Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Κικέρων: Αρετής και Φιλοσοφίας εγκώμιο


     O Κικέρων, τέκνο του Εκλεκτικισμού, έζησε ανάμεσα στο 106 και στο 43 πριν τον Χριστό. Υπήρξε πολιτικός, δικηγόρος και παραγωγικός συγγραφέας. Έζησε έντονη πολιτική ζωή, πέρασε από πολλές και σημαντικές δημόσιες θέσεις· προσπάθησε μάταια να αναστηλώσει τις δημοκρατικές αρχές, στα τελευταία χρόνια του εμφυλίου πολέμου, που κατέστρεψε τη ρωμαϊκή δημοκρατία.  Ο Κικέρων γνώρισε καλά, και στοχάστηκε εκλεκτικά, τρία κυριαρχικά ρεύματα της ελληνικής φιλοσοφίας: τον επικουρισμό, το στωικισμό και τον σκεπτικισμό. Η απήχηση και η σημαντική ιστορική του επίδραση, οφείλεται στην ικανότητα που είχε να αφομοιώνει και να εκθέτει με σαφήνεια τις θεωρίες των τριών σχολών. Ο ίδιος κρατούσε μια σκεπτικιστική στάση, χωρίς όμως ακρότητες, και χωρίς να θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της αμφιβολίας. Αξιοποιούσε, από την κάθε φιλοσοφία, τα στοιχεία που συμπλήρωναν το δικό του όραμα για τον άνθρωπο και την ηθική.
    Το κείμενο στο οποίο αναφέρομαι εδώ, ανήκει στον κύκλο των «Τουσκουλάνιων συζητήσεων». Ο τίτλος προέρχεται από το όνομα της πόλης, στην οποία ο Κικέρων είχε το σπίτι, που αποτέλεσε, υποτίθεται, τον τόπο διεξαγωγής των φανταστικών διαλόγων, που αποτυπώθηκαν ως κείμενα φιλοσοφίας. Κυρίαρχη ιδέα των κειμένων, είναι πως η αρετή αποτελεί το ύψιστο αγαθό. Ας δούμε όμως τα πράγματα παραστατικότερα, πιο ζωντανά, όπως εκφράστηκαν με την πένα του Κικέρωνα.      
     Στον πρόλογο του πέμπτου βιβλίου, ορίζει πως η φιλοσοφία μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία. Δεν πρέπει να ξεχνούμε, ότι βρισκόμαστε σε εποχή που οι άνθρωποι βίωναν άμεσα, έντονα, κάθε όψη της ζωής, πολιτικής και προσωπικής. Η τύχη τους εξαρτιόταν από την ευστοχία της προσωπικής τους απόφασης. Για τους υποψιασμένους, λοιπόν, τους έξυπνους ανθρώπους, που δεν έπαιρναν αστόχαστα τη ζωή τους, και ήξεραν τους κινδύνους που παραμονεύουν την απερισκεψία και την αδιαφορία, η καλλιέργεια της σκέψης μπορούσε να οδηγήσει στην όξυνση της αντίληψης και στην αποτελεσματικότητα της πράξης. Η πράξη, αξίωνε η φιλοσοφία, έπρεπε να είναι πράξη αρετής, πράξη που δεν θα προκαλεί προβλήματα, που δε θα περιφρονεί, δηλαδή, και δε θα βάζει σε κίνδυνο τη ζωή· πράξη που θα προστατεύει και θα δίνει προτεραιότητα στην ακεραιότητα, την ενδυνάμωση και τη βελτιστοποίηση του χαρακτήρα, του ήθους.
      «Είναι αρκετή η αρετή, για να ζούμε ευτυχισμένοι. Παρόλο που», γράφει ο Κικέρων, «είναι δύσκολο να αποδείξουμε αυτή τη θέση, αφού τα βάσανα που οφείλονται στην τύχη είναι πολλά και διάφορα, είναι από εκείνες που πρέπει να εργαστούμε για να αποδείξουμε πιο εύκολα· γιατί, ανάμεσα σ’ όλα τα ζητήματα που πραγματεύεται η φιλοσοφία, δεν υπάρχει περισσότερο σημαντικό και περισσότερο σπουδαίο.» Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος που πασχίζει να αποδείξει τη δύναμη της αρετής, είναι ο ενάρετος άνθρωπος,  που θέλει να πείσει τον εαυτό του ότι μπορεί να επιβιώσει έτσι, με όπλο την αρετή, παρόλο που αυτή μπορεί, κατά κάποιον τρόπο, να τον αποδυναμώνει και να τον εκθέτει στην περιφρόνηση και τις προσβολές ανθρώπων, που νοιάζονται μόνο για την ισχύ και το κέρδος. Μήπως όμως τελικά, και στην πράξη, μπορεί να επιβεβαιωθεί η αριστοτελική αρχή, ότι η αρετή δείχνει το δρόμο για την ευτυχία, ακόμα και για την υλική ευημερία.
     Για τον Κικέρωνα, «το κίνητρο που έσπρωξε όσους πρώτοι αφιερώθηκαν στη μελέτη της φιλοσοφίας, είναι να εγκαταλείψουν τα πάντα, για να ζήσουν μια, όσο γίνεται, καλύτερη ζωή· και είναι με την ελπίδα να ζήσουν ευτυχισμένα, που φρόντισαν τόσο και εργάστηκαν γι’ αυτή τη μελέτη. Αν ανακάλυψαν και έφθασαν στη γνώση της αρετής, κι αν η αρετή τούς βοήθησε αρκετά για να ζήσουν ευτυχισμένοι, ποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι δεν είχαν δίκιο να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, κι ότι εμείς δεν έχουμε δίκιο να ασχοληθούμε πάλι; Αν όμως η αρετή, εξαρτημένη από ποικίλες και αβέβαιες συμπτώσεις, υπόκειται στις μεταβολές της τύχης, και δεν έχει αρκετή δύναμη για να προστατέψει τον εαυτό της, φοβάμαι ότι δεν πρέπει να στηριζόμαστε τόσο στην εμπιστοσύνη μας στην αρετή, με την ελπίδα να ζήσουμε ευτυχείς, όσο ν’ αρχίσουμε να προσευχόμαστε στους θεούς. Εγώ, γράφει ο Κικέρων, καθώς σκέφτομαι τα δυστυχήματα με τα οποία με έχει δοκιμάσει η τύχη, καμιά φορά αμφιβάλλω για τη θέση – ότι αρκεί η αρετή, για να ζήσουμε ευτυχισμένοι – και φοβάμαι την αδυναμία και την ευπάθεια του ανθρώπου. Φοβάμαι ότι η φύση, που μας έδωσε σώματα ασθενικά, και που συνέδεσε μ’ αυτά ασθένειες αγιάτρευτες, και αφόρητους πόνους, μας έδωσε επίσης ψυχές που επηρεάζονται από τις σωματικές ταλαιπωρίες, και είναι εκτεθειμένες, με τη σειρά τους, σε δικές τους ανησυχίες και πόνους. Όμως, κατηγορώ τον εαυτό μου, που εκτιμώ τη δύναμη της αρετής σύμφωνα με την αδυναμία του άλλου, και ίσως τη δική μου, και όχι σύμφωνα με την ίδια την αρετή. Πράγματι, αν, και μόνο, υπάρχει αρετή, ... όλα τα δυστυχήματα που μπορούν να βρουν τον άνθρωπο βρίσκονται χαμηλότερα απ’ αυτή· τα βλέπει από ψηλά και τα περιφρονεί· απαλλαγμένη εντελώς από ελαττώματα, σκέφτεται πως τίποτα δεν την ενδιαφέρει, εκτός από τον εαυτό της. Κάνουμε τη δυστυχία πιο βαριά με το φόβο, όταν πρόκειται να έλθει, και με τη θλίψη, όταν βρίσκεται εδώ· αλλά προτιμάμε να κατηγορούμε τη φύση, περισσότερο, από το να καταδικάζουμε το σφάλμα μας».
      Ο Κικέρων πιστεύει πως «πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ζητήσουμε από τη φιλοσοφία να μας απαλλάξει από τα ελαττώματα, όπως απ’ όλες τις αδυναμίες και τις κακές μας συνήθειες. Με τη θέλησή μου, γράφει, κι επειδή μου άρεσε, στράφηκα προς τη φιλοσοφία, από πολύ νωρίς στη ζωή μου· αφού υπέφερα τόσα επώδυνα δυστυχήματα, χτυπημένος από την τρικυμία, βρίσκω καταφύγιο μέσα στο ίδιο λιμάνι, απ’ το οποίο ξεκίνησα. Ω φιλοσοφία, οδηγέ της ζωής, εσύ που αναζητείς την αρετή, και καταδιώκεις τα ελαττώματα, τι θα μπορούσε να είναι, χωρίς εσένα, δε λέω η δική μου ζωή, αλλά η ζωή όλων των ανθρώπων; Εσύ γέννησες τις πόλεις· εσύ συγκέντρωσες σε κοινωνία τους σκόρπιους ανθρώπους· εσύ τους έφερες κοντά, πρώτα με τις κατοικίες τους, μετά με τους συζυγικούς δεσμούς, και, τέλος, με το δεσμό της γραφής και του λόγου· εσύ ανακάλυψες τους νόμους· εσύ είσαι η κυρία των ηθών και της παιδείας. Σ’ εσένα βρίσκουμε καταφύγιο· από σένα ζητούμε βοήθεια· σ’ εσένα αφιερωθήκαμε τώρα, όχι όπως άλλοτε, εν μέρει, αλλά ολοκληρωτικά, και δίχως επιφύλαξη. Μια μόνη μέρα, που περνά όπως πρέπει, και σύμφωνα με τις επιταγές σου, πρέπει να την προτιμήσουμε από μια ζωή αθάνατη, που περνά μέσα σε κακές συνήθειες. Ποια βοήθεια θα ήταν για μένα περισσότερο χρήσιμη από τη δική σου, εσύ που μας χάρισες μια ζωή ήρεμη, και μας απάλλαξες από το φόβο του θανάτου; Θέλουμε ακόμα πολύ, είναι αλήθεια, για να επαινέσουμε τη φιλοσοφία όσο της αξίζει, για το ρόλο της μέσα στη ζωή των ανθρώπων· οι περισσότεροι αδιαφορούν, και πολλοί, κιόλας, την κατηγορούν· έχουν το θράσος να κατηγορούν αυτή που γεννά τη ζωή, και να στιγματίζονται με μια μητροκτονία· οι άνθρωποι είναι αρκετά ασεβείς και αχάριστοι, για να κατηγορούν εκείνη που θα έπρεπε να σέβονται, αν είχαν μπορέσει να καταλάβουν λίγο αυτό που είναι. Αλλά, νομίζω, αυτό το σφάλμα, αυτό το σκοτάδι, που απλώνεται μέσα στο πνεύμα εκείνων που δεν ξέρουν, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν μπορούν να στρέψουν το βλέμμα τους αρκετά μακριά προς τα πίσω, και στο γεγονός ότι δε βλέπουν πως, εκείνοι που έχουν δώσει μορφή στην ανθρώπινη ζωή, ήταν φιλόσοφοι.»
     Τι θα ’λεγε ο φιλόσοφος, όμως, σ’ εκείνον που θα αμφισβητούσε τη δύναμη της αρετής, και θα υποστήριζε ότι, μόνο η αρετή, δεν αρκεί για να ζήσουμε ευτυχισμένοι; «Για να ζήσουμε με δικαιοσύνη, γράφει ο Κικέρων, με ευπρέπεια και τιμή· με μια λέξη, για να ζήσουμε καλά, η αρετή δε μας βοηθάει αρκετά;... Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι, όποιος ζει μέσα στο κακό, δεν είναι δυστυχισμένος, ή να αρνηθεί ότι, ο άνθρωπος που ζει μέσα στο καλό, έχει ζωή ευτυχισμένη;
      Εδώ ο Κικέρων συναντιέται με τον Πλάτωνα. Στον διάλογο Γοργίας, ο Πλάτων παρουσιάζει τον Πώλο να λέει στο Σωκράτη: «...πρόσφατα και παλαιότερα παραδείγματα, μπορούν να σε διαψεύσουν, και να αποδείξουν ότι πολλοί άνθρωποι που αδικούν είναι ευτυχισμένοι. - Ποια παραδείγματα; ρωτά ο Σωκράτης. – Δεν βλέπεις τον Αρχέλαο, το γιο του Περδίκου, τον άρχοντα της Μακεδονίας; - Ακουστά τον έχω. – Σου φαίνεται λοιπόν ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος; - Δεν ξέρω, Πώλε· δεν συζήτησα ποτέ με τον άνθρωπο. – Τι; Πρέπει να του μιλήσεις για να ξέρεις; Δεν μπορείς αλλιώς να καταλάβεις ότι είναι ευτυχισμένος; - Μα το Δία, δεν μπορώ. – Μου φαίνεται, Σωκράτη, πως ούτε για το μεγάλο βασιλιά, μπορείς να πεις ότι ξέρεις, πως είναι ευτυχισμένος. – Την αλήθεια θα πω· γιατί δεν ξέρω αν είναι μορφωμένος και δίκαιος. – Τι πράγμα; Σ’ αυτά τοποθετείς την ευτυχία; - Αυτό είπα μόλις τώρα, Πώλε· ισχυρίζομαι ότι ο δίκαιος και καλός άνδρας, το ίδιο και η γυναίκα, είναι ευτυχής, ενώ ο άδικος και ο κακός δυστυχής. – Δηλαδή, σύμφωνα με όσα λες, τούτος εδώ, ο Αρχέλαος, είναι δυστυχής; - Σίγουρα φίλε μου, αν είναι άδικος.» (470c9-471a3)
      Όλοι οι σημαντικοί φιλόσοφοι, οι μεγάλοι εραστές της ζωής, όρισαν συνάντηση εκεί, κοντά στην αρετή, και δεν χάθηκαν· και δικαιώθηκαν ... όλοι ...· και έζησαν (και ζουν ακόμα δηλαδή)... όλοι...
                                                                                            Ι.Σ. Χριστοδούλου

1 σχόλιο:

  1. Ιδιαίτερα παρήγορη η άποψη του Κικέρωνα αλλά και του Σωκράτη για όλες τις εποχές που οι άνθρωποι βλέπουν γύρω τους τους άδικους και κακούς να χαίρουν κοινωνικού στάτους και πλούτου και νιώθουν ότι η αρετή δεν ανταμείβει όσους την ασκούν. Καταλαβαίνω καλύτερα τώρα γιατί παθιάζεσαι τόσο με την έννοια του αγαθού και της αρετής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή