Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 46

Εκείνοι,
που θελήσαν να τον πείσουν,
πως η ζωή του 
έχει κανόνες

πως έχει όρια
στενά, απέραστα,
απαραβίαστα
και απροσπέλαστα,

καλά βολεύτηκαν
χωρίς κανόνες,
χωρίς τα όρια
και τους στρατώνες,

κει που τον έκλεισαν
και τον ξεγέλασαν
και τον ρημάξανε
και τον προσπέρασαν...
                   Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 45

Θαρρείς και την ανάσα μου κρατώ,
σαν νιώθω την αλήθεια να ζυγώνει...

Μην τύχει και τρομάξει
και μου φύγει,

και πάλι στις ανάσες μου πνιγώ...
                                Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 44

Τα πιο ωραία της ζωής ταξίδια
κείνα που κάνουμε μονάχοι,

προτού να βρούμε στις ακτές μας
να μας προσμένουν μύριοι βράχοι...
                                 Ι.Σ. Χριστοδούλου

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 43

Γερνούν από την ποίηση
οι άνθρωποι,
από τις λέξεις...

Προτού από την ώρα
ωριμάζουν...

Μα αν θες της ποίησης να μάθεις
την αξία,
των λέξεων,
τη φλογισμένη σημασία,
δες
πόσο οι άνθρωποι γερνούν
πιο γρήγορα χωρίς τους...
                       Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 42

Η βροχή σταμάτησε,
τα περιστέρια σηκωθήκαν πάλι στον αέρα,

κι ο ουρανός, ακόμα, ζωγραφισμένος με σύννεφα.

Πίσω ζωή,
μπροστά ζωή.

Η βροχή ξανάρχισε...
                     Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 41

Το μαύρο σαν κοιτούν
του ουρανού,

αντί για τ' άστρα,
το φεγγάρι,

το μαύρο τους σκοτάδι
της ψυχής

βγαίνει στον κόσμο 
κι ό,τι πάρει...
                 Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 40

Δες, δες πως σμίγουνε τα σύννεφα·
όμοια οι ζωές μας...
Και μετά χωρίζουνε...τα σύννεφα...
                             Ι.Σ. Χριστοδούλου

                                              

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 39

Είμαι αυτό
που ποτέ δεν θα μάθεις.
Είσαι αυτό
που ποτέ δεν θα ξέρω...

Μόνο αν ήξερα
ποιος είμαι,
μόνο αν ήξερες ποιος είσαι...

Θα παραμέριζα...
για να περάσεις.
Θα παραμέριζες...
για να περάσω.

'Ενας ακόμα, ιδανικός,
ορισμός για τον Άνθρωπο...

Δεν έχει σημασία.
Σπανίως μεγαλώνουν οι άνθρωποι...
                                Ι.Σ. Χριστοδούλου

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Diderot: Το Φως των παθών...

O Αιώνας των Φώτων, ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, είναι εποχή που άνοιξε μέσα στον 18ο αιώνα, και την απήχησή της βιώνουμε ακόμα σήμερα. Ο Ιμάνουελ Καντ, Γερμανός φιλόσοφος που έδρασε εκείνη την εποχή, θέλησε, μ’ ένα δάνειο από τον Οράτιο, να ερμηνεύσει τον όρο «διαφωτισμός»: Sapere aude! Τόλμησε να γνωρίσεις. Έτσι, περίπου, απάντησε στο ερώτημα «τι είναι διαφωτισμός», που έθετε, σε μια υποσημείωση ενός άρθρου του κάποιος συγκαιρινός του, και πρόσθετε ότι πρόκειται για ερώτημα σχεδόν τόσο σημαντικό, όσο το ερώτημα «τι είναι αλήθεια».
Τόλμη να γνωρίσει, και αγωνία για την αλήθεια, είχε ένας Γάλλος της εποχής, ο σημαντικότερος ίσως Διαφωτιστής, ο Denis Diderot. Για να γνωρίσουμε τον σημαντικό στοχαστή, εύγλωττη είναι η άποψη της επίσημης γαλλικής αστυνομίας γι’ αυτόν. «Είναι ένα παιδί γεμάτο πνεύμα αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο. Εισήχθη στον πύργο του φρουρίου της Vincennes στις 24 Ιουλίου του 1749, αφέθηκε από εκεί ελεύθερος και παρέμεινε φυλακισμένος στο φρούριο με εντολή της 21ης του επόμενου Αυγούστου. Βγήκε στις 3 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Επειδή είχε συγγράψει έργα με τίτλους όπως: Επιστολή για τους Τυφλούς προς χρήσιν εκείνων που βλέπουν, Τα αδιάκριτα φιλιά, Φιλοσοφικές Σκέψεις, Τα Ήθη,  Ο Σκεπτικιστής ή η Αλλέα των ιδεών, Το λευκό Πουλί, μια μυθοπλαστική αφήγηση, κτλ. Είναι ένας νεαρός άνδρας που παριστάνει το μεγάλο πνεύμα και καυχάται για την ασέβειά του, πολύ επικίνδυνος· μιλώντας για τα θεία μυστήρια με περιφρόνηση, έλεγε πως, αν έφτανε η τελευταία στιγμή της ζωής του, θα εξομολογούνταν όπως και οι άλλοι και θα δεχόταν αυτό που ονομάζουν θεό, ότι δε θα το κάνει καθόλου από καθήκον, αλλά για την οικογένειά του, από φόβο μήπως τους προσάψουν ότι πέθανε χωρίς θρησκεία.»
Έτσι έβλεπαν τη διαγωγή του φιλοσόφου οι αρχές της εποχής, που πάσχιζαν να περιστείλουν την ορμή της αμφισβήτησης, τη λαχτάρα της ελεύθερης σκέψης, την επιθυμία των ανθρώπων να σκεφτούν τη ζωή τους οι ίδιοι, για λογαριασμό τους, απαλλαγμένοι από την κηδεμόνευση της επίσημης παιδείας, της επίσημης θρησκείας, της επίσημης εξουσίας. Στην αρχή του καλοκαιριού του 1746 κυκλοφορεί ένα μικρό ανώνυμο βιβλίο 136 σελίδων, δημοσιευμένο, υποτίθεται, στη Χάγη. Ο τίτλος του, Φιλοσοφικές Σκέψεις, θύμιζε εκείνον των διάσημων Φιλοσοφικών Επιστολών του Βολταίρου, των οποίων δημοσίευση, στα 1734, είχε δημιουργήσει σκάνδαλο. Στις 7 Ιουλίου, μια καταδικαστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Παρισιού, ορίζει ότι το βιβλίο πρέπει να «κομματιαστεί και να καεί από τον δήμιο, ως σκανδαλώδες και αντίθετο με τη θρησκεία και τα χρηστά ήθη». Το αιτιολογικό της απόφασης διευκρινίζει ότι το φαινομενικό ηθικό δίδαγμα, που υιοθετείται από τον συγγραφέα, τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο θρησκευτικές ιδέες αντιφατικές μεταξύ τους, πράγμα που ανοίγει διάπλατα το δρόμο της αθρησκείας. Στο κείμενο, πάντως, των Φιλοσοφικών Σκέψεων, ο Diderot αρχίζει ως εξής: «Γράφω για τον Θεό. Υπολογίζω σε λίγους αναγνώστες, και δεν επιζητώ παρά μερικές ευμενείς κρίσεις. Εάν αυτές οι σκέψεις δεν αρέσουν σε κανένα, ενδέχεται να είναι απλώς κακές· αλλά θα τις θεωρήσω αποκρουστικές, εάν συμβεί να αρέσουν σε όλο τον κόσμο.»
Εδώ θα παρακολουθήσουμε το κείμενο των Φιλοσοφικών Σκέψεων από την αρχή, τον τρόπο που στέκεται ο φιλόσοφος απέναντι στο πρώτο – πρώτο θέμα του, τα πάθη. «Ρητορεύουμε, γράφει, ασταμάτητα κατά των παθών. Τους καταλογίζουμε τα βάσανα του ανθρώπου, και ξεχνούμε πως είναι επίσης πηγή όλων του των απολαύσεων. Αποτελούν ένα στοιχείο της συγκρότησής του, για το οποίο δεν μπορούμε να πούμε ούτε πάρα πολλά καλά ούτε πάρα πολλά κακά.» Αυτό που κάνει τον Diderot να αγανακτεί, είναι ότι δεν βλέπουμε τα πάθη ποτέ παρά μόνο από την κακή τους πλευρά. «Λες και θα αποτελούσε προσβολή για τη λογική, αν λέγαμε μια λέξη υπέρ των αντιπάλων της.» Δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι ο σημαντικός αυτός και πανέξυπνος εκφραστής του Διαφωτισμού, της πίστης στον ορθό λόγο, σκέφτεται έτσι, με τόσο σεβασμό για τα πάθη. Η εμπιστοσύνη του στη λογική, προφανώς, δεν ήταν στείρα· δεν είχε κομματιάσει την ανθρώπινη υπόσταση, για να απορρίψει  συγκινήσεις και πάθη, την αγάπη, ας πούμε, την αποστροφή, το αίσθημα της αδικίας, της δικαιοσύνης, και να κρατήσει ιδέες, μόνο, και έννοιες. Θεωρούσε ότι «μόνο τα πάθη, και μάλιστα τα μεγάλα πάθη, είναι αυτά που μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή στο ύψος των μεγάλων πραγμάτων. Χωρίς αυτά, γράφει, δεν υπάρχει πια μεγαλείο, ούτε στα ήθη ούτε στα έργα· οι καλές τέχνες επιστρέφουν στο νηπιακό στάδιο, και η αρετή γίνεται μικρόλογη.»
Το ήθος ξεχωρίζει από τη φλόγα που αποπνέουν οι ιδέες, οι συγκινήσεις και το φέρσιμό μας. Η πράξη μας, η αξιοσύνη των έργων μας, φωτίζεται από το πάθος που τα συντηρεί και τα πολλαπλασιάζει. Η τέχνη υψώνεται στο απυρόβλητο του αιώνιου, όταν το πάθος για την τέχνη του αποσπάσει τον καλλιτέχνη από τον εαυτό του, και τον εγκαταλείψει έρμαιο, στο κυνήγι της έκφρασης. Η αρετή, τέλος, είναι πάθος για το ιδανικό· πάθος που δεν παραχωρεί στιγμή από το χρόνο της προσπάθειας, ικμάδα από τη δύναμη της μοναχικής επίθεσης, ενάντια στη φθορά και την κόπωση· πάθος που δεν θυσιάζει σπιθαμή από το αλώνι του αγώνα. Όλα τα μεγάλα πράγματα, τα μεγάλα έργα και η μεγάλη έκφραση, τρέφονται από πάθη, όχι από τη λογική.
«Τα συγκρατημένα πάθη, προειδοποιεί ο Diderot, είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τους κοινούς ανθρώπους. Εάν περιμένω τον εχθρό, όταν πρόκειται για τη σωτηρία της πατρίδας μου, δεν είμαι παρά ένας συνηθισμένος πολίτης. Η φιλία μου είναι μια φιλία επιφυλακτική, αν ο κίνδυνος ενός φίλου μού αφήνει τα μάτια ανοιχτά για τον δικό μου. Η ζωή μου μού είναι περισσότερο πολύτιμη από την αγαπημένη μου; Δεν είμαι παρά ένας ερωτευμένος όμοιος με κάθε άλλον.»
«Τα εξασθενημένα πάθη φθείρουν τους εξαιρετικούς ανθρώπους. Ο καταναγκασμός αφανίζει το μεγαλείο και την ενέργεια της φύσης. Κοιτάξτε αυτό το δέντρο, γράφει ο Diderot· στον πλούτο των κλαδιών του χρωστάτε τη δροσιά και την έκταση της σκιάς του· θα τα απολαύσετε μέχρι να ’ρθει ο χειμώνας να το απογυμνώσει από το φύλλωμά του. Η ποίηση, η ζωγραφική, η μουσική, χάνουν πια τη λάμψη τους, όταν η δεισιδαιμονία έχει επιφέρει στην ιδιοσυγκρασία τις συνέπειες που είναι κανονικά έργο των γηρατειών.»
Μήπως, όμως, υπάρχουν προϋποθέσεις, όροι για την ενέργεια των παθών, όρια δηλαδή, που διασφαλίζουν την ανάπτυξη και την ευδοκίμησή τους; Πράγματι, στην τέταρτη παράγραφο των Φιλοσοφικών Σκέψεων, διαβάζουμε: «Θα ήταν λοιπόν ευτυχία, θα μου πει κάποιος, να έχουμε δυνατά πάθη. Ναι, δίχως αμφιβολία, αν όλα είναι σε συμφωνία μεταξύ τους. Δημιουργήστε μεταξύ τους μια τέλεια αρμονία, και μη φοβάστε καμία ταραχή από αυτά. Εάν η ελπίδα ισοσταθμιστεί από το φόβο, το ζήτημα τιμής από την αγάπη για τη ζωή, η ροπή προς την ηδονή από το ενδιαφέρον για την υγεία, τότε δεν θα δείτε ούτε ακόλαστους, ούτε παράτολμους, ούτε δειλούς.»
Όταν ισορροπούν, λοιπόν, και το ένα προστατεύει και αφήνει χώρο στο άλλο, τα πάθη καταξιώνονται. Εργάζονται για την κοινή τους σωτηρία, και για τη σωτηρία του σώματος και της ψυχής που τα φιλοξενεί. Για τον Diderot, παραλογισμός είναι η απαξίωση και η άκριτη κατακεραύνωση των παθών. Η τυφλή εμπιστοσύνη στη λογική, και η αναγωγή της σε αποκλειστική λειτουργία του ανθρώπου, οδηγεί στην έκπτωση της δύναμης, στην απώλεια της χαράς που μπορεί να προσφέρει η ζωή, στην ακύρωση της ανακαίνισης ψυχής και σώματος, που παρέχει η συγκίνηση. Το δίχως άλλο, επίσης, η μονοδιάστατη αντίληψη της υπόστασής μας, αδικεί και αποδυναμώνει την ίδια τη λογική, και παραμορφώνει τον άνθρωπο: «Να θέτουμε ως στόχο, γράφει ο Γάλλος φιλόσοφος, τη συντριβή των παθών, είναι το άκρον άωτον της τρέλας. Ωραίο, μα την αλήθεια, το σχέδιο ενός θρησκόληπτου, που βασανίζεται σαν κατάδικος, ώστε τίποτε να μην επιθυμεί, τίποτε να μην αγαπά, τίποτε να μη νιώθει, και που θα κατέληγε να γίνει ένα αληθινό τέρας, αν τα κατόρθωνε όλα αυτά!»
Η πίστη που καταντά θρησκοληψία, και οδηγεί στο φόβο και σε απερίσκεπτες, αυτοκαταστροφικές ασκήσεις εγκράτειας, στην αυτομαστίγωση της μετάνοιας, συκοφαντεί και διαστρεβλώνει τις προθέσεις του θεού, ακυρώνει την ωφέλεια από την ιδέα του: «Τι φωνές! Τι θρήνοι! Τι οδυρμοί! Ποιος φυλάκισε σ’ αυτά τα μπουντρούμια όλα τούτα τα πτώματα που θρηνολογούν; Ποια εγκλήματα διέπραξαν όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι; Άλλοι χτυπούν το στήθος τους με πέτρες· άλλοι ξεσχίζουν το σώμα τους με σιδερένια νύχια· όλοι έχουν τον πόνο της μετάνοιας και το θάνατο στα μάτια. Ποιος τους καταδικάζει σ’ αυτά τα βασανιστήρια; Ο θεός τον οποίο προσέβαλαν... Μα ποιος είναι λοιπόν αυτός ο θεός; Ένας θεός πανάγαθος... Ένας πανάγαθος θεός θα έβρισκε ευχαρίστηση να αναλύεται σε δάκρυα; Όλος αυτός ο τρόμος δεν θα αποτελούσε προσβολή της πραότητάς του; Εάν οι εγκληματίες έπρεπε να κατευνάσουν την οργή ενός τυράννου, τι περισσότερο θα έκαναν;»
Σήμερα, που η θρησκοληψία επανακάμπτει μασκαρεμένη με το προσωπείο του θρησκευτικού εκσυγχρονισμού, και οι μεταπράτες της σωτηρίας καμαρώνουν για την αντιαισθητική τους δήθεν άνεση στο λόγο και στο φέρσιμο, τα κείμενα του Diderot, και των άλλων Διαφωτιστών, θα μας χρειαστούν. Κουρασμένοι από την ευμάρεια και το τυφλό ξόδεμα του εαυτού τους, πολλοί είναι έτοιμοι να μετανοήσουν, να λογοδοτήσουν και να πληρώσουν σε πλήθος μασκαρεμένους, αυτόκλητους και ανάξιους τιμητές. Έτσι γινόταν και τον Μεσαίωνα. Ο αιώνας των Φώτων πρέπει να βρίσκεται μπροστά...
                                                                                           Ι.Σ. Χριστοδούλου

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 38

Στο νου σαν αναδεύονται οι λέξεις,
το νιώθεις τότε,

κάτι συμβαίνει.

Σε ξεπερνάει,
προφανώς.

Δεν εξαρτάται από σένα.

Δουλεύει μυστικά, κρυφά,
συνεσταλμένα.

Κι εσύ, τι κάνεις;
Θα 'ρθει η φράση,
δεν θα 'ρθεί;

Να περιμένεις;

Ή να χιμίξεις μπρος και να τ' αρπάξεις;
Το νόημα, θέλω να πω, να το δαμάσεις;

Χαρτί και πένα περιμένει.
Τότε μερώνει
και σωπαίνει...

Ξαπλώνει στο χαρτί
και ξανασαίνει!
                Ι.Σ. Χριστοδούλου

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 37

Αβέβαιο το τέλος,
δυσανάγνωστο,

ενός καιρού μισού,
που παραπαίει.

Μην πάψεις, μόνο,
να μιλάς...

Κι ο ήχος συντροφιά σου,
της μιλιάς σου...
                Ι.Σ. Χριστοδούλου

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 36

Των λέξεων η θάλασσα
φουσκώνει,

κι ο άνεμος
που έρχεται από μέσα

-άλλοι θα πούνε από πάνω -
αλύπητα
τη γλώσσα να λακτίζει.

Απ' όσα λες,
να εννοείς περισσότερα,
και περισσότερα ακόμα...

Ακόμα ένας ορισμός της ποίησης...
                                      Ι.Σ. Χριστοδούλου
 

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Freud: τα "διαμερίσματα" της ψυχής


    O Freud, ο πατέρας της ψυχανάλυσης, μοίρασε την  ανθρώπινη προσωπικότητα, την ανθρώπινη ψυχή σε περιοχές, σε διαμερίσματα. Από το βιβλίο με τίτλο Νέα εισαγωγικά μαθήματα στην ψυχανάλυση, θα σταθούμε στο τριακοστό πρώτο μάθημα, με τίτλο: “Η ανατομία της ψυχικής προσωπικότητας”.
Ο Freud εισήγαγε όρους καινοφανείς, θεωρητικά όργανα πρωτότυπα στην ιστορία της σκέψης. “Εγώ”, “υπέρ – εγώ”, “αυτό”, “συνειδητό”, “ασυνείδητο”, είναι ονόματα που περιγράφουν τμήματα της ανθρώπινης ψυχής, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο εμφανή.
Τι σημαίνει ο όρος «συνειδητό», είναι πέρα από κάθε αμφιβολία. Σε ό,τι αφορά το «ασυνείδητο», η παλαιότερη και καλύτερη σημασία της λέξης είναι η περιγραφική· ονομάζουμε «ασυνείδητη» οποιαδήποτε ψυχική ή διανοητική διαδικασία, την ύπαρξη της οποίας είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε – επειδή, για παράδειγμα, τη συμπεραίνουμε, κατά κάποιον τρόπο, από τα αποτελέσματά της· τα οποία, όμως, δε γνωρίζουμε άμεσα. Με το δικό μας ασυνείδητο, έχουμε την ίδια σχέση που έχουμε με τον ψυχισμό ενός άλλου προσώπου, με τη διαφορά ότι ανήκει σ’ εμάς.
Σε ό,τι αφορά τον όρο «αυτό», ο Freud τον δανείστηκε από τον Νίτσε, για να εκφράσει τον ουσιαστικό χαρακτήρα μιας συγκεκριμένης περιοχής της ψυχής – το χαρακτηριστικό να είναι ξένη στο εγώ. Το «αυτό» είναι το σκοτεινό, απρόσιτο μέρος της προσωπικότητάς μας· τα λίγα που γνωρίζουμε γι’ αυτό, τα μάθαμε από τη μελέτη των ονείρων, και το σχηματισμό των νευρωτικών συμπτωμάτων. Τα περισσότερα έχουν αρνητικό χαρακτήρα, και, αυτό που μπορούμε να πούμε, είναι πως είναι όλα όσα δεν είναι το εγώ. Περισσότερο μπορούμε να πλησιάσουμε το «αυτό» με εικόνες, και να το ονομάσουμε χάος, μια χύτρα που βράζει με ενθουσιασμό. Υποθέτουμε ότι, κάπου, βρίσκεται σε άμεση επαφή με σωματικές διαδικασίες, και αντλεί από αυτές ενστικτώδεις ανάγκες, και τους δίνει διανοητική έκφραση, αλλά δεν μπορούμε να πούμε σε ποιο υπόστρωμα γίνεται αυτή η επαφή. Τα ένστικτα το γεμίζουν με ενέργεια, αλλά δεν έχει οργάνωση και ενοποιημένη βούληση· έχει μόνο μια παρόρμηση να ικανοποιήσει τις ενστικτώδεις ανάγκες, σύμφωνα με την αρχή της ικανοποίησης.
Οι νόμοι της λογικής δεν έχουν θέση στην περιοχή του «αυτό». Αντιθετικές παρορμήσεις υπάρχουν δίπλα – δίπλα, χωρίς να εξουδετερώνουν η μια την άλλη, ή να παραμερίζουν· περισσότερο συνδυάζονται και συμβιβάζονται, καθώς μια έντονη ανάγκη, για την οικονομία του εαυτού, ζητεί την αποφόρτιση της ενέργειάς τους. Έκπληκτοι ανακαλύπτουμε, λέει o Freud, ότι, στην περίπτωση του “αυτό”, χρόνος και χώρος δεν υπάρχουν. Μέσα στο «αυτό» τίποτα δεν ανταποκρίνεται στην ιδέα του χρόνου, τίποτα δεν αναγνωρίζει την πάροδο του χρόνου, ή την αλλοίωση των διανοητικών διαδικασιών. Μόνιμες παρορμήσεις, που ποτέ δεν πήγαν πέρα από το «αυτό», ακόμη και εντυπώσεις, που συμπιέστηκαν κάτω, μέσα στο «αυτό», είναι στην πραγματικότητα αθάνατες, και διατηρούνται για ολόκληρες δεκαετίες, σαν να προέκυψαν πρόσφατα. Φυσικά, το «αυτό» δεν γνωρίζει αξίες, τίποτε καλό και κακό, καμιά ηθικότητα. Ο οικονομικός, ή ο ποσοτικός παράγοντας, που συνδέεται στενά με την ευχαρίστηση, κυριαρχεί σε όλες του τις διαδικασίες. Ενστικτώδεις καθέξεις, ή έξεις, που αναζητούν αποφόρτιση, - αυτό είναι το περιεχόμενο του «αυτό».
Το εγώ, τώρα, στο βαθμό που πρέπει να το διακρίνουμε από το «αυτό» και το υπερ – εγώ, θα το κατανοήσουμε αν το αναγνωρίσουμε στο σύστημα της αντίληψης και της συνείδησης. Αυτό το σύστημα κατευθύνεται στον εξωτερικό κόσμο, αντλεί από αυτόν αντιλήψεις, και μέσα του παράγεται, όταν λειτουργεί, το φαινόμενο της συνείδησης.
Το αισθητήριο όργανο της αντίληψης στο σύνολό της αντιλαμβάνεται, επιπλέον, όχι μόνο τα ερεθίσματα από έξω, αλλά, επίσης, εκείνα που επισυμβαίνουν στο εσωτερικό του πνεύματος. Δύσκολα θα πέσουμε έξω, αν θεωρήσουμε το εγώ ως εκείνο το μέρος του «αυτό», που τροποποιήθηκε από την επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, και με την επίδραση που ο τελευταίος είχε πάνω του. Το εγώ προσλαμβάνει ερεθίσματα και προστατεύει τον οργανισμό από αυτά. Λειτουργεί όπως ο φλοιός, με τον οποίο περιβάλλεται μια ζωντανή υπόσταση. Αυτή η σχέση με τον εξωτερικό κόσμο είναι αποφασιστική για το εγώ. Το εγώ έχει αναλάβει το καθήκον της αντιπροσώπευσης του εξωτερικού κόσμου για το «αυτό», που τυφλά προσπαθεί να ικανοποιήσει τα ένστικτά του, αδιαφορώντας τελείως για την ανώτερη ισχύ των εξωτερικών δυνάμεων. Αλλιώς, ο οργανισμός δεν θα γλύτωνε τον αφανισμό. Εκπληρώνοντας αυτή τη λειτουργία, το εγώ πρέπει να παρατηρήσει τον εξωτερικό κόσμο, και να διατηρήσει μια αληθινή εικόνα γι’ αυτόν, στα ίχνη της μνήμης που άφησε η αντίληψή του, και, με το τεστ της πραγματικότητας, πρέπει να περιορίσει οποιοδήποτε στοιχείο, σε αυτή την εικόνα του εξωτερικού κόσμου, το οποίο αποτελεί πηγή ανησυχίας.
Συνολικά, το εγώ πρέπει να εκπληρώσει τις προθέσεις του «αυτό»· εκπληρώνει το καθήκον του, αν πετύχει να δημιουργήσει συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές οι προθέσεις μπορούν να πραγματωθούν με τον καλύτερο τρόπο. Μπορεί κανείς να συγκρίνει τις σχέσεις του εγώ με το «αυτό», με εκείνες ανάμεσα σ’ έναν αναβάτη και το άλογό του. Το άλογο παρέχει την κινητήρια ενέργεια, και ο αναβάτης έχει το προνόμιο να καθορίσει το σκοπό, και να οδηγήσει τις κινήσεις του γεμάτου δύναμη αλόγου του προς εκείνον. Αλλά, πάρα πολύ συχνά, στις σχέσεις ανάμεσα στο εγώ και το «αυτό», αντικρίζουμε μια καθόλου ιδεώδη εικόνα, στην οποία ο αναβάτης είναι υποχρεωμένος να οδηγήσει το άλογό του στην κατεύθυνση που το ίδιο θέλει να πάει.
Μια παροιμία λέει ότι δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί δύο αφέντες ταυτόχρονα. Το φτωχό εγώ περνάει ακόμα πιο δύσκολα· είναι υποχρεωμένο να υπηρετεί τρεις σκληρούς αφέντες, και πρέπει να κάνει το καλύτερο για να συμφιλιώσει τις απαιτήσεις και των τριών. Αυτές οι απαιτήσεις βρίσκονται πάντα σε αντιδιαστολή, και συχνά μοιάζουν αρκετά ασυμβίβαστες· δεν είναι καθόλου παράξενο που το εγώ, τόσο συχνά, λυγίζει κάτω από το βάρος του καθήκοντος. Οι τρεις τύραννοι είναι ο εξωτερικός κόσμος, το υπέρ – εγώ και το «αυτό». Το ίδιο αισθάνεται περικυκλωμένο από τρεις πλευρές, να το απειλούν τρεις κίνδυνοι, απέναντι στους οποίους αντιδρά αναπτύσσοντας άγχος, όταν πιέζεται πάρα πολύ.
Επειδή η πηγή του εγώ βρίσκεται σε εμπειρίες του αντιληπτικού συστήματος, είναι σχεδιασμένο να αντιπροσωπεύει τις απαιτήσεις του εξωτερικού κόσμου, αλλά, επίσης, θέλει να είναι πιστός υπηρέτης του «αυτό», να διατηρεί καλές σχέσεις με το «αυτό», και να έλκει την ενέργεια, τη «libido» του «αυτό» στον εαυτό του.
Την παραμικρή κίνηση του εγώ, παρακολουθεί το αυστηρό υπέρ-εγώ, το οποίο προβάλλει ορισμένους κανόνες συμπεριφοράς, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις δυσκολίες που προέρχονται από το «αυτό» και τον εξωτερικό κόσμο· όταν, μάλιστα, αυτοί οι κανόνες δεν τηρούνται, τιμωρεί το εγώ με τα αισθήματα του άγχους, που εκδηλώνονται ως αίσθημα κατωτερότητας και ενοχής. Με τον τρόπο αυτό, πιεσμένο από το «αυτό», καταπιεσμένο από το υπέρ – εγώ, και περιφρονημένο από την πραγματικότητα, το «εγώ» πασχίζει να ανταποκριθεί στο οικονομικό του καθήκον, να δώσει στις δυνάμεις και τις επιρροές που επενεργούν μέσα και πάνω του ένα είδος αρμονίας· καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πώς γίνεται να μην μπορούμε, τόσο συχνά, να συγκρατήσουμε την κραυγή: «Η ζωή δεν είναι εύκολη». Όταν το εγώ εξαναγκάζεται να αναγνωρίσει την αδυναμία του, ξεσπάει σε άγχος. Άγχος για την πραγματικότητα, μπροστά στον εξωτερικό κόσμο, ηθικό άγχος ενώπιον του υπέρ – εγώ, και νευρωτικό άγχος, μπροστά στην ισχύ των παθών που έχουν την πηγή τους στο «αυτό».
Βεβαίως, όπως επισημαίνει ο Φρόυντ, όταν σκεφτόμαστε αυτή τη διαίρεση της προσωπικότητας σε εγώ, υπέρ – εγώ και αυτό, δεν πρέπει να φανταζόμαστε αυστηρές διαχωριστικές γραμμές, όπως εκείνες που σχεδιάζονται στο χώρο της πολιτικής γεωγραφίας. Προτρέπει να μην κρίνουμε πολύ αυστηρά μια πρώτη προσπάθεια σκιαγράφησης ενός πράγματος τόσο φευγαλέου, όσο η ανθρώπινη ψυχή. Είναι πολύ πιθανό, ότι η έκταση αυτών των διαχωρισμών ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό από πρόσωπο σε πρόσωπο· είναι πιθανό, επίσης, ότι η ίδια η λειτουργία τους ποικίλλει, και ότι μπορεί, κάποτε, να υφίστανται μια πολύπλοκη διαδικασία. Οι θεραπευτικές προσπάθειες της ψυχανάλυσης θέλουν να ισχυροποιήσουν το εγώ, να το κάνουν περισσότερο ανεξάρτητο από το υπέρ – εγώ, να πλατύνουν το πεδίο της όρασής του, και, έτσι, να επεκτείνουν τον οργανισμό του, ώστε να μπορεί να κατακτήσει περισσότερες περιοχές του «αυτό». Εκεί που βρισκόταν το «αυτό», πρέπει να έρθει το «εγώ»! 
Ι.Σ. Χριστοδούλου

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 35

Ο άνεμος,
που φυσά καλοκαίρι...

Στο διάβα του
καρδιές σκυφτές.

Κι αυτός ο θόρυβος
κλαυτός,
πνιχτός...

Του ανέμου,
που φυσά καλοκαίρι,

της ζωής που μουγκρίζει,
στης περίστασης μέσα
το χέρι...

Ο άνεμος,
που φυσά καλοκαίρι...
               Ι.Σ. Χριστοδούλου

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Σοπενχάουερ: ο πόνος για τη ζωή..


            O Άρθουρ Σοπενχάουερ είναι φιλόσοφος – φανέρωμα στην ιστορία της σκέψης. Τα συμπεράσματά μας, εδώ, θα διαψεύσουν, ή, τουλάχιστον, θα αμφισβητήσουν την πάγκοινη ιδέα, ότι ο Σοπενχάουερ προέτρεπε στον πεσιμισμό και τη θλίψη.
Ο Γερμανός φιλόσοφος γεννήθηκε το 1788 και πέθανε το 1860. Αποδείχθηκε πως επηρέασε περισσότερο τους λογοτέχνες (για παράδειγμα τον Τόμας Μαν) και γενικά τις συνειδήσεις των κοινών ανθρώπων, και λιγότερο τους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας.
            Ο Σοπενχάουερ ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε κατεξοχήν, και μίλησε πολύ για έναν κόσμο που υποφέρει, για τον πόνο που εξόφθαλμα μας περιβάλλει, και για τη σύγχυση, το πάθος, το κακό – όλα όσα άλλοι φιλόσοφοι, φαίνεται μόλις να τα πρόσεξαν, και διαρκώς προσπαθούσαν να τα διαλύσουν σε μιαν αρμονία που αγκαλιάζει τα πάντα. Ο Σοπενχάουερ ήταν ο φιλόσοφος που είχε το κουράγιο να δει και να δείξει ότι, στα θεμέλια της φύσης, δεν υπάρχει μόνο το καλό.
«Αν», γράφει στο κείμενο που επιγράφεται Σχετικά με τα βάσανα του κόσμου, «τελικά, ο πόνος δεν είναι το άμεσο, το αυταπόδεικτο και αυτονόητο αντικείμενο της ζωής, το άμεσο περιεχόμενό της, τότε η ύπαρξή μας πρέπει, ολοκληρωτικά, να έχει αποτύχει στο σκοπό της. Είναι παράξενο, το τεράστιο ποσό πόνου, που συσσωρεύεται παντού στον κόσμο, και πηγάζει από ανάγκες και αναγκαιότητες αξεχώριστες από την ίδια τη ζωή, να θεωρούμε πως δεν εξυπηρετεί κανέναν απολύτως σκοπό, και πως είναι αποτέλεσμα τύχης και μόνο. Κάθε ξεχωριστή δυστυχία, όταν μας επισκέπτεται, δείχνει, χωρίς αμφιβολία, να είναι η εξαίρεση· αλλά, γενικά, η δυστυχία είναι ο κανόνας».
Πρόκειται για μια μάλλον εύκολη διαπίστωση, που δεν αργεί κανείς να ομολογήσει πως την έχει κάνει, την κάνει, και φοβάται πως θα την κάνει στο μέλλον, για τους άλλους και για τον ίδιο του τον εαυτό. Προχωρώντας στη ζωή, ανακαλύπτουμε πως «η ευτυχία, τελικά, δεν είναι τόσο ευχάριστη όσο περιμέναμε, και ο πόνος είναι πολύ περισσότερο επώδυνος.»
«Κάποιοι», γράφει ο Σοπενχάουερ, «είπαν πως η ευτυχία σ’ αυτό τον κόσμο είναι τελικά περισσότερη από τον πόνο· ή, εν πάση περιπτώσει, υπάρχει μεταξύ τους ισορροπία. Αν θέλετε να διαπιστώσετε αν αυτή η δήλωση αληθεύει, κάντε μια σύγκριση ανάμεσα στα αντίστοιχα αισθήματα δύο ζώων, ένα από τα οποία είναι υποχρεωμένο να φάει το άλλο. Η καλύτερη παρηγοριά, στη δυστυχία ή τη θλίψη οποιασδήποτε μορφής, είναι, (αρκετά συχνά πράγματι) η σκέψη άλλων ανθρώπων, που βρίσκονται σε χειρότερη περίσταση από εσένα· κι αυτή είναι μια μορφή παρηγοριάς ανοιχτή στον καθένα. Όμως, πώς γίνεται, έτσι, απαίσια η μοίρα της ανθρωπότητας στο σύνολό της.»
Με μιαν εύγλωττη εικόνα, ο φιλόσοφος που προσέλαβε και ερμήνευσε με ιδιαίτερο τρόπο το ρεύμα του Διαφωτισμού της εποχής του, περιγράφει την ανθρώπινη κατάσταση όπως μόνο ένα σταθερό και σκληρό βλέμμα μπορεί να την αποτυπώσει: «Μοιάζουμε με αρνιά στον αγρό, που διασκεδάζουν κάτω από το βλέμμα του χασάπη, ο οποίος, πρώτα το ένα και μετά το άλλο, μας διαλέγει για θήραμά του. Έτσι, αυτό που συμβαίνει είναι ότι, στις καλές μας ημέρες, δεν υποψιαζόμαστε καθόλου την κακή μοίρα που μπορεί να μας περιμένει – αρρώστια, φτώχεια, ακρωτηριασμός, απώλεια της όρασης ή του λογικού.»
Ας αρχίσουμε όμως, σιγά – σιγά, να βλέπουμε τα στοιχεία που, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, συνθέτουν τον πίνακα της ανθρώπινης ζωής. Θα σταματήσουμε σε κάποιες έννοιες κλειδιά, με πρώτη την έννοια του χρόνου: «Όχι μικρό μέρος της δυστυχίας της ύπαρξης, βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Χρόνος μάς πιέζει διαρκώς, χωρίς να μας αφήνει ποτέ να πάρουμε ανάσα, αλλά μας κυνηγά διαρκώς, όπως ένας επιστάτης με μαστίγιο. Αν, κάποια στιγμή, ο Χρόνος κρατήσει το χέρι του ακίνητο, τότε μας παραλαμβάνει η δυστυχία της ανίας.» Η πρόταση αυτή γράφτηκε πριν δυο αιώνες, αλλά σήμερα, και, μάλιστα, εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, περιγράφει πιστά, και δυστυχώς πολύ πιστά, την κατάσταση καταδίωξης στην οποία τελούμε οι άνθρωποι μιας, πάνω απ’ όλα, «αισιόδοξης» εποχής.
Ο Σοπενχάουερ δέχεται, αναγνωρίζει, προϋποθέτει θα έλεγα, ότι «ορισμένη ποσότητα μέριμνας, πόνου ή προβλημάτων είναι απαραίτητη σε κάθε άνθρωπο σε όλες τις εποχές. Ένα πλοίο δίχως ισοσταθμισμένο φορτίο είναι ασταθές, και δεν θα πλεύσει στην ευθεία.»
Προχωρεί, μάλιστα, και αξιώνει πως οι δυσχέρειες και οι δυσκολίες είναι απαραίτητες, προτιμότερες από την αμεριμνησία και την άνεση: «Το σίγουρο, γράφει, είναι πως η εργασία, η ανησυχία, ο μόχθος και τα προβλήματα γεμίζουν τη ζωή όλων σχεδόν των ανθρώπων. Αν, όμως, όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονταν αμέσως μόλις ανέκυπταν, πώς οι άνθρωποι θα περνούσαν τη ζωή τους; τι θα έκαναν με το χρόνο τους; Αν ο κόσμος ήταν παράδεισος άνεσης και ευκολίας, μια γη που ξεχειλίζει από γάλα και μέλι, όπου καθένας θα έβρισκε αμέσως το ταίρι του, οι άνθρωποι θα πέθαιναν από ανία ή θα κρεμιούνταν· ή θα υπήρχαν πόλεμοι, σφαγές και φόνοι· έτσι ώστε, στο τέλος, η ανθρωπότητα θα συσσώρευε περισσότερο πόνο, απ’ όσο έχει τώρα να υποφέρει στα χέρια της Φύσης.»
Στο εσωτερικό της ανθρώπινης ζωής, παρόλα αυτά, ο χρόνος μετρά διαφορετικά, ανάλογα με το σταθμό απ’ τον οποίο, κάθε φορά, αντικρίζουμε τη διαδρομή μας στον κόσμο: «Όταν είμαστε νέοι, νωρίς στη ζωή μας δηλαδή, καθώς ατενίζουμε τη ζωή που έρχεται, μοιάζουμε με παιδιά σ’ ένα θέατρο, προτού ανεβεί η αυλαία, που κάθονται εκεί χαρούμενα, περιμένοντας με ενθουσιασμό να αρχίσει το έργο. Είναι ευλογία που δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται πραγματικά να συμβεί. Αν μπορούσαμε να δούμε στο μέλλον, υπάρχουν φορές που τα παιδιά μπορεί να μοιάζουν με αθώους φυλακισμένους, καταδικασμένους όχι σε θάνατο, αλλά στη ζωή, και χωρίς καθόλου να καταλαβαίνουν τι σημαίνει η ποινή τους. Παρόλα αυτά, κάθε άνθρωπος επιθυμεί να φθάσει στα γεράματα· με άλλα λόγια, μια κατάσταση στη ζωή για την οποία μπορεί κανείς να πει: «είναι άσχημα σήμερα, και θα είναι χειρότερα αύριο· και ούτω καθεξής, μέχρι το χειρότερο απ’ όλα.»
          Αν προσπαθήσεις να φανταστείς, όσο πιο συγκεκριμένα μπορείς, πόση δυστυχία και πόνο κάθε είδους φωτίζει ο ήλιος στην πορεία του, θα παραδεχτείς ότι θα ήταν πολύ καλύτερο αν, και πάνω στη γη, τόσο λίγο όσο πάνω στο φεγγάρι, ο ήλιος ήταν ικανός να προκαλέσει τα φαινόμενα της ζωής· και αν, εδώ όπως κι εκεί, η επιφάνεια ήταν ακόμα κρυστάλλινη και διάφανη.
Πάλι, μπορείς να αντικρίσεις τη ζωή σαν ανώφελο επεισόδιο, που διαταράσσει την ευλογημένη ηρεμία της ανυπαρξίας. Και, σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν τα πράγματα σού είχαν πάει αρκετά καλά, όσο περισσότερο ζήσεις τόσο πιο καθαρά θα νιώσεις ότι, στο σύνολό της, η ζωή είναι μια απογοήτευση· κι όχι μόνο αυτό, αλλά μια απάτη.
Αν δυο άνθρωποι, που ήταν φίλοι στα νιάτα τους, συναντηθούν πάλι όταν γεράσουν, αφού χωρίστηκαν για μια ζωή, το βασικό συναίσθημα που θα έχουν όταν αντικρίσουν ο ένας τον άλλο, θα είναι εκείνο της πλήρους απογοήτευσης από τη ζωή στο σύνολό της· επειδή οι σκέψεις τους θα μεταφερθούν πίσω σ’ εκείνη, την παλιά εποχή, τότε που η ζωή έμοιαζε τόσο όμορφη, διάχυτη μπροστά τους, στο κοκκινωπό φως της αυγής, να υπόσχεται τόσα πολλά – και μετά να κάνει τόσα λίγα. Αυτό το αίσθημα, τόσο πολύ θα κυριαρχήσει πάνω σε κάθε άλλο, που δεν θα το θεωρήσουν καν αναγκαίο να το εκφράσουν με λέξεις· αλλά, και οι δυο πλευρές, θα το υποθέσουν σιωπηλά, και θα αποτελέσει το υπόβαθρο όλων όσα έχουν να συζητήσουν.»
«Θα μου πουν υποθέτω», γράφει ο Σοπενχάουερ, «ότι η φιλοσοφία μου είναι άβολη – επειδή λέω την αλήθεια· και οι άνθρωποι προτιμούν να τους διαβεβαιώνουν ότι όλα όσα δημιούργησε ο Κύριος είναι καλά. Πήγαινε με τους παπάδες, λοιπόν, και άφησε τους φιλοσόφους στην ησυχία τους! Όπως και να ’χει, μη μας ζητάς να προσαρμόσουμε τις θεωρίες μας στα μαθήματα που δίδαξες. Αυτά θα λένε για σένα αυτοί, οι δήθεν φιλόσοφοι. Ρώτησέ τους για όποια θεωρία σου αρέσει, και θα την πάρεις. Οι καθηγητές σου της Φιλοσοφίας ανέλαβαν να κηρύξουν τον οπτιμισμό· και είναι εύκολο και ευχάριστο καθήκον να ανατρέψεις τις θεωρίες τους.
           Κάθε ευχάριστη κατάσταση, κάθε αίσθημα ικανοποίησης, είναι αρνητικό στο χαρακτήρα του· δηλαδή, συνίσταται στην απαλλαγή από τον πόνο, ο οποίος είναι το θετικό στοιχείο της ύπαρξης. Συνεπάγεται, επομένως, ότι η ευτυχία κάθε συγκεκριμένης ζωής πρέπει να υπολογίζεται όχι με τις χαρές της ή τις ικανοποιήσεις της, αλλά με την έκταση στην οποία υπήρξε απαλλαγμένη από τον πόνο – από το θετικό κακό. Αν αυτή είναι η αλήθεια, τα κατώτερα ζώα φαίνεται να απολαμβάνουν μια περισσότερο ευτυχισμένη μοίρα από τον άνθρωπο.
Όσο ποικίλες κι αν είναι οι μορφές που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη ευτυχία και δυστυχία, που οδηγούν έναν άνθρωπο να αναζητήσει τη μία και να απαλλαγεί από την άλλη, η υλική βάση όλων αυτών είναι η σωματική ευχαρίστηση ή ο σωματικός πόνος. Αυτή η βάση είναι πολύ περιορισμένη: πρόκειται απλώς για την υγεία, την τροφή, την προστασία από την υγρασία ή το κρύο, την ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου, ή, αλλιώς, για την απουσία αυτών των πραγμάτων. Συνεπώς, σε ό,τι αφορά την πραγματική φυσική ικανοποίηση, ο άνθρωπος δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από το θηρίο, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι υψηλότερες δυνατότητες του νευρικού του συστήματος, τον κάνουν περισσότερο ευαίσθητο σε κάθε είδος ικανοποίησης, αλλά επίσης, πρέπει να το θυμούμαστε, σε κάθε είδος πόνου. Αλλά μετά, αν τον συγκρίνουμε με το θηρίο, πόσο ισχυρότερα είναι τα πάθη που εγείρονται μέσα του! πόσο απροσμέτρητη διαφορά υπάρχει στο βάθος και την ένταση των συναισθημάτων του! – και παρόλα αυτά, στη μια περίπτωση, όπως και στην άλλη, όλα παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα στο τέλος: δηλαδή υγεία, τροφή, ρούχα και τα συναφή.
         Η κύρια πηγή όλου αυτού του πάθους είναι η σκέψη γι’ αυτό που είναι απόν και βρίσκεται στο μέλλον, το οποίο επηρεάζει πάρα πολύ όλα όσα κάνει ο άνθρωπος. Αυτό είναι η πραγματική πηγή των φροντίδων του, των ελπίδων του, των φόβων του – συναισθήματα που τον επηρεάζουν πολύ περισσότερο βαθιά απ’ όσο θα μπορούσαν να το κάνουν οι εφήμερες χαρές και οι πόνοι, στους οποίους αφοσιώνεται το ζώο. Στις δυνάμεις του τού στοχασμού, της μνήμης και της πρόβλεψης, ο άνθρωπος διαθέτει ένα μηχανισμό για να διογκώνει και να συσσωρεύει τις χαρές και τις λύπες του. Το ζώο όμως δεν έχει τίποτα τέτοιο· όταν πονάει, είναι σα να υπέφερε για πρώτη φορά, παρόλο που το ίδιο πράγμα πρέπει να του είχε συμβεί αναρίθμητες φορές. Δεν έχει δύναμη να συνοψίζει τα συναισθήματά του. Γι’ αυτό η αμέριμνη και ανέμελη διάθεσή του: πόσο είναι να το ζηλεύουμε! Στον άνθρωπο, όμως, παρεμβαίνει ο στοχασμός, μαζί με όλα τα συναισθήματα που εγείρει· και, αναλαμβάνοντας τα ίδια στοιχεία ευχαρίστησης και πόνου, που είναι κοινά σε αυτόν και το ζώο, γίνεται επιρρεπής στην ευτυχία και τη δυστυχία σε τέτοιο βαθμό, που, τη μια στιγμή ο άνθρωπος έρχεται στιγμιαία σε μια κατάσταση ενθουσιασμού που μπορεί να αποδειχθεί μοιραία, και μιαν άλλη στα βάθη της απελπισίας και της αυτοκτονίας.»  
Κανείς όμως φιλόσοφος δεν σκέφτεται για να καταλήξει σε αδιέξοδο, όσο κι αν, κάποτε, βρίσκει τη διέξοδο όταν παραδεχθεί το αδιέξοδο που συνάντησε.  Έτσι και ο Σοπενχάουερ. «Αν προχωρήσουμε στην ανάλυσή μας, γράφει, «θα βρούμε ότι, για να αυξήσει τη χαρά του, ο άνθρωπος έχει σκόπιμα αυξήσει τον αριθμό και την πίεση των αναγκών του, τις οποίες, στην πρωτογενή τους κατάσταση, δεν ήταν περισσότερο δύσκολο να τις ικανοποιήσει, απ’ όσο μπορεί το ζώο να ικανοποιήσει τις δικές του. Απ’ όπου η κάθε μορφής πολυτέλεια: το ακριβό φαγητό, η χρήση του καπνού και του οπίου, τα οινοπνευματώδη ποτά, τα ακριβά ρούχα και τα χίλια και ένα πράγματα που θεωρεί απαραίτητα για την ύπαρξή του.»
Η μάχη για τη ζωή, έτσι, στη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ, παίρνει τη μορφή του ανένδοτου αγώνα, ενάντια σε ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, σε περιττά φορτία, που δυσκολεύουν την πορεία μέσα στον κυκεώνα της ύπαρξης.
                                                               Ι.Σ. Χριστοδούλου

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 34

Δεν είναι
που δεν ξέρεις την αλήθεια...

Είναι που κάνεις
πως δεν την ξέρεις.

Και πόσο γίνεσαι,
στ' αλήθεια,

πειστικός στον εαυτό σου...
              Ι.Σ. Χριστοδούλου

"ΑΛΗΘΕΙΑ", 33

Απ' τα χτυπήματα
το πιο σκληρό
το τελευταίο...

Τ' άλλα περνούν,
αν τα αφήσεις!

Αν μέσα σου την πόρτα
δεν τους κλείσεις,

κεριά να γίνουν 
αναμμένα,

που θα σε σβήσουν,
προτού σβηστούν...
                Ι.Σ. Χριστοδούλου