Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Σαμφόρ: για την αρετή και την κακία

          Ο Σαμφόρ γεννήθηκε στο Κλερμόν Φεράν το 1740. Στο κολλέγιο Γκρασέν, στο Παρίσι, διακρίνεται τόσο για τις επιδόσεις του, όσο και για την απειθαρχία του. Μετά από άτακτες σπουδές θέλει να γίνει ιερέας, πράγμα για το οποίο μετανιώνει γρήγορα. Ο ίδιος, την εποχή εκείνη, εξομολογείται πως του αρέσει πάρα πολύ η φιλοσοφία, οι γυναίκες, η αληθινή δόξα... Το 1760, στα είκοσι χρόνια του, τον βρίσκουμε αντιγραφέα σ’ έναν εισαγγελέα και παιδαγωγό του γιου του. Γράφει κηρύγματα ιερέων και ποιήματα. Κάνει άσωτη ζωή. Τότε διαλέγει και το ψευδώνυμο Σαμφόρ. Το 1764 ανεβαίνει στη σκηνή η μονόπρακτη κωμωδία του «Νεαρή Ινδιάνα». Οι κριτικές είναι κακές, αλλά ο Βολταίρος προφητεύει: «Θα πάτε πολύ μακριά...».
Το «Γράμμα ενός πατέρα στο γιο του για τη γέννηση του εγγονού του» αποσπά το βραβείο της Ακαδημίας, και του ανοίγει δρόμο για μεγάλες γνωριμίες. Τότε αρπάζει ένα ανίατο αφροδίσιο νόσημα. Γράφει σημαντικά δοκίμια, όπως τα: «Άνθρωπος των γραμμάτων», «Επίδραση των μεγάλων συγγραφέων», «Η αλήθεια» κ.ά. Απορρίπτει τη θέση του γραμματέα κοντά στον πρίγκιπα Ντε Κοντέ, που του πρόσφερε το βασιλικό ζεύγος του Λουδοβίκου 14ου και της Αντουανέτα, και περιπλανιέται στη Γαλλία. Το 1781 εκλέγεται ακαδημαϊκός.
Το 1789 μετέχει ενεργά στη Γαλλική Επανάσταση, στο πλευρό του Μιραμπώ. Θεωρείται από τους κύριους θεωρητικούς της Επανάστασης. Το 1792 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αρχίζει όμως και απογοητεύεται από τις ακρότητες της Τρομοκρατίας. Αρθογραφεί εναντίον των Μαρά και Ροβεσπιέρου. Φυλακίζεται. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Έκανε αλεπάλληλες απόπειρες αυτοκτονίας στη φυλακή, με πιστόλι και ξυράφι. Τον σώζουν την τελευταία στιγμή. Τελικά αποφυλακίζεται, αλλά δεν αναρρώνει πια. Η παλιά του αρρώστια έχει πια φθάσει στο τελευταίο στάδιο. Πέθανε στις 13 Μαίου του 1794. Ένα χρόνο μετά, ο φίλος του Ζιγκενέ φέρνει στο φως τα «Αποφθέγματα, σκέψεις, χαρακτήρες και ανέκδοτα» του Σαμφόρ.
            Ο Σαμφόρ άφησε αποφθέγματα, κατέγραψε στιχομυθίες για θέματα που ταλανίζουν τον άνθρωπο, και αφορούν όλους μας, στην καθημερινή ζωή, χωρίς να είμαστε πάντα ακριβείς καθώς τα σκεφτόμαστε και αποφασίζουμε γι’ αυτά. Εδώ θα δούμε πώς αντιμετώπιζε δυο αντίρροπες δυνάμεις, που μοιράζουν τις στιγμές μας σε μικρές και μεγάλες, σε δυσάρεστες και ευχάριστες, πώς στεκόταν απέναντι στην κακία και την αρετή. Σύμφωνα με το Γάλλο στοχαστή, όπως «η ανοησία δε θα ήταν εντελώς ανοησία, αν δε φοβόταν το πνεύμα», έτσι και «η κακία δε θα ήταν εντελώς κακία, αν δε μισούσε την αρετή». (139) Ο κακός άνθρωπος, από την άποψη αυτή, δεν ξεχνιέται ποτέ. Όσο κι αν, όπως διαβάζουμε στο απόσπασμα 122: «οι κακοί κάνουν μερικές φορές καλές πράξεις. Θα λέγαμε πως θέλουν να δουν αν στ’ αλήθεια αυτό προσφέρει τόση ικανοποίηση όσο διατείνονται οι έντιμοι άνθρωποι.» Η κακία, στην εκδήλωση του μίσους της, μπορεί να γίνει καταστροφική. Γι’ αυτό, όπως ευχόμαστε ένας ανόητος να παραμένει σιωπηλός, έτσι ευχόμαστε κι ένας κακός να παραμένει οκνηρός. (36) Ο άγιος Αυγουστίνος, βέβαια, παρατηρεί ο Σαμφόρ, για να δικαιολογήσει την πρόνοια, λέει πως αυτή αφήνει τον κακό πάνω στη γη για να γίνει καλός, ή για να γίνει, χάρη σ’ αυτόν, ο καλός καλύτερος. (597)
          Ιδιαίτερο βάρος αποκτά η κακία όταν τη συναντήσουμε σε άνθρωπο του πνεύματος. Στο απόσπασμα 96 διαβάζουμε: «ανάμεσα σε έναν άνθρωπο του πνεύματος με κακό χαρακτήρα, και σε έναν άνθρωπο του πνεύματος καλό και έντιμο, διαπιστώνουμε τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε ένα δολοφόνο, και σε έναν άνθρωπο του κόσμου που με τα όπλα κάνει καλό.» Το πνεύμα, όταν δεν καταφέρει να ελέγξει τον κάτοχό του, και να εξουδετερώσει τον κακό χαρακτήρα, γίνεται πολιορκητικός κριός, καταστροφικός μοχλός, που οργανώνει την εξόντωση και τον αφανισμό. Στην καταγραφή του της περίπτωσης ενός συγκαιρινού του, ο Σαμφόρ διδάσκει:  «στον Μ... αρέσει να λένε πως είναι κακός, σχεδόν σαν τους Ιησουίτες, που δεν θύμωναν όταν έλεγαν γι’ αυτούς πως δολοφονούσαν τους βασιλιάδες. Αυτή είναι η υπεροψία που θέλει να βασιλεύσει με το φόβο στους αδύναμους.» (993) Καμιά φορά, βέβαια, για λόγους ανασφάλειας, οι αδύναμοι, ή, θα λέγαμε, οι δυνάμει κακοί, αποφασίζουν να συνταχθούν με τους κακούς. «Αποτελούν τότε, οι αδύναμοι άνθρωποι, την οπισθοφυλακή του στρατού των κακών. Προξενούν περισσότερο κακό από τον ίδιο το στρατό, λεηλατούν και καταστρέφουν.» (133)
            Σε μια απορητική αποστροφή, που δείχνει τον παραλογισμό και την τυφλή, αδικαιολόγητη βία της κακίας, ο Σαμφόρ ψιθυρίζει με πικρή περίσκεψη: «[...] Θα έλεγα στους κακούς: θεωρώ πως είναι ανοησία να με βλάψει κανείς, εκτός εάν εκείνος που με βλάπτει έχει κάποιο προσωπικό συμφέρον· με μια λέξη, εκτός εάν δεν με βλάπτει αδικαιολόγητα, πράγμα που συμβαίνει ακριβώς.» (989) Σίγουρος, πάντως, και δίχως αυταπάτες για την ανθεκτικότητα των κακών, στο απόσπασμα 1013 αναθυμάται: «Ο Ντ..., ένας ευχάριστος μισάνθρωπος, μου έλεγε σχετικά με την κακία των ανθρώπων: είναι που ο πρώτος κατακλυσμός ήταν ανώφελος, κι αυτό εμποδίζει το Θεό να στείλει ένα δεύτερο.» Όταν η ζυγαριά γείρει στην πλευρά του κακού, είναι δύσκολο να ισορροπήσει γρήγορα, και να λάμψει αμέσως το καλό. Γιατί αυτό είναι μετριοπαθές στη σύγκρουση και τη διαμάχη, και υπερβολικό μόνο στην καλωσύνη και την αρετή του. Η τελευταία προκαλεί την οργή και το δολοφονικό ένστικτο του κακού. 
            Το απόσπασμα 137 ταιριάζει σε λίγους, αλλά πολύ καλούς, μεγάλους καλούς της ιστορίας των ηθών. Μου έρχονται στο νου ο Σωκράτης και ο Χριστός. Είχαν και οι δυο τους πάθος για το καλό, και  το εξέφρασαν με τον ίδιο τρόπο. Με τη θυσία τους έκαναν την αρετή τους παράδειγμα στους αιώνες· έτσι δικαιώθηκαν και θα δικαιώνονται στη συνείδηση των ανθρώπων.  «Τον άνθρωπο εκείνον, γράφει ο Σαμφόρ, τον φοβήθηκαν για τα χαρίσματά του, τον μίσησαν για τις αρετές του, και το μόνο που τους καθησύχαζε ήταν ο χαρακτήρας του. Αλλά πόσος καιρός πέρασε πριν αποδοθεί δικαιοσύνη!» Σε κάθε περίπτωση, για όσους καθημερινά αντιστέκονται στη χυδαιότητα, «μια πράξη αρετής, μια θυσία των συμφερόντων μας ή του εαυτού μας, είναι η ανάγκη μιας ευγενικής ψυχής, η φιλοτιμία μιας γενναίας καρδιάς, και, κατά κάποιον τρόπο, ο εγωισμός ενός μεγάλου χαρακτήρα.» (147) «Η δόξα», ας πούμε, «βάζει συχνά έναν έντιμο άνθρωπο στις ίδιες δοκιμασίες με την τύχη· δηλαδή και η μια και η άλλη τον υποχρεώνουν, πριν τον αφήσουν να φτάσει ως αυτές, να κάνει ή να υπομείνει πράγματα ανάξια του χαρακτήρα του. Ο αποφασιστικά ενάρετος άνθρωπος, τότε, απωθεί εξίσου τη μια και την άλλη, και περιβάλλεται είτε από σκοτάδι είτε από δυστυχία, και μερικές φορές και από τα δυο.» (102) «Η αρετή», όπως καταλαβαίνουμε, «δεν είναι το υπέρτατο αγαθό. Είναι μάλλον ο τόπος του αγαθού παρά το ίδιο το αγαθό. Είναι περισσότερο βέβαιο πως η κακία προκαλεί δυστυχία, παρά πως η αρετή προσφέρει ευτυχία. Ο λόγος για τον οποίο προτιμάμε περισσότερο την αρετή, είναι ότι δεν υπάρχει απ’ αυτήν τίποτα πιο εχθρικό στην κακία.» (176)
            Στο απόσπασμα 74, ο Σαμφόρ κηρύσσει τη δική του πεποίθηση για την ανθρώπινη δύναμη, που εκφράζει, σ’ ένα βαθμό, και το πνεύμα του Διαφωτισμού της εποχής του: «Το πρώτο από τα δώρα της φύσης είναι εκείνη η δύναμη του λόγου, που σας υψώνει πάνω από τα ίδια σας τα πάθη και τις αδυναμίες σας, και που σας κάνει να κυβερνάτε τις δικές σας ικανότητες, τα χαρίσματα και τις αρετές σας.» Στη μοναξιά του ο άνθρωπος, τις ώρες που ζει με τον εαυτό του, που έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του, έχει ανάγκη από αρετή, από την επιβεβαίωση, δηλαδή, της αξίας και της αντοχής του: «ο άνθρωπος ζει συχνά με τον εαυτό του, και χρειάζεται αρετή· ζει μαζί με τους άλλους, και χρειάζεται τιμή.» (69) «Η αρετή ορισμένων ανθρώπων», εξάλλου, «λάμπει περισσότερο στην ιδιωτική τους ζωή, πράγμα που δεν θα έκανε σε ένα δημόσιο λειτούργημα. Το πλαίσιο θα την ασχήμαινε. ΄Οσο πιο ωραίο είναι ένα διαμάντι, τόσο πιο ελαφρύ πρέπει να είναι το δέσιμο. ΄Οσο πιο πλούσιο είναι το στεφάνι του δαχτυλιδιού, τόσο λιγότερο φαίνεται το διαμάντι.» (108) Στο απόσπασμα 215, ο Σαμφόρ προειδοποιεί, ακριβώς, για το πώς το πλήθος μπορεί να παρεξηγήσει την παρουσία της αρετής: «υπάρχει μια βαθιά αναισθησία στις αρετές, που εκπλήσσει και σκανδαλίζει πολύ περισσότερο από την κακία. Εκείνοι, που η δημόσια ευτέλεια ονομάζει μεγάλους άρχοντες, ή μεγάλους, οι άνθρωποι των αξιωμάτων δηλαδή, εμφανίζονται, για την πλειοψηφία, προικισμένοι με αυτή τη μισητή αναισθησία. Αυτό δεν θα μπορούσε να προέρχεται από την αόριστη ιδέα, που ελάχιστα επεξεργάστηκαν μέσα στο κεφάλι τους, πως οι άνθρωποι που είναι προικισμένοι με αυτές τις αρετές δεν είναι κατάλληλοι να γίνουν όργανα μιας μηχανορραφίας; Αδιαφορούν για τους ανθρώπους αυτούς και τους θεωρούν άχρηστους στους εαυτούς τους και στους άλλους, μέσα σε μια χώρα όπου, χωρίς τη μηχανορραφία, την υποκρισία και το δόλο, κανείς δεν πετυχαίνει τίποτε!»
            Οι υποκριτές και οι δόλιοι είναι ματαιόδοξοι, και, σύμφωνα με το απόσπασμα 112, «θα προχωρούσαμε πολύ στη μελέτη της ηθικής, αν μπορούσαμε να διακρίνουμε όλα τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν την περηφάνεια και τη ματαιοδοξία. Η πρώτη είναι υψηλή, ήσυχη, ευγενική, ήρεμη, ακλόνητη. Η δεύτερη είναι ευτελής, αβέβαιη, άστατη, ανήσυχη και ασταθής. Η μια ψηλώνει τον άνθρωπο, η άλλη τον φουσκώνει. Η πρώτη είναι η πηγή χίλιων αρετών, η άλλη πηγή σχεδόν κάθε κακίας και ελαττώματος. Υπάρχει ένα είδος περηφάνειας που περικλείει όλες τις εντολές του Θεού, και ένα είδος ματαιοδοξίας που περιλαμβάνει τα επτά μεγάλα αμαρτήματα.»
Για τον Σαμφόρ η αίσθηση για την ανθρώπινη ομορφιά βρίσκεται στην εξής ευχή: «θα έπρεπε να μπορούμε να ενώσουμε τα αντίθετα: την αγάπη για την αρετή με την αδιαφορία για την κοινή γνώμη, την επιθυμία για τη δουλειά με την αδιαφορία για τη δόξα, και τη φροντίδα της υγείας με την αδιαφορία για τη ζωή.» (120)
                                                           Ι.Σ. Χριστοδούλου 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου