Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

Freud: τα "διαμερίσματα" της ψυχής


    O Freud, ο πατέρας της ψυχανάλυσης, μοίρασε την  ανθρώπινη προσωπικότητα, την ανθρώπινη ψυχή σε περιοχές, σε διαμερίσματα. Από το βιβλίο με τίτλο Νέα εισαγωγικά μαθήματα στην ψυχανάλυση, θα σταθούμε στο τριακοστό πρώτο μάθημα, με τίτλο: “Η ανατομία της ψυχικής προσωπικότητας”.
Ο Freud εισήγαγε όρους καινοφανείς, θεωρητικά όργανα πρωτότυπα στην ιστορία της σκέψης. “Εγώ”, “υπέρ – εγώ”, “αυτό”, “συνειδητό”, “ασυνείδητο”, είναι ονόματα που περιγράφουν τμήματα της ανθρώπινης ψυχής, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο εμφανή.
Τι σημαίνει ο όρος «συνειδητό», είναι πέρα από κάθε αμφιβολία. Σε ό,τι αφορά το «ασυνείδητο», η παλαιότερη και καλύτερη σημασία της λέξης είναι η περιγραφική· ονομάζουμε «ασυνείδητη» οποιαδήποτε ψυχική ή διανοητική διαδικασία, την ύπαρξη της οποίας είμαστε υποχρεωμένοι να υποθέσουμε – επειδή, για παράδειγμα, τη συμπεραίνουμε, κατά κάποιον τρόπο, από τα αποτελέσματά της· τα οποία, όμως, δε γνωρίζουμε άμεσα. Με το δικό μας ασυνείδητο, έχουμε την ίδια σχέση που έχουμε με τον ψυχισμό ενός άλλου προσώπου, με τη διαφορά ότι ανήκει σ’ εμάς.
Σε ό,τι αφορά τον όρο «αυτό», ο Freud τον δανείστηκε από τον Νίτσε, για να εκφράσει τον ουσιαστικό χαρακτήρα μιας συγκεκριμένης περιοχής της ψυχής – το χαρακτηριστικό να είναι ξένη στο εγώ. Το «αυτό» είναι το σκοτεινό, απρόσιτο μέρος της προσωπικότητάς μας· τα λίγα που γνωρίζουμε γι’ αυτό, τα μάθαμε από τη μελέτη των ονείρων, και το σχηματισμό των νευρωτικών συμπτωμάτων. Τα περισσότερα έχουν αρνητικό χαρακτήρα, και, αυτό που μπορούμε να πούμε, είναι πως είναι όλα όσα δεν είναι το εγώ. Περισσότερο μπορούμε να πλησιάσουμε το «αυτό» με εικόνες, και να το ονομάσουμε χάος, μια χύτρα που βράζει με ενθουσιασμό. Υποθέτουμε ότι, κάπου, βρίσκεται σε άμεση επαφή με σωματικές διαδικασίες, και αντλεί από αυτές ενστικτώδεις ανάγκες, και τους δίνει διανοητική έκφραση, αλλά δεν μπορούμε να πούμε σε ποιο υπόστρωμα γίνεται αυτή η επαφή. Τα ένστικτα το γεμίζουν με ενέργεια, αλλά δεν έχει οργάνωση και ενοποιημένη βούληση· έχει μόνο μια παρόρμηση να ικανοποιήσει τις ενστικτώδεις ανάγκες, σύμφωνα με την αρχή της ικανοποίησης.
Οι νόμοι της λογικής δεν έχουν θέση στην περιοχή του «αυτό». Αντιθετικές παρορμήσεις υπάρχουν δίπλα – δίπλα, χωρίς να εξουδετερώνουν η μια την άλλη, ή να παραμερίζουν· περισσότερο συνδυάζονται και συμβιβάζονται, καθώς μια έντονη ανάγκη, για την οικονομία του εαυτού, ζητεί την αποφόρτιση της ενέργειάς τους. Έκπληκτοι ανακαλύπτουμε, λέει o Freud, ότι, στην περίπτωση του “αυτό”, χρόνος και χώρος δεν υπάρχουν. Μέσα στο «αυτό» τίποτα δεν ανταποκρίνεται στην ιδέα του χρόνου, τίποτα δεν αναγνωρίζει την πάροδο του χρόνου, ή την αλλοίωση των διανοητικών διαδικασιών. Μόνιμες παρορμήσεις, που ποτέ δεν πήγαν πέρα από το «αυτό», ακόμη και εντυπώσεις, που συμπιέστηκαν κάτω, μέσα στο «αυτό», είναι στην πραγματικότητα αθάνατες, και διατηρούνται για ολόκληρες δεκαετίες, σαν να προέκυψαν πρόσφατα. Φυσικά, το «αυτό» δεν γνωρίζει αξίες, τίποτε καλό και κακό, καμιά ηθικότητα. Ο οικονομικός, ή ο ποσοτικός παράγοντας, που συνδέεται στενά με την ευχαρίστηση, κυριαρχεί σε όλες του τις διαδικασίες. Ενστικτώδεις καθέξεις, ή έξεις, που αναζητούν αποφόρτιση, - αυτό είναι το περιεχόμενο του «αυτό».
Το εγώ, τώρα, στο βαθμό που πρέπει να το διακρίνουμε από το «αυτό» και το υπερ – εγώ, θα το κατανοήσουμε αν το αναγνωρίσουμε στο σύστημα της αντίληψης και της συνείδησης. Αυτό το σύστημα κατευθύνεται στον εξωτερικό κόσμο, αντλεί από αυτόν αντιλήψεις, και μέσα του παράγεται, όταν λειτουργεί, το φαινόμενο της συνείδησης.
Το αισθητήριο όργανο της αντίληψης στο σύνολό της αντιλαμβάνεται, επιπλέον, όχι μόνο τα ερεθίσματα από έξω, αλλά, επίσης, εκείνα που επισυμβαίνουν στο εσωτερικό του πνεύματος. Δύσκολα θα πέσουμε έξω, αν θεωρήσουμε το εγώ ως εκείνο το μέρος του «αυτό», που τροποποιήθηκε από την επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, και με την επίδραση που ο τελευταίος είχε πάνω του. Το εγώ προσλαμβάνει ερεθίσματα και προστατεύει τον οργανισμό από αυτά. Λειτουργεί όπως ο φλοιός, με τον οποίο περιβάλλεται μια ζωντανή υπόσταση. Αυτή η σχέση με τον εξωτερικό κόσμο είναι αποφασιστική για το εγώ. Το εγώ έχει αναλάβει το καθήκον της αντιπροσώπευσης του εξωτερικού κόσμου για το «αυτό», που τυφλά προσπαθεί να ικανοποιήσει τα ένστικτά του, αδιαφορώντας τελείως για την ανώτερη ισχύ των εξωτερικών δυνάμεων. Αλλιώς, ο οργανισμός δεν θα γλύτωνε τον αφανισμό. Εκπληρώνοντας αυτή τη λειτουργία, το εγώ πρέπει να παρατηρήσει τον εξωτερικό κόσμο, και να διατηρήσει μια αληθινή εικόνα γι’ αυτόν, στα ίχνη της μνήμης που άφησε η αντίληψή του, και, με το τεστ της πραγματικότητας, πρέπει να περιορίσει οποιοδήποτε στοιχείο, σε αυτή την εικόνα του εξωτερικού κόσμου, το οποίο αποτελεί πηγή ανησυχίας.
Συνολικά, το εγώ πρέπει να εκπληρώσει τις προθέσεις του «αυτό»· εκπληρώνει το καθήκον του, αν πετύχει να δημιουργήσει συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές οι προθέσεις μπορούν να πραγματωθούν με τον καλύτερο τρόπο. Μπορεί κανείς να συγκρίνει τις σχέσεις του εγώ με το «αυτό», με εκείνες ανάμεσα σ’ έναν αναβάτη και το άλογό του. Το άλογο παρέχει την κινητήρια ενέργεια, και ο αναβάτης έχει το προνόμιο να καθορίσει το σκοπό, και να οδηγήσει τις κινήσεις του γεμάτου δύναμη αλόγου του προς εκείνον. Αλλά, πάρα πολύ συχνά, στις σχέσεις ανάμεσα στο εγώ και το «αυτό», αντικρίζουμε μια καθόλου ιδεώδη εικόνα, στην οποία ο αναβάτης είναι υποχρεωμένος να οδηγήσει το άλογό του στην κατεύθυνση που το ίδιο θέλει να πάει.
Μια παροιμία λέει ότι δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί δύο αφέντες ταυτόχρονα. Το φτωχό εγώ περνάει ακόμα πιο δύσκολα· είναι υποχρεωμένο να υπηρετεί τρεις σκληρούς αφέντες, και πρέπει να κάνει το καλύτερο για να συμφιλιώσει τις απαιτήσεις και των τριών. Αυτές οι απαιτήσεις βρίσκονται πάντα σε αντιδιαστολή, και συχνά μοιάζουν αρκετά ασυμβίβαστες· δεν είναι καθόλου παράξενο που το εγώ, τόσο συχνά, λυγίζει κάτω από το βάρος του καθήκοντος. Οι τρεις τύραννοι είναι ο εξωτερικός κόσμος, το υπέρ – εγώ και το «αυτό». Το ίδιο αισθάνεται περικυκλωμένο από τρεις πλευρές, να το απειλούν τρεις κίνδυνοι, απέναντι στους οποίους αντιδρά αναπτύσσοντας άγχος, όταν πιέζεται πάρα πολύ.
Επειδή η πηγή του εγώ βρίσκεται σε εμπειρίες του αντιληπτικού συστήματος, είναι σχεδιασμένο να αντιπροσωπεύει τις απαιτήσεις του εξωτερικού κόσμου, αλλά, επίσης, θέλει να είναι πιστός υπηρέτης του «αυτό», να διατηρεί καλές σχέσεις με το «αυτό», και να έλκει την ενέργεια, τη «libido» του «αυτό» στον εαυτό του.
Την παραμικρή κίνηση του εγώ, παρακολουθεί το αυστηρό υπέρ-εγώ, το οποίο προβάλλει ορισμένους κανόνες συμπεριφοράς, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις δυσκολίες που προέρχονται από το «αυτό» και τον εξωτερικό κόσμο· όταν, μάλιστα, αυτοί οι κανόνες δεν τηρούνται, τιμωρεί το εγώ με τα αισθήματα του άγχους, που εκδηλώνονται ως αίσθημα κατωτερότητας και ενοχής. Με τον τρόπο αυτό, πιεσμένο από το «αυτό», καταπιεσμένο από το υπέρ – εγώ, και περιφρονημένο από την πραγματικότητα, το «εγώ» πασχίζει να ανταποκριθεί στο οικονομικό του καθήκον, να δώσει στις δυνάμεις και τις επιρροές που επενεργούν μέσα και πάνω του ένα είδος αρμονίας· καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πώς γίνεται να μην μπορούμε, τόσο συχνά, να συγκρατήσουμε την κραυγή: «Η ζωή δεν είναι εύκολη». Όταν το εγώ εξαναγκάζεται να αναγνωρίσει την αδυναμία του, ξεσπάει σε άγχος. Άγχος για την πραγματικότητα, μπροστά στον εξωτερικό κόσμο, ηθικό άγχος ενώπιον του υπέρ – εγώ, και νευρωτικό άγχος, μπροστά στην ισχύ των παθών που έχουν την πηγή τους στο «αυτό».
Βεβαίως, όπως επισημαίνει ο Φρόυντ, όταν σκεφτόμαστε αυτή τη διαίρεση της προσωπικότητας σε εγώ, υπέρ – εγώ και αυτό, δεν πρέπει να φανταζόμαστε αυστηρές διαχωριστικές γραμμές, όπως εκείνες που σχεδιάζονται στο χώρο της πολιτικής γεωγραφίας. Προτρέπει να μην κρίνουμε πολύ αυστηρά μια πρώτη προσπάθεια σκιαγράφησης ενός πράγματος τόσο φευγαλέου, όσο η ανθρώπινη ψυχή. Είναι πολύ πιθανό, ότι η έκταση αυτών των διαχωρισμών ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό από πρόσωπο σε πρόσωπο· είναι πιθανό, επίσης, ότι η ίδια η λειτουργία τους ποικίλλει, και ότι μπορεί, κάποτε, να υφίστανται μια πολύπλοκη διαδικασία. Οι θεραπευτικές προσπάθειες της ψυχανάλυσης θέλουν να ισχυροποιήσουν το εγώ, να το κάνουν περισσότερο ανεξάρτητο από το υπέρ – εγώ, να πλατύνουν το πεδίο της όρασής του, και, έτσι, να επεκτείνουν τον οργανισμό του, ώστε να μπορεί να κατακτήσει περισσότερες περιοχές του «αυτό». Εκεί που βρισκόταν το «αυτό», πρέπει να έρθει το «εγώ»! 
Ι.Σ. Χριστοδούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου