος θα πάμε· της ελευθερίας, μήπως; της δειλίας, άραγε;
Με τις δυο αυτές, αντίρροπες δυνάμεις, ο Καβάφης αναμετρήθηκε μετωπικά στα «Τείχη» του, ήδη, ένα ποίημα του 1896:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,
μεγάλα κ’υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Ά όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μήν προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Έτσι ανεπαίσθητα τον καθένα από εμάς, πόσες φορές δεν θέλησαν τόσοι και τόσοι, δικοί και ξένοι, να μας πείσουν, βεβαίως χωρίς να το σκεφτούν, να λυπηθούν και να ντραπούν, πως το σεργιάνι μας στον κόσμο είναι μικρό, πολύ μικρό, όσο για να γνωρίσουμε από κοντά τα τείχη, που όρισαν και έχτισαν, έτσι στην τύχη, για μας, δικοί και ξένοι. Κι αλίμονο σ’ εκείνον, βέβαια, που δεν του ’μεινε χρόνος για να βγει, να σπάσει τα τείχη. Τα «Κεριά», ποίημα του 1899, φωνάζουν για τη μεγάλη ώρα, που σήμανε στο χθες, κραυγάζουν για το χρόνο, που συμμαχεί με τα τείχη:  
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τά βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω
τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Η φιλοσοφική θλίψη του Αλεξανδρινού ποιητή, δεν πρέπει να μας γελάσει, και να σκεφτούμε ότι ο Καβάφης ήταν πεσσιμιστής, ότι το μήνυμά του για τη ζωή ήταν αρνητικό, απαισιόδοξο. Φιλόσοφοι και ποιητές, όσο κι αν θλίβονται με το εφήμερο, κρατούν τη δημιουργία και συνεχίζουν. Ελάχιστη αξίωσή τους, η προστασία της ζωής από τη χυδαιότητα, η περίθαλψη της αξιοπρέπειας και της ανθρωπιάς. Στο «Όσο μπορείς», ποίημα του 1913, ο Καβάφης προτρέπει:

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως τήν θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μήν την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μήν την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στών σχέσεων και τών συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Δυο είναι, για τον Καβάφη, τα αντίδοτα για την ανία της ζωής και το βραχνά του θανάτου, ή μάλλον ένα με δυο πρόσωπα: ο σκοπός, η Ιθάκη, και το έργο, η δημιουργία. Χάρη στο σκοπό υπάρχει το έργο, που γίνεται ταξίδι, στη θάλασσα του χρόνου:

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σέ δώσει πια.

Στον πηγαιμό για την Ιθάκη, ο ποιητής εύχεται το δρόμο μακρύ, γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις. Στους «Νέους της Σιδώνος (400 μ.Χ.)», ποίημα του 1920, με τρεις στίχους, διαθήκη πνευματική, ο Καβάφης έδωσε το στίγμα του, από την πόλη που βρισκόταν των ποιητών, όπου τελούσε, ήδη, επίτιμος προσκεκλημένος:

«Δόσε – κηρύττω – στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου,
μές στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.»
                                                             Ι.Σ. Χριστοδούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου