Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Σοπενχάουερ: ο πόνος για τη ζωή..


            O Άρθουρ Σοπενχάουερ είναι φιλόσοφος – φανέρωμα στην ιστορία της σκέψης. Τα συμπεράσματά μας, εδώ, θα διαψεύσουν, ή, τουλάχιστον, θα αμφισβητήσουν την πάγκοινη ιδέα, ότι ο Σοπενχάουερ προέτρεπε στον πεσιμισμό και τη θλίψη.
Ο Γερμανός φιλόσοφος γεννήθηκε το 1788 και πέθανε το 1860. Αποδείχθηκε πως επηρέασε περισσότερο τους λογοτέχνες (για παράδειγμα τον Τόμας Μαν) και γενικά τις συνειδήσεις των κοινών ανθρώπων, και λιγότερο τους εκπροσώπους της ακαδημαϊκής φιλοσοφίας.
            Ο Σοπενχάουερ ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε κατεξοχήν, και μίλησε πολύ για έναν κόσμο που υποφέρει, για τον πόνο που εξόφθαλμα μας περιβάλλει, και για τη σύγχυση, το πάθος, το κακό – όλα όσα άλλοι φιλόσοφοι, φαίνεται μόλις να τα πρόσεξαν, και διαρκώς προσπαθούσαν να τα διαλύσουν σε μιαν αρμονία που αγκαλιάζει τα πάντα. Ο Σοπενχάουερ ήταν ο φιλόσοφος που είχε το κουράγιο να δει και να δείξει ότι, στα θεμέλια της φύσης, δεν υπάρχει μόνο το καλό.
«Αν», γράφει στο κείμενο που επιγράφεται Σχετικά με τα βάσανα του κόσμου, «τελικά, ο πόνος δεν είναι το άμεσο, το αυταπόδεικτο και αυτονόητο αντικείμενο της ζωής, το άμεσο περιεχόμενό της, τότε η ύπαρξή μας πρέπει, ολοκληρωτικά, να έχει αποτύχει στο σκοπό της. Είναι παράξενο, το τεράστιο ποσό πόνου, που συσσωρεύεται παντού στον κόσμο, και πηγάζει από ανάγκες και αναγκαιότητες αξεχώριστες από την ίδια τη ζωή, να θεωρούμε πως δεν εξυπηρετεί κανέναν απολύτως σκοπό, και πως είναι αποτέλεσμα τύχης και μόνο. Κάθε ξεχωριστή δυστυχία, όταν μας επισκέπτεται, δείχνει, χωρίς αμφιβολία, να είναι η εξαίρεση· αλλά, γενικά, η δυστυχία είναι ο κανόνας».
Πρόκειται για μια μάλλον εύκολη διαπίστωση, που δεν αργεί κανείς να ομολογήσει πως την έχει κάνει, την κάνει, και φοβάται πως θα την κάνει στο μέλλον, για τους άλλους και για τον ίδιο του τον εαυτό. Προχωρώντας στη ζωή, ανακαλύπτουμε πως «η ευτυχία, τελικά, δεν είναι τόσο ευχάριστη όσο περιμέναμε, και ο πόνος είναι πολύ περισσότερο επώδυνος.»
«Κάποιοι», γράφει ο Σοπενχάουερ, «είπαν πως η ευτυχία σ’ αυτό τον κόσμο είναι τελικά περισσότερη από τον πόνο· ή, εν πάση περιπτώσει, υπάρχει μεταξύ τους ισορροπία. Αν θέλετε να διαπιστώσετε αν αυτή η δήλωση αληθεύει, κάντε μια σύγκριση ανάμεσα στα αντίστοιχα αισθήματα δύο ζώων, ένα από τα οποία είναι υποχρεωμένο να φάει το άλλο. Η καλύτερη παρηγοριά, στη δυστυχία ή τη θλίψη οποιασδήποτε μορφής, είναι, (αρκετά συχνά πράγματι) η σκέψη άλλων ανθρώπων, που βρίσκονται σε χειρότερη περίσταση από εσένα· κι αυτή είναι μια μορφή παρηγοριάς ανοιχτή στον καθένα. Όμως, πώς γίνεται, έτσι, απαίσια η μοίρα της ανθρωπότητας στο σύνολό της.»
Με μιαν εύγλωττη εικόνα, ο φιλόσοφος που προσέλαβε και ερμήνευσε με ιδιαίτερο τρόπο το ρεύμα του Διαφωτισμού της εποχής του, περιγράφει την ανθρώπινη κατάσταση όπως μόνο ένα σταθερό και σκληρό βλέμμα μπορεί να την αποτυπώσει: «Μοιάζουμε με αρνιά στον αγρό, που διασκεδάζουν κάτω από το βλέμμα του χασάπη, ο οποίος, πρώτα το ένα και μετά το άλλο, μας διαλέγει για θήραμά του. Έτσι, αυτό που συμβαίνει είναι ότι, στις καλές μας ημέρες, δεν υποψιαζόμαστε καθόλου την κακή μοίρα που μπορεί να μας περιμένει – αρρώστια, φτώχεια, ακρωτηριασμός, απώλεια της όρασης ή του λογικού.»
Ας αρχίσουμε όμως, σιγά – σιγά, να βλέπουμε τα στοιχεία που, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, συνθέτουν τον πίνακα της ανθρώπινης ζωής. Θα σταματήσουμε σε κάποιες έννοιες κλειδιά, με πρώτη την έννοια του χρόνου: «Όχι μικρό μέρος της δυστυχίας της ύπαρξης, βρίσκεται στο γεγονός ότι ο Χρόνος μάς πιέζει διαρκώς, χωρίς να μας αφήνει ποτέ να πάρουμε ανάσα, αλλά μας κυνηγά διαρκώς, όπως ένας επιστάτης με μαστίγιο. Αν, κάποια στιγμή, ο Χρόνος κρατήσει το χέρι του ακίνητο, τότε μας παραλαμβάνει η δυστυχία της ανίας.» Η πρόταση αυτή γράφτηκε πριν δυο αιώνες, αλλά σήμερα, και, μάλιστα, εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, περιγράφει πιστά, και δυστυχώς πολύ πιστά, την κατάσταση καταδίωξης στην οποία τελούμε οι άνθρωποι μιας, πάνω απ’ όλα, «αισιόδοξης» εποχής.
Ο Σοπενχάουερ δέχεται, αναγνωρίζει, προϋποθέτει θα έλεγα, ότι «ορισμένη ποσότητα μέριμνας, πόνου ή προβλημάτων είναι απαραίτητη σε κάθε άνθρωπο σε όλες τις εποχές. Ένα πλοίο δίχως ισοσταθμισμένο φορτίο είναι ασταθές, και δεν θα πλεύσει στην ευθεία.»
Προχωρεί, μάλιστα, και αξιώνει πως οι δυσχέρειες και οι δυσκολίες είναι απαραίτητες, προτιμότερες από την αμεριμνησία και την άνεση: «Το σίγουρο, γράφει, είναι πως η εργασία, η ανησυχία, ο μόχθος και τα προβλήματα γεμίζουν τη ζωή όλων σχεδόν των ανθρώπων. Αν, όμως, όλες οι επιθυμίες εκπληρώνονταν αμέσως μόλις ανέκυπταν, πώς οι άνθρωποι θα περνούσαν τη ζωή τους; τι θα έκαναν με το χρόνο τους; Αν ο κόσμος ήταν παράδεισος άνεσης και ευκολίας, μια γη που ξεχειλίζει από γάλα και μέλι, όπου καθένας θα έβρισκε αμέσως το ταίρι του, οι άνθρωποι θα πέθαιναν από ανία ή θα κρεμιούνταν· ή θα υπήρχαν πόλεμοι, σφαγές και φόνοι· έτσι ώστε, στο τέλος, η ανθρωπότητα θα συσσώρευε περισσότερο πόνο, απ’ όσο έχει τώρα να υποφέρει στα χέρια της Φύσης.»
Στο εσωτερικό της ανθρώπινης ζωής, παρόλα αυτά, ο χρόνος μετρά διαφορετικά, ανάλογα με το σταθμό απ’ τον οποίο, κάθε φορά, αντικρίζουμε τη διαδρομή μας στον κόσμο: «Όταν είμαστε νέοι, νωρίς στη ζωή μας δηλαδή, καθώς ατενίζουμε τη ζωή που έρχεται, μοιάζουμε με παιδιά σ’ ένα θέατρο, προτού ανεβεί η αυλαία, που κάθονται εκεί χαρούμενα, περιμένοντας με ενθουσιασμό να αρχίσει το έργο. Είναι ευλογία που δεν γνωρίζουμε τι πρόκειται πραγματικά να συμβεί. Αν μπορούσαμε να δούμε στο μέλλον, υπάρχουν φορές που τα παιδιά μπορεί να μοιάζουν με αθώους φυλακισμένους, καταδικασμένους όχι σε θάνατο, αλλά στη ζωή, και χωρίς καθόλου να καταλαβαίνουν τι σημαίνει η ποινή τους. Παρόλα αυτά, κάθε άνθρωπος επιθυμεί να φθάσει στα γεράματα· με άλλα λόγια, μια κατάσταση στη ζωή για την οποία μπορεί κανείς να πει: «είναι άσχημα σήμερα, και θα είναι χειρότερα αύριο· και ούτω καθεξής, μέχρι το χειρότερο απ’ όλα.»
          Αν προσπαθήσεις να φανταστείς, όσο πιο συγκεκριμένα μπορείς, πόση δυστυχία και πόνο κάθε είδους φωτίζει ο ήλιος στην πορεία του, θα παραδεχτείς ότι θα ήταν πολύ καλύτερο αν, και πάνω στη γη, τόσο λίγο όσο πάνω στο φεγγάρι, ο ήλιος ήταν ικανός να προκαλέσει τα φαινόμενα της ζωής· και αν, εδώ όπως κι εκεί, η επιφάνεια ήταν ακόμα κρυστάλλινη και διάφανη.
Πάλι, μπορείς να αντικρίσεις τη ζωή σαν ανώφελο επεισόδιο, που διαταράσσει την ευλογημένη ηρεμία της ανυπαρξίας. Και, σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν τα πράγματα σού είχαν πάει αρκετά καλά, όσο περισσότερο ζήσεις τόσο πιο καθαρά θα νιώσεις ότι, στο σύνολό της, η ζωή είναι μια απογοήτευση· κι όχι μόνο αυτό, αλλά μια απάτη.
Αν δυο άνθρωποι, που ήταν φίλοι στα νιάτα τους, συναντηθούν πάλι όταν γεράσουν, αφού χωρίστηκαν για μια ζωή, το βασικό συναίσθημα που θα έχουν όταν αντικρίσουν ο ένας τον άλλο, θα είναι εκείνο της πλήρους απογοήτευσης από τη ζωή στο σύνολό της· επειδή οι σκέψεις τους θα μεταφερθούν πίσω σ’ εκείνη, την παλιά εποχή, τότε που η ζωή έμοιαζε τόσο όμορφη, διάχυτη μπροστά τους, στο κοκκινωπό φως της αυγής, να υπόσχεται τόσα πολλά – και μετά να κάνει τόσα λίγα. Αυτό το αίσθημα, τόσο πολύ θα κυριαρχήσει πάνω σε κάθε άλλο, που δεν θα το θεωρήσουν καν αναγκαίο να το εκφράσουν με λέξεις· αλλά, και οι δυο πλευρές, θα το υποθέσουν σιωπηλά, και θα αποτελέσει το υπόβαθρο όλων όσα έχουν να συζητήσουν.»
«Θα μου πουν υποθέτω», γράφει ο Σοπενχάουερ, «ότι η φιλοσοφία μου είναι άβολη – επειδή λέω την αλήθεια· και οι άνθρωποι προτιμούν να τους διαβεβαιώνουν ότι όλα όσα δημιούργησε ο Κύριος είναι καλά. Πήγαινε με τους παπάδες, λοιπόν, και άφησε τους φιλοσόφους στην ησυχία τους! Όπως και να ’χει, μη μας ζητάς να προσαρμόσουμε τις θεωρίες μας στα μαθήματα που δίδαξες. Αυτά θα λένε για σένα αυτοί, οι δήθεν φιλόσοφοι. Ρώτησέ τους για όποια θεωρία σου αρέσει, και θα την πάρεις. Οι καθηγητές σου της Φιλοσοφίας ανέλαβαν να κηρύξουν τον οπτιμισμό· και είναι εύκολο και ευχάριστο καθήκον να ανατρέψεις τις θεωρίες τους.
           Κάθε ευχάριστη κατάσταση, κάθε αίσθημα ικανοποίησης, είναι αρνητικό στο χαρακτήρα του· δηλαδή, συνίσταται στην απαλλαγή από τον πόνο, ο οποίος είναι το θετικό στοιχείο της ύπαρξης. Συνεπάγεται, επομένως, ότι η ευτυχία κάθε συγκεκριμένης ζωής πρέπει να υπολογίζεται όχι με τις χαρές της ή τις ικανοποιήσεις της, αλλά με την έκταση στην οποία υπήρξε απαλλαγμένη από τον πόνο – από το θετικό κακό. Αν αυτή είναι η αλήθεια, τα κατώτερα ζώα φαίνεται να απολαμβάνουν μια περισσότερο ευτυχισμένη μοίρα από τον άνθρωπο.
Όσο ποικίλες κι αν είναι οι μορφές που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη ευτυχία και δυστυχία, που οδηγούν έναν άνθρωπο να αναζητήσει τη μία και να απαλλαγεί από την άλλη, η υλική βάση όλων αυτών είναι η σωματική ευχαρίστηση ή ο σωματικός πόνος. Αυτή η βάση είναι πολύ περιορισμένη: πρόκειται απλώς για την υγεία, την τροφή, την προστασία από την υγρασία ή το κρύο, την ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου, ή, αλλιώς, για την απουσία αυτών των πραγμάτων. Συνεπώς, σε ό,τι αφορά την πραγματική φυσική ικανοποίηση, ο άνθρωπος δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από το θηρίο, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι υψηλότερες δυνατότητες του νευρικού του συστήματος, τον κάνουν περισσότερο ευαίσθητο σε κάθε είδος ικανοποίησης, αλλά επίσης, πρέπει να το θυμούμαστε, σε κάθε είδος πόνου. Αλλά μετά, αν τον συγκρίνουμε με το θηρίο, πόσο ισχυρότερα είναι τα πάθη που εγείρονται μέσα του! πόσο απροσμέτρητη διαφορά υπάρχει στο βάθος και την ένταση των συναισθημάτων του! – και παρόλα αυτά, στη μια περίπτωση, όπως και στην άλλη, όλα παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα στο τέλος: δηλαδή υγεία, τροφή, ρούχα και τα συναφή.
         Η κύρια πηγή όλου αυτού του πάθους είναι η σκέψη γι’ αυτό που είναι απόν και βρίσκεται στο μέλλον, το οποίο επηρεάζει πάρα πολύ όλα όσα κάνει ο άνθρωπος. Αυτό είναι η πραγματική πηγή των φροντίδων του, των ελπίδων του, των φόβων του – συναισθήματα που τον επηρεάζουν πολύ περισσότερο βαθιά απ’ όσο θα μπορούσαν να το κάνουν οι εφήμερες χαρές και οι πόνοι, στους οποίους αφοσιώνεται το ζώο. Στις δυνάμεις του τού στοχασμού, της μνήμης και της πρόβλεψης, ο άνθρωπος διαθέτει ένα μηχανισμό για να διογκώνει και να συσσωρεύει τις χαρές και τις λύπες του. Το ζώο όμως δεν έχει τίποτα τέτοιο· όταν πονάει, είναι σα να υπέφερε για πρώτη φορά, παρόλο που το ίδιο πράγμα πρέπει να του είχε συμβεί αναρίθμητες φορές. Δεν έχει δύναμη να συνοψίζει τα συναισθήματά του. Γι’ αυτό η αμέριμνη και ανέμελη διάθεσή του: πόσο είναι να το ζηλεύουμε! Στον άνθρωπο, όμως, παρεμβαίνει ο στοχασμός, μαζί με όλα τα συναισθήματα που εγείρει· και, αναλαμβάνοντας τα ίδια στοιχεία ευχαρίστησης και πόνου, που είναι κοινά σε αυτόν και το ζώο, γίνεται επιρρεπής στην ευτυχία και τη δυστυχία σε τέτοιο βαθμό, που, τη μια στιγμή ο άνθρωπος έρχεται στιγμιαία σε μια κατάσταση ενθουσιασμού που μπορεί να αποδειχθεί μοιραία, και μιαν άλλη στα βάθη της απελπισίας και της αυτοκτονίας.»  
Κανείς όμως φιλόσοφος δεν σκέφτεται για να καταλήξει σε αδιέξοδο, όσο κι αν, κάποτε, βρίσκει τη διέξοδο όταν παραδεχθεί το αδιέξοδο που συνάντησε.  Έτσι και ο Σοπενχάουερ. «Αν προχωρήσουμε στην ανάλυσή μας, γράφει, «θα βρούμε ότι, για να αυξήσει τη χαρά του, ο άνθρωπος έχει σκόπιμα αυξήσει τον αριθμό και την πίεση των αναγκών του, τις οποίες, στην πρωτογενή τους κατάσταση, δεν ήταν περισσότερο δύσκολο να τις ικανοποιήσει, απ’ όσο μπορεί το ζώο να ικανοποιήσει τις δικές του. Απ’ όπου η κάθε μορφής πολυτέλεια: το ακριβό φαγητό, η χρήση του καπνού και του οπίου, τα οινοπνευματώδη ποτά, τα ακριβά ρούχα και τα χίλια και ένα πράγματα που θεωρεί απαραίτητα για την ύπαρξή του.»
Η μάχη για τη ζωή, έτσι, στη φιλοσοφία του Σοπενχάουερ, παίρνει τη μορφή του ανένδοτου αγώνα, ενάντια σε ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, σε περιττά φορτία, που δυσκολεύουν την πορεία μέσα στον κυκεώνα της ύπαρξης.
                                                               Ι.Σ. Χριστοδούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου