Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Diderot: Το Φως των παθών...

O Αιώνας των Φώτων, ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, είναι εποχή που άνοιξε μέσα στον 18ο αιώνα, και την απήχησή της βιώνουμε ακόμα σήμερα. Ο Ιμάνουελ Καντ, Γερμανός φιλόσοφος που έδρασε εκείνη την εποχή, θέλησε, μ’ ένα δάνειο από τον Οράτιο, να ερμηνεύσει τον όρο «διαφωτισμός»: Sapere aude! Τόλμησε να γνωρίσεις. Έτσι, περίπου, απάντησε στο ερώτημα «τι είναι διαφωτισμός», που έθετε, σε μια υποσημείωση ενός άρθρου του κάποιος συγκαιρινός του, και πρόσθετε ότι πρόκειται για ερώτημα σχεδόν τόσο σημαντικό, όσο το ερώτημα «τι είναι αλήθεια».
Τόλμη να γνωρίσει, και αγωνία για την αλήθεια, είχε ένας Γάλλος της εποχής, ο σημαντικότερος ίσως Διαφωτιστής, ο Denis Diderot. Για να γνωρίσουμε τον σημαντικό στοχαστή, εύγλωττη είναι η άποψη της επίσημης γαλλικής αστυνομίας γι’ αυτόν. «Είναι ένα παιδί γεμάτο πνεύμα αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο. Εισήχθη στον πύργο του φρουρίου της Vincennes στις 24 Ιουλίου του 1749, αφέθηκε από εκεί ελεύθερος και παρέμεινε φυλακισμένος στο φρούριο με εντολή της 21ης του επόμενου Αυγούστου. Βγήκε στις 3 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Επειδή είχε συγγράψει έργα με τίτλους όπως: Επιστολή για τους Τυφλούς προς χρήσιν εκείνων που βλέπουν, Τα αδιάκριτα φιλιά, Φιλοσοφικές Σκέψεις, Τα Ήθη,  Ο Σκεπτικιστής ή η Αλλέα των ιδεών, Το λευκό Πουλί, μια μυθοπλαστική αφήγηση, κτλ. Είναι ένας νεαρός άνδρας που παριστάνει το μεγάλο πνεύμα και καυχάται για την ασέβειά του, πολύ επικίνδυνος· μιλώντας για τα θεία μυστήρια με περιφρόνηση, έλεγε πως, αν έφτανε η τελευταία στιγμή της ζωής του, θα εξομολογούνταν όπως και οι άλλοι και θα δεχόταν αυτό που ονομάζουν θεό, ότι δε θα το κάνει καθόλου από καθήκον, αλλά για την οικογένειά του, από φόβο μήπως τους προσάψουν ότι πέθανε χωρίς θρησκεία.»
Έτσι έβλεπαν τη διαγωγή του φιλοσόφου οι αρχές της εποχής, που πάσχιζαν να περιστείλουν την ορμή της αμφισβήτησης, τη λαχτάρα της ελεύθερης σκέψης, την επιθυμία των ανθρώπων να σκεφτούν τη ζωή τους οι ίδιοι, για λογαριασμό τους, απαλλαγμένοι από την κηδεμόνευση της επίσημης παιδείας, της επίσημης θρησκείας, της επίσημης εξουσίας. Στην αρχή του καλοκαιριού του 1746 κυκλοφορεί ένα μικρό ανώνυμο βιβλίο 136 σελίδων, δημοσιευμένο, υποτίθεται, στη Χάγη. Ο τίτλος του, Φιλοσοφικές Σκέψεις, θύμιζε εκείνον των διάσημων Φιλοσοφικών Επιστολών του Βολταίρου, των οποίων δημοσίευση, στα 1734, είχε δημιουργήσει σκάνδαλο. Στις 7 Ιουλίου, μια καταδικαστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Παρισιού, ορίζει ότι το βιβλίο πρέπει να «κομματιαστεί και να καεί από τον δήμιο, ως σκανδαλώδες και αντίθετο με τη θρησκεία και τα χρηστά ήθη». Το αιτιολογικό της απόφασης διευκρινίζει ότι το φαινομενικό ηθικό δίδαγμα, που υιοθετείται από τον συγγραφέα, τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο θρησκευτικές ιδέες αντιφατικές μεταξύ τους, πράγμα που ανοίγει διάπλατα το δρόμο της αθρησκείας. Στο κείμενο, πάντως, των Φιλοσοφικών Σκέψεων, ο Diderot αρχίζει ως εξής: «Γράφω για τον Θεό. Υπολογίζω σε λίγους αναγνώστες, και δεν επιζητώ παρά μερικές ευμενείς κρίσεις. Εάν αυτές οι σκέψεις δεν αρέσουν σε κανένα, ενδέχεται να είναι απλώς κακές· αλλά θα τις θεωρήσω αποκρουστικές, εάν συμβεί να αρέσουν σε όλο τον κόσμο.»
Εδώ θα παρακολουθήσουμε το κείμενο των Φιλοσοφικών Σκέψεων από την αρχή, τον τρόπο που στέκεται ο φιλόσοφος απέναντι στο πρώτο – πρώτο θέμα του, τα πάθη. «Ρητορεύουμε, γράφει, ασταμάτητα κατά των παθών. Τους καταλογίζουμε τα βάσανα του ανθρώπου, και ξεχνούμε πως είναι επίσης πηγή όλων του των απολαύσεων. Αποτελούν ένα στοιχείο της συγκρότησής του, για το οποίο δεν μπορούμε να πούμε ούτε πάρα πολλά καλά ούτε πάρα πολλά κακά.» Αυτό που κάνει τον Diderot να αγανακτεί, είναι ότι δεν βλέπουμε τα πάθη ποτέ παρά μόνο από την κακή τους πλευρά. «Λες και θα αποτελούσε προσβολή για τη λογική, αν λέγαμε μια λέξη υπέρ των αντιπάλων της.» Δύσκολο να πιστέψει κανείς, ότι ο σημαντικός αυτός και πανέξυπνος εκφραστής του Διαφωτισμού, της πίστης στον ορθό λόγο, σκέφτεται έτσι, με τόσο σεβασμό για τα πάθη. Η εμπιστοσύνη του στη λογική, προφανώς, δεν ήταν στείρα· δεν είχε κομματιάσει την ανθρώπινη υπόσταση, για να απορρίψει  συγκινήσεις και πάθη, την αγάπη, ας πούμε, την αποστροφή, το αίσθημα της αδικίας, της δικαιοσύνης, και να κρατήσει ιδέες, μόνο, και έννοιες. Θεωρούσε ότι «μόνο τα πάθη, και μάλιστα τα μεγάλα πάθη, είναι αυτά που μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή στο ύψος των μεγάλων πραγμάτων. Χωρίς αυτά, γράφει, δεν υπάρχει πια μεγαλείο, ούτε στα ήθη ούτε στα έργα· οι καλές τέχνες επιστρέφουν στο νηπιακό στάδιο, και η αρετή γίνεται μικρόλογη.»
Το ήθος ξεχωρίζει από τη φλόγα που αποπνέουν οι ιδέες, οι συγκινήσεις και το φέρσιμό μας. Η πράξη μας, η αξιοσύνη των έργων μας, φωτίζεται από το πάθος που τα συντηρεί και τα πολλαπλασιάζει. Η τέχνη υψώνεται στο απυρόβλητο του αιώνιου, όταν το πάθος για την τέχνη του αποσπάσει τον καλλιτέχνη από τον εαυτό του, και τον εγκαταλείψει έρμαιο, στο κυνήγι της έκφρασης. Η αρετή, τέλος, είναι πάθος για το ιδανικό· πάθος που δεν παραχωρεί στιγμή από το χρόνο της προσπάθειας, ικμάδα από τη δύναμη της μοναχικής επίθεσης, ενάντια στη φθορά και την κόπωση· πάθος που δεν θυσιάζει σπιθαμή από το αλώνι του αγώνα. Όλα τα μεγάλα πράγματα, τα μεγάλα έργα και η μεγάλη έκφραση, τρέφονται από πάθη, όχι από τη λογική.
«Τα συγκρατημένα πάθη, προειδοποιεί ο Diderot, είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τους κοινούς ανθρώπους. Εάν περιμένω τον εχθρό, όταν πρόκειται για τη σωτηρία της πατρίδας μου, δεν είμαι παρά ένας συνηθισμένος πολίτης. Η φιλία μου είναι μια φιλία επιφυλακτική, αν ο κίνδυνος ενός φίλου μού αφήνει τα μάτια ανοιχτά για τον δικό μου. Η ζωή μου μού είναι περισσότερο πολύτιμη από την αγαπημένη μου; Δεν είμαι παρά ένας ερωτευμένος όμοιος με κάθε άλλον.»
«Τα εξασθενημένα πάθη φθείρουν τους εξαιρετικούς ανθρώπους. Ο καταναγκασμός αφανίζει το μεγαλείο και την ενέργεια της φύσης. Κοιτάξτε αυτό το δέντρο, γράφει ο Diderot· στον πλούτο των κλαδιών του χρωστάτε τη δροσιά και την έκταση της σκιάς του· θα τα απολαύσετε μέχρι να ’ρθει ο χειμώνας να το απογυμνώσει από το φύλλωμά του. Η ποίηση, η ζωγραφική, η μουσική, χάνουν πια τη λάμψη τους, όταν η δεισιδαιμονία έχει επιφέρει στην ιδιοσυγκρασία τις συνέπειες που είναι κανονικά έργο των γηρατειών.»
Μήπως, όμως, υπάρχουν προϋποθέσεις, όροι για την ενέργεια των παθών, όρια δηλαδή, που διασφαλίζουν την ανάπτυξη και την ευδοκίμησή τους; Πράγματι, στην τέταρτη παράγραφο των Φιλοσοφικών Σκέψεων, διαβάζουμε: «Θα ήταν λοιπόν ευτυχία, θα μου πει κάποιος, να έχουμε δυνατά πάθη. Ναι, δίχως αμφιβολία, αν όλα είναι σε συμφωνία μεταξύ τους. Δημιουργήστε μεταξύ τους μια τέλεια αρμονία, και μη φοβάστε καμία ταραχή από αυτά. Εάν η ελπίδα ισοσταθμιστεί από το φόβο, το ζήτημα τιμής από την αγάπη για τη ζωή, η ροπή προς την ηδονή από το ενδιαφέρον για την υγεία, τότε δεν θα δείτε ούτε ακόλαστους, ούτε παράτολμους, ούτε δειλούς.»
Όταν ισορροπούν, λοιπόν, και το ένα προστατεύει και αφήνει χώρο στο άλλο, τα πάθη καταξιώνονται. Εργάζονται για την κοινή τους σωτηρία, και για τη σωτηρία του σώματος και της ψυχής που τα φιλοξενεί. Για τον Diderot, παραλογισμός είναι η απαξίωση και η άκριτη κατακεραύνωση των παθών. Η τυφλή εμπιστοσύνη στη λογική, και η αναγωγή της σε αποκλειστική λειτουργία του ανθρώπου, οδηγεί στην έκπτωση της δύναμης, στην απώλεια της χαράς που μπορεί να προσφέρει η ζωή, στην ακύρωση της ανακαίνισης ψυχής και σώματος, που παρέχει η συγκίνηση. Το δίχως άλλο, επίσης, η μονοδιάστατη αντίληψη της υπόστασής μας, αδικεί και αποδυναμώνει την ίδια τη λογική, και παραμορφώνει τον άνθρωπο: «Να θέτουμε ως στόχο, γράφει ο Γάλλος φιλόσοφος, τη συντριβή των παθών, είναι το άκρον άωτον της τρέλας. Ωραίο, μα την αλήθεια, το σχέδιο ενός θρησκόληπτου, που βασανίζεται σαν κατάδικος, ώστε τίποτε να μην επιθυμεί, τίποτε να μην αγαπά, τίποτε να μη νιώθει, και που θα κατέληγε να γίνει ένα αληθινό τέρας, αν τα κατόρθωνε όλα αυτά!»
Η πίστη που καταντά θρησκοληψία, και οδηγεί στο φόβο και σε απερίσκεπτες, αυτοκαταστροφικές ασκήσεις εγκράτειας, στην αυτομαστίγωση της μετάνοιας, συκοφαντεί και διαστρεβλώνει τις προθέσεις του θεού, ακυρώνει την ωφέλεια από την ιδέα του: «Τι φωνές! Τι θρήνοι! Τι οδυρμοί! Ποιος φυλάκισε σ’ αυτά τα μπουντρούμια όλα τούτα τα πτώματα που θρηνολογούν; Ποια εγκλήματα διέπραξαν όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι; Άλλοι χτυπούν το στήθος τους με πέτρες· άλλοι ξεσχίζουν το σώμα τους με σιδερένια νύχια· όλοι έχουν τον πόνο της μετάνοιας και το θάνατο στα μάτια. Ποιος τους καταδικάζει σ’ αυτά τα βασανιστήρια; Ο θεός τον οποίο προσέβαλαν... Μα ποιος είναι λοιπόν αυτός ο θεός; Ένας θεός πανάγαθος... Ένας πανάγαθος θεός θα έβρισκε ευχαρίστηση να αναλύεται σε δάκρυα; Όλος αυτός ο τρόμος δεν θα αποτελούσε προσβολή της πραότητάς του; Εάν οι εγκληματίες έπρεπε να κατευνάσουν την οργή ενός τυράννου, τι περισσότερο θα έκαναν;»
Σήμερα, που η θρησκοληψία επανακάμπτει μασκαρεμένη με το προσωπείο του θρησκευτικού εκσυγχρονισμού, και οι μεταπράτες της σωτηρίας καμαρώνουν για την αντιαισθητική τους δήθεν άνεση στο λόγο και στο φέρσιμο, τα κείμενα του Diderot, και των άλλων Διαφωτιστών, θα μας χρειαστούν. Κουρασμένοι από την ευμάρεια και το τυφλό ξόδεμα του εαυτού τους, πολλοί είναι έτοιμοι να μετανοήσουν, να λογοδοτήσουν και να πληρώσουν σε πλήθος μασκαρεμένους, αυτόκλητους και ανάξιους τιμητές. Έτσι γινόταν και τον Μεσαίωνα. Ο αιώνας των Φώτων πρέπει να βρίσκεται μπροστά...
                                                                                           Ι.Σ. Χριστοδούλου

1 σχόλιο:

  1. Την πρώτη φορά που το διάβασα δεν του είχα δώσει την απαιτούμενη προσοχή, το ομολογώ. Είναι πολύ ξεκάθαρο το κείμενο και συμφωνώ με την ανάλυση και όσα επισημαίνει ο Ντιντερό - καλοσύνη μου που εκτιμώ τον μέγα φιλόσοφο εγώ η απλοϊκή ;). Συμφωνώ απολύτως ότι τα πάθη είναι καταλυτικής σημασίας στη ζωή μας, μου φαίνεται όμως πως τελικά αυτοαναιρείται όταν μιλάει για ισορροπία μεταξύ αντίρροπων δυνάμεων και τελικά καταργεί την ίδια την έννοια του πάθους. Κι εγώ έχω πάθος για αυτά με τα οποία καταγίνομαι σε προσωπικό ή επαγγελματικό επίπεδο και πολύ συχνά το πληρώνω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή