Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Αρθρογραφία Ι.Σ. Χριστοδούλου, 2008 - 2010.



Χαίρετε!
Ούτε χαίρομαι ούτε λυπάμαι, που δραπέτευσαν οι δυο κρατούμενοι. Εξέλιπαν και οι λόγοι να λυπάμαι για την πατρίδα μου. Δεν έχει νόημα να κλαις για την κάθοδο, όπως ακριβώς στο Χρηματιστήριο. Η διαφορά είναι πως, στο δεύτερο, έχεις ελπίδες ν’ ανακάμψει, κυρίως τώρα, που δεν έχει πιο κάτω. Στην περίπτωση της Ελλάδας, όμως, κάνουμε διάτρηση στον πυθμένα, βρήκαμε έδαφος μαλακό και προχωράμε.
Η θλίψη κάνει καλό, όταν μπορείς ακόμα να ελπίζεις. Ξεκινάς αποκαθαρμένος, με καινούργια διάθεση. Στην περίπτωσή μας, των Ελλήνων πολιτών, η θλίψη θα μας σκοτώσει. Τη χαρά την αισθανόμαστε δύσκολα, με τόσα που συμβαίνουν θέλω να πω. Ωστόσο, είναι η μόνη λύση. Στον Τιτανικό οι μουσικοί έπαιζαν μέχρι που τους σκέπασε το παγωμένο νερό. Τότε σταμάτησαν. Εμείς δεν αντιμετωπίζουμε τέτοιον κίνδυνο. Επομένως, γιατί να μη χαρούμε;
Με τι, θα μου πείτε. Με οτιδήποτε άλλο, απαντώ. Αν τα καταφέρουμε, θα μας κάνει καλό η πρόσκρουση στο παγόβουνο που λέγεται «προχωρημένη αλητεία». Να πάμε εμείς ένα βήμα πιο πέρα, να μην ασχολούμαστε πια με τους κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή αλήτες.
Δείτε τριγύρω. Η φύση μας εξέπληξε ευχάριστα φέτος. Σε πείσμα των δυσοίωνων προβλέψεων, ο χειμώνας καλά κρατεί. Τα φυτά και τα δένδρα χαίρονται! Επιφυλάσσονται για τον επόμενο μήνα, που, όπως όλα δείχνουν, θ’ αρχίσουν, τόσο φυσιολογικά, να πρασινίζουν και ν’ ανθίζουν. Η φύση, ευτυχώς, ακολουθεί τους δικούς της νόμους και δεν πτοείται από τις δικές μας αλχημείες.
Ας κάνουμε από τη φύση την αρχή, και να προχωρήσουμε στον άνθρωπο, όπου τον βρούμε τέλος πάντων. Κάπου υπάρχει! Ξέμειναν κάπου, θέλω να πω, γύρω μας άνθρωποι που αντέχουν να μη συμμετέχουν στο ξέφρενο πανηγύρι της διάλυσης, της αλληλοφαγίας, της απονάρκωσης, της αποχαύνωσης. Ταπεινοί και συνεσταλμένοι, όπου τάχθηκε καθένας, υφαίνουν με μετριοπάθεια τον ιστό της ζωής τους, και προσεκτικά, μην ενοχλήσουν τον διπλανό τους. Γι’ αυτό δεν τους βρίσκεις εύκολα. Υπάρχουν ωστόσο!
Υπάρχουν φυσικά και οι άλλοι, εκείνοι που δεν υπάρχουν πια αλλά για πάντα. Τους βρίσκεις αυτούς αναπαυμένους στο παρελθόν, εκεί που, ευτυχώς, δεν μπορεί να φθάσει η σήψη που διαβρώνει το παρόν μας. Κοιτάξτε τους, ακίνητοι όπως στέκονται και μας κοιτούν με απορία και συμπάθεια. Πρόσωπα δικά μας που αγαπήσαμε και μας έφυγαν, πρόσωπα ιστορικά, της τέχνης, του όντως πολιτισμού, που ανήκουν σε όλους!
Άγνωστος φίλος, προχθές, μου θύμισε πολλά. Χάρηκα με την πρωτοβουλία του, συγκινήθηκα που με διαβάζει και κάτι του λέω. Αξίζει να δείτε την ιστοσελίδα του (http://www.peristeris.blogspot.com/), αφιερωμένη σε μια μορφή που δεν ξεχνιέται: τον Σπύρο Περιστέρη. Έτσι είναι... Μερικοί άνθρωποι έχουν - και σου δίνουν – φτερά. Χαίρετε! (25-02-2008)

Βιασμός
Η Ελλάδα καθυστέρησε στη συνάντηση. Ο καινούργιος κόσμος δεν την περίμενε. Δεν ήταν μικρή η καθυστέρηση: τετρακόσια ολόκληρα χρόνια! Οι Έλληνες, τώρα, βιάζονται. Το «βιάζονται» φυσικά, εδώ, διαβάζεται διπλά: με την έννοια της βιασύνης και με την άλλη, του βιασμού. Εν προκειμένω είναι το ίδιο. Ασκείται βία στο σώμα μας.
«Πρέπει», κιόλας, να βιαστούμε! Αν τύχει και μας ρωτήσουν, λέμε «όχι». Ωστόσο πρέπει! Ποιος το λέγει; Εκείνοι που ... ξέρουν. Η Ελλάδα, ωστόσο, καθυστέρησε πολύ. Τόσο πολύ, μάλιστα, που, όσο κι αν βιαστεί, δεν θα προλάβει τον σύγχρονο κόσμο. Αν ο χρόνος, για εμάς, σταμάτησε στην Άλωση, και άρχισε στην Επανάσταση, τότε τα 150 χρόνια που διέρρευσαν μας επιστρέφουν γύρω στο 1600. Αν, χειρότερα, αρχίσουμε να μετράμε τον χρόνο από το 1974 και μετά, τότε με τη βία φθάνουμε στο 1500!
Εκεί βρισκόμαστε! Θεωρητικά δηλαδή, με πρόχειρους υπολογισμούς. Δεν ήταν άσχημα εκείνη την εποχή, στην Ευρώπη τουλάχιστον, που βιαζόμαστε να φθάσουμε, στην καρδιά της Αναγέννησης. Μακάρι, τώρα που το σκέφτομαι, να βρισκόμασταν εκεί. Θα σήμαινε ότι, κι εμείς, θα επιστρέφαμε στους κλασσικούς, τους δικούς μας δηλαδή, τους πρώτους Έλληνες. Θα σκεφτόμασταν περισσότερο τον εαυτό μας, ως Έλληνες και άνθρωποι. Και μετά θα κάναμε επανάσταση, κοινωνική εννοώ, όπως οι Άγγλοι τον 17ο αιώνα, ή οι Γάλλοι τον 18ο.
Σ’ εμάς, στην πραγματικότητα, συμβαίνει κάτι περίεργο. Καθώς βιαζόμαστε, και είμαστε εκτός εαυτού, μια μας πλευρά παρέμεινε αποσβολωμένη, καθηλωμένη στο Μεσαίωνα, λίγο πριν την Άλωση στο Βυζάντιο. Έντρομοι, έτοιμοι να αποδράσουμε, ει δυνατόν από το ίδιο μας το σώμα, επικαλούμαστε, ανάλογα με τον πόνο που νιώθει καθένας, γνωστές και άγνωστες δυνάμεις, θεϊκές, ημιθεϊκές, ανθρώπινες, υπάνθρωπες, διαβολικές - όποιες ακούσουν - να μας γλιτώσουν, να μας λυτρώσουν.  
 Έχουμε, ωστόσο, κι άλλη πλευρά, διαφωτισμένη αυτή, λουσμένη στο φως του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Εδώ κυριαρχεί ο Λόγος, απαλλαγμένος από φόβο, προκαταλήψεις και προλήψεις, ένα κενό δοχείο, που καθαγιάζει οτιδήποτε διαφημίζεται με την ετικέτα του ευλόγου, του προοδευτικού. Πρόοδος, εδώ, είναι να θεωρείς το βιασμό ευλογία!
  Διχασμένοι οι Έλληνες, σήμερα, με διασκελισμό που διανύει 300 περίπου χρόνια, βιάζονται να φθάσουν τον σύγχρονο κόσμο, που ούτε καν τον βλέπουν. Αν τον έβλεπαν, έστω, από μακριά εννοώ, θα ήξεραν ότι εκείνος επιστρέφει βιαστικός. Κανείς δεν ξέρει που θα σταματήσει. Στο διάβα του προς τα πίσω θα μας σαρώσει, αν συνεχίσουμε να τρέχουμε. «Πρέπει», λοιπόν, να παραμερίσουμε και να σκεφτούμε. Να τραβήξουμε το ένα μας σκέλος μακριά από τον Διαφωτισμό, πίσω προς την Αναγέννηση, και να τραβήξουμε το άλλο, από τον Μεσαίωνα, κοντά στο πρώτο. Κι εκεί να περιμένουμε την Ευρώπη, κυνηγημένη, την ίδια, από την Αμερική, και να ελπίζουμε ότι θα σταματήσει. (25-05-2008)

Παιδεία απούσα
Η παιδεία λείπει...συνεχώς. Κυρίως, βέβαια, όταν μας απογοητεύει η ζωή, οι άλλοι άνθρωποι, δηλαδή μονίμως. Και δεν παύουμε να το επισημαίνουμε, ανελλιπώς. Η απουσία αυτή, ωστόσο, η διαρκής εννοώ, κινεί υποψίες. Γιατί δεν πρόκειται για αναπάντεχη και προσωρινή έκλειψη. Πρόκειται για μόνιμη κατάσταση.
Αν η παιδεία ήταν παρούσα, ισχυριζόμαστε, το κακό δεν θα ήταν κακό. Θα ήταν καλό. Είναι όμως έτσι; Ή υπερβάλλουμε όταν, για να δικαιολογήσουμε τα κακώς κείμενα, επικαλούμαστε την απουσία της παιδείας; Αν δεν υπερβάλλουμε, το σχήμα λόγου που θέλει το κακό να συμβαίνει ερήμην της παιδείας, σημαίνει ότι με την παιδεία ο κόσμος που μας περιβάλλει θα ήταν όμορφος, αξιοθαύμαστος, τέλειος.
Βεβαίως με ανησυχεί το εξής. Όλο και περισσότεροι επιρρίπτουν στην απούσα παιδεία ευθύνη για το κακοφτιαγμένο τοπίο της καθημερινότητάς μας. Διερωτώμαι: πώς εννοεί καθένας τους την παιδεία που δεν υπάρχει και όμως είναι θαυματουργή; Γιατί, προφανώς, όποιος την επικαλείται οφείλει να μπορεί να την ορίσει, να την περιγράψει, να την παραδειγματίσει. Μπορεί; Ή πρόκειται για εύσχημη καταγγελία εκείνου που δεν μας αρέσει, που μας πλήττει, που μας πνίγει;
Οι καταγγελίες αυτές δίνουν και παίρνουν, με την παραμικρότερη ή τη σοβαρότερη αφορμή και, κατά το δοκούν, εξαπολύονται από σχεδόν όλους εναντίον σχεδόν όλων. Γι’ αυτό αναρωτιέμαι: αφού τόσο πολύ μας λείπει, γενικώς, η παιδεία, μήπως πρόκειται για μαγική εικόνα, που δείχνει κάτι για να κρύψει κάτι άλλο; Μήπως η κραυγή για την απουσία της παιδείας καλύπτει το γεγονός ότι αγνοούμε τι ακριβώς είναι;
Βέβαια, εδώ, συμβαίνει το εξής παράδοξο: οι σύγχρονες κοινωνίες «πλημμυρίζουν από παιδεία». Η οικογένεια, το σχολείο, το Πανεπιστήμιο, ο θεσμός της διά βίου μάθησης, τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης με τις παιδαγωγικές και επιμορφωτικές τους εκπομπές, οι εφημερίδες με τα πολυσέλιδα, έγχρωμα και ασπρόμαυρα, αφιερώματα σε θέματα παιδείας: όλα εστίες, υποτίθεται, παιδείας. Και δεν υπάρχει ούτε μια από αυτές τις παιδαγωγικές μηχανές, που να μην καταγγέλλεται για δυσλειτουργία, για αφλογιστία, για αναποτελεσματικότητα, για παιδαγωγική ανυπαρξία.
Οι παιδαγωγικά ανύπαρκτοι παιδευτικοί μας θεσμοί, που όλοι τους ...νοσταλγούν την παιδεία, πρωτοστατούν στην αναζήτησή της και, πανθομολογουμένως, δεν την βρίσκουν. Έχω μια πρόταση: να έχουν όλοι τον νου τους, διαρκώς, θεσμικοί και μη νοσταλγοί της παιδείας. Κι όποιος τη βρει, να ειδοποιήσει και τους υπολοίπους. Ειδάλλως, καλύτερα, να μην ξαναμιλήσουμε για την παιδεία και την απουσία της. Αυτό είναι γνωστό... (03-06-2008)

Φυσικά φαινόμενα
O σεισμός είναι φυσικό φαινόμενο. Η αντιζηλία επίσης. Από τις γραφικότερες μορφές της, εκείνη των γυναικών και η άλλη των επιστημόνων και δη των πανεπιστημιακών.
Επίδικο της γυναικείας αντιζηλίας είναι οτιδήποτε μπορεί να συμβάλει στην προβολή της εικόνας μιας γυναίκας. Το ίδιο, ακριβώς, ισχύει για την αντιζηλία των πανεπιστημιακών. Τα υπόλοιπα είναι υπόθεση ... φυσικής επιλογής. Το ποιος τελικά, δηλαδή, θα επικρατήσει.
Φυσικά, όπως για όλα τα φυσικά συμβάντα, υπάρχουν αιτίες που απενοχοποιούν, κάπως, τους αμέσως υπεύθυνους για τα προβλήματα που  συνεπάγεται η φυσική τάση για καταστροφή, εν προκειμένω, του (της) αντιζήλου. Εν μέρει μόνο ενοχοποιούνται, επομένως, οι γυναίκες και οι επιστήμονες. Και στις δύο περιπτώσεις, εκείνο που τους ωθεί στην καταστροφή του αντιπάλου δέους είναι το ίδιο: οι αυξημένες προσδοκίες!
Δεν φταίνε οι γυναίκες αν, επειδή τις κρίνουν και τις αξιολογούν και, αναλόγως, τις επιδοκιμάζουν ή τις απορρίπτουν, δυνάμει της εξωτερικής τους ... «διακόσμησης», αυτές φροντίζουν επίμονα γι’ αυτήν και φθονούν όσες υπερέχουν, υποτίθεται, δυνάμει, ακριβώς, της έξωθεν – καλύτερης – μαρτυρίας. Αντιστοίχως οι επιστήμονες και οι πανεπιστημιακοί. Θύματα των μεγάλων προσδοκιών που συνεπάγονται οι τίτλοι και οι θέσεις τους, θέλουν να απολαμβάνουν της κοινωνικής ή αισθητικής αποδοχής των συνανθρώπων τους, δυνάμει, ακριβώς, των κριτηρίων τα οποία κρίνουν και αξιολογούν το έργο τους.
Μόνο η αυθυπέρβαση, νομίζω, θεραπεύει την αντιζηλία. Αυτό ενέχει, φυσικά, το εξής – όχι αμελητέο – ρίσκο: να υπερισχύσει τελικά ο αντίπαλος. Αυτό το ξέρουν οι γυναίκες και οι επιστήμονες εξίσου. Γι’ αυτό, στην καλύτερη περίπτωση, η φυσική επιλογή καθορίζεται από την ευγενή άμιλλα και στη χειρότερη από την παράκρουση των εμμονόπληκτων ζηλωτών του αξιοκρατείν.
Ο σεισμός είναι φυσικό φαινόμενο. Η αντιζηλία επίσης. Οι καταστροφές που προκαλούν, και τα δύο, εξαρτώνται από το μέγεθος και την ένταση των φαινομένων. Οι σεισμόπληκτοι και τα θύματα της αντιζηλίας το ξέρουν. Αυτό που σίγουρα, πάντως, δεν ανακουφίζει τους σεισμοπλήκτους είναι οι αλληλοαιτιάσεις των σεισμολόγων για επιστημονική ανεπάρκεια, ακόμα και αν κάποτε αποδειχθεί η επιστημονική επάρκεια των μεν και η επιστημονική απαξία των άλλων. Κατά τα άλλα, όταν θα πάψουν να γίνονται σεισμοί, θα πάψουν και οι άνθρωποι να γίνονται αντίζηλοι ο ένας για τον άλλον. Δηλαδή ποτέ! Υπομονή, λοιπόν, και επιμονή χρειάζεται. Υπομονή για να επιβιώσουμε των σεισμών, αν είμαστε τυχεροί, και επιμονή για να τους ξεπεράσουμε. Και την αντιζηλία επίσης... (11-06-2008)

Αδιακρισία
Δεν ξέρω πώς είναι ο έρωτας για το ίδιο φύλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει! Επιπλέον, δεν είμαι περίεργος! Η φαντασία μου δεν εξάπτεται όταν σκέφτομαι το συγκεκριμένο ζήτημα, των ομόφυλων σχέσεων. Δεν μπορώ επομένως να εκφέρω κρίσεις, υπέρ η εναντίον, ούτε κατά διάνοια. Παρόμοιες κρίσεις, φυσικά, αφθονούν για τις ετερόφυλες σχέσεις. Είναι αστείες και, για την αισθητική μου, αντιαισθητικές.
Όσοι, πάντως, εκφέρουν κρίσεις εναντίον της συνεύρεσης ατόμων του ίδιου φύλου, και το κάνουν με βδελυγμία, είναι σαν να έχουν προσωπική πείρα και βιώματα οδυνηρά, ή, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, η φαντασία τους κατέχεται από σχετικές εικόνες και δεν ξέρουν αν είναι από επιθυμία ή από παρέμβαση δαιμονική. Διαρρηγνύουν λοιπόν τα ιμάτιά τους και εξορκίζουν το «κακό» με αφορισμούς.
Φυσικά υπάρχει και μια άλλη κατηγορία κατηγόρων, ηθικών εισαγγελέων. Πρόκειται για όσους θα μπορούσαν να είναι αδιάφοροι γιατί ούτε «έπαθαν» τίποτα ποτέ ούτε φοβούνται μήπως «πάθουν», αλλά αισθάνονται ασφαλείς, κοινωνικά εννοώ, όταν λιθοβολούν μαζί με τους άλλους, αφού συμβαίνει να είναι οι περισσότεροι και οι – οιονεί – επικρατέστεροι. Και σε αυτή, όπως σε σωρεία άλλων περιπτώσεων, ασκείται η συλλογική αδιακρισία ή, άλλως, η καταχρηστική εξουσία της κοινής γνώμης, αυτή η λιμνάζουσα κοινωνική συνείδηση, που καταπίνει όποιον πέσει μέσα της και κυρίως εκείνους που αντιδρούν, που προσπαθούν να της ξεφύγουν, της αδηφάγου κινούμενης άμμου αυτάρεσκων κοινωνικών εταίρων, οι οποίοι επιδεικνύουν τη ρομφαία της κριτικής τους όσο οι ίδιοι αισθάνονται στο απυρόβλητο ως «φυσιολογικοί», νομοταγείς, μη εξαρτημένοι κτλ.  
Βεβαίως, πρέπει να πω, οι συνθήκες επιβίωσης των «διαφορετικών» αυτού του κόσμου δεν είναι πια τόσο άσχημες, για ένα λόγο: εκείνοι που δεν θίγονται επειδή κάποιοι συνάνθρωποί τους δεν έχουν τις ίδιες επιθυμίες με τους ίδιους, εκφράζονται, πια, περισσότερο ελεύθερα. Κι αυτό από γενικότερη κοινωνική αγανάκτηση, από απογοήτευση για μια κοινωνία, την ελληνική, η οποία, όσο κι αν σήπεται καθημερινά περισσότερο, επιμένει να κραυγάζει για την «οσμή» που έρχεται απέξω, από το σώμα των περιθωριακών, εκείνων των χρήσιμων ανθρώπινων αποβλήτων, των κοινωνικών μετοίκων, που κάνουν τους υπολοίπους, τους περισσότερους – υποτίθεται –, τους αυτόχθονες του κοινωνικού βάλτου πολίτες, να αισθάνονται καλύτερα.
Οι ομοφυλόφιλοι, βέβαια, καταγγέλλονται ως αδιάκριτοι. Η όποια αδιακρισία τους, ωστόσο, είναι αντιδραστική, εκδήλωση της ανάγκης τους να  επιβεβαιωθεί η σεξουαλική τους ταυτότητα, αφού αυτή κατακρίνουν με βδελυγμία οι «κανονικοί». Οι τελευταίοι, φυσικά, δεν ξέρουν πόσο οι ίδιοι γίνονται αδιάκριτοι όταν εκφράζουν τη δική τους «υγιή» σεξουαλικότητα και απαιτούν, στα σοβαρά, ο φαντασιακός τους σύντροφος να υποκύψει. Με την αδιακρισία τους θέτουν τους ομοφυλοφίλους, σίγουρα, εκτός συναγωνισμού! (18-06-2008)

Νομιμοφάνεια
Τα πολλά χρήματα διακινούνται παράνομα. Λίγα χρήματα αλλάζουν χέρια νόμιμα: είναι οι αμοιβές των μισθωτών και το αντίτιμο νόμιμων αγοραπωλησιών. Αν, όμως, ο κύριος όγκος των συναλλαγών αφορά σε παράνομες αγοραπωλησίες και εξαγορές, στην κερδοσκοπική λαίλαπα που ενέσκηψε ωσεί ακρίδα σε σπαρτά ήδη καχεκτικά, στους «νόμιμους» δηλαδή μισθούς και στα «νόμιμα» έσοδα, αν τα προϊόντα τα περισσότερο ακριβά είναι όπλα, ναρκωτικά και το ανθρώπινο σώμα, τότε οι νόμιμες συναλλαγές είναι γελοίες, μαζί, και … τραγικές.
Γελοίες είναι οι νόμιμες συναλλαγές και αμοιβές επειδή εκείνοι που τις περιφρονούν γελάνε μαζί τους, κι εκείνοι που εξαρτάται η επιβίωσή τους από αυτές οδύρονται. Μα, σκέφτεται κανείς, προτιμότερο να γελούν μαζί σου οι παράνομοι κι εσύ να τους οικτείρεις όταν συλλαμβάνονται. Συμφωνώ! Με μια, όμως, διαφορά. Όταν αισθάνεσαι περίγελως δύο αντιδράσεις είναι συνήθεις. Αυτοοικτείρεσαι και αυτομαστιγώνεσαι, που δεν κατάφερες νόμιμα να έχεις αξιοπρέπεια ή, αντίθετα, επιχειρείς σπασμωδικά εκείνο που «εξ επαγγέλματος» επιχειρούν άλλοι. Και στις δύο περιπτώσεις το αίσθημα του δικαίου γελοιοποιείται. Στην πρώτη περίπτωση ως ανίσχυρο και στη δεύτερη ως γελοιωδώς ευάλωτο.
Οι λύσεις είναι δύο: είτε να νομιμοποιηθούν οι παράνομες συναλλακτικές δραστηριότητες και, τουλάχιστον, να μην εξευτελίζεται παταγωδώς η νομιμότητα, ή να πειστούν οι πολίτες που δεν μπορούν να εξαπατήσουν σε προσωπικό ή διατομικό επίπεδο να λησμονήσουν τον κοινωνικό στο όνομα του μεταφυσικού τους εαυτού, τον οποίο θα πρέπει να αναζητήσουν όχι εκεί που ταυτοποιείται κανείς επειδή αποτελεί μέλος μιας κοινότητας, αλλά εκεί που μπορούν να ανακαλύψουν τον εαυτό τους ανεξάρτητα από την κοινωνική τους κατάσταση ή εξαιτίας ακριβώς της κοινωνικής τους θέσης, η οποία διακυβεύεται διαρκώς.    
Η μεταφυσική ταυτοποίηση, τώρα, είτε είναι πρόχειρη, διά των ηθικοπλαστικών συνταγών που διαφημίζει το μαγειρείο της θρησκευτικής συνείδησης κάθε θρησκείας, είτε λίγο πιο δύσκολη, και διέρχεται διά της συσσωρευμένης ανά τους αιώνες ανθρωπιστικής σοφίας, που υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι εκτός από κινούμενη επιθυμητική μηχανή, που ολιγόνοα στοχεύει εκείνο που κάθε φορά καθίσταται ελκυστικό, είναι και στοχαστική, στοιχειωδώς ή περισσότερο. Υπάρχει και τρίτη οδός φυσικά. Εκείνη των ψυχοτρόπων ουσιών, νόμιμων και παρανόμων, η χρήση των οποίων προκρίνεται, όλο και περισσότερο, ως ευχερέστερη από κάθε άλλη μέθοδο ευτυχούς αυτοαναφοράς.
Όλες οι μέθοδοι, φυσικά, υπόκεινται σε διάψευση αφού, πάντα, η κοινωνική είναι κυριαρχικότερη από κάθε άλλη αναφορά. Βεβαίως υπάρχει μια δικαιο-λογία ανά πάσα στιγμή πρόσφορη, οιονεί παυσίλυπη, για την απάμβλυνση του οδυνηρού αισθήματος που συνέχει τον άνθρωπο που αισθάνεται αποτυχημένος και γελοιοποιημένος: «είναι λίγοι εκείνοι που παρανομούν». Πώς γίνεται, βεβαίως, εκείνοι οι λίγοι να παρανομούν εις βάρος της συντριπτικής πλειοψηφίας και να είναι πανταχού παρόντες όσο και αν ορισμένοι συλλαμβάνονται είναι ερώτημα που διασαλεύει τη δικαιολογία και μαζί το σύστημα που κάθε φορά τη χρησιμοποιεί και τη θέση, φυσικά, των εκπροσώπων του συστήματος που την «αξιοποιούν»! (25-06-2008)

Οικονομική κρίση
Η οικονομική κρίση μπορεί να έχει ευεργετικές συνέπειες. Αποχαλινώνονται, καταρχάς, οι κερδοσκοπικές ορέξεις των επιρρεπών στο οικονομικό έγκλημα και επιδίδονται, κατά κανόνα, σε απονενοημένα εγχειρήματα αστραπιαίου (επανα)πλουτισμού. Το ίδιο αστραπιαία, όμως, γίνονται γνωστές οι προθέσεις και οι πράξεις τους. Γιατί, στον τρελό χορό της οικονομικής απάτης, που τον χορεύουν χέρι – χέρι οι «ταλαντούχοι» του είδους, εκείνος που ξεκόβει για να κάνει τη φιγούρα του γίνεται στόχος εκείνων που συνεχίζουν το χορό με σύνεση, και περιορίζονται σε «σεμνές» ληστείες του δημόσιου πλούτου και σε «μετριοπαθείς» επιχειρήσεις κατακλοπής του μέσου εισοδήματος.
Το αίσθημα τιμής των ατίμων είναι οξύτατο. Ευλόγως, άλλωστε, αφού η δική τους ύπαρξη έχει τιμή και αξία, ενώ των θυμάτων τους στερείται και των δύο. Όταν δεν έχεις τίποτε ή - πράγμα που είναι το ίδιο - όταν αυτά που έχεις είναι χρεωμένα, τότε η αγοραστική σου αξία είναι μηδαμινή και ... το ξέρεις. Η τιμή σου στην αγορά της κοινωνικής συν(δι)αλλαγής είναι ανύπαρκτη και κανένας δεν ασχολείται μαζί σου, εκτός φυσικά από τους δανειστές σου.
Ατίμωση, λοιπόν, και ντροπή, καθόλου αμελητέα συναισθήματα, είναι το κυρίαρχο βίωμα από την οικονομική κρίση, όσων εξαγοράζουν την ημερήσια ύπαρξή τους με τα τελευταία – λιγότερα από τα τελευταία – αποθέματα της – ανύπαρκτης – δανειοληπτικής τους επιφάνειας. Και όμως, το καταλυτικό αίσθημα του να μη σε χρειάζεται κανείς παρά μόνο εκείνοι στους οποίους, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, χρωστάς, μπορεί να γίνει αναγεννητικό, και η οικονομική κρίση αναβαπτιστική.
Γιατί, όσο και αν, εξαντλημένος από την αγωνία της αδυναμίας σου να ξεπληρώσεις τα χρωστούμενα, θα προτιμούσες να μην ... υπάρχεις, κάτι που φυσικά συμβαίνει εν πολλοίς, η καταναγκαστική διάρκεια της - παράδοξης - επιβίωσής σου ενδέχεται, αν συνεργήσει η απαραίτητη – κατεξοχήν δυσεύρετη – νηφαλιότητα, να σε προβληματίσει έτσι, και τόσο, ώστε να διεκδικήσεις άλλες, λιγότερο αντίξοες, συνθήκες ύπαρξης, για σένα και τα παιδιά σου.
Φυσικά τα κυρίαρχα παραδείγματα, για λίγο καιρό ακόμα, θα υποβάλλουν άλλα. Γι’ αυτό το καθήκον της Δικαιοσύνης είναι περισσότερο από επείγον. Αν τα πρότυπα των αυτάρεσκων απατεώνων αρχίσουν να αμαυρώνονται, τότε η πολυπόθητη ατομική και καθολική αφύπνιση και εξέγερση μπορεί να θεωρηθεί τουλάχιστον πιθανή. Η οικονομική κρίση δεν είναι η αρχή, είναι το τέλος μιας διαδικασίας παρακμής. Γι’ αυτό εγκυμονεί ελπίδες. Στη διάρκεια της διαδικασίας η απάτη είναι αδιαφανής, συγκεκαλυμμένη, στο τέλος απροσχημάτιστη, αποκεκαλυμμένη, απομυθοποιημένη, και οι θιασώτες της (αυτο)εξευτελισμένοι. Η μετά την παρακμή εποχή είναι εποχή των θυμάτων και των δυνάμεων που τους απέμειναν. Μένει να δούμε ποιες είναι... (02-07-2008)

Σκέψεις
Ιδιαιτέρως προσφέρεται η συγκυρία για σκέψεις περί χρημάτων. Δεν χωρεί αμφιβολία, άλλωστε, ότι να σκέφτεσαι τα χρήματα είναι ανέξοδο, ευχάριστο και ακίνδυνο. Το ίδιο ισχύει, φυσικά, για όλα όσα, όπως τα χρήματα, ενισχύουν την ψευδαίσθηση της προέκτασης του εαυτού, ως εκεί, για παράδειγμα, που φθάνει η εξουσία ή η επιρροή σου, η κοινωνική σου επιφάνεια, ως εκεί που απλώνεται η γοητεία σου, και κατέχει τις αντίπαλες ψυχές, ως εκεί που εξακτινώνεται η φήμη, ακόμα και η υστεροφημία σου.
Τα προβλήματα αρχίζουν όταν, με το πείσμα ευφάνταστου παιδιού, που επειδή σκέφτηκε ή φαντάστηκε κάτι θεωρεί ότι οφείλει οπωσδήποτε να συντελεστεί, ανεξάρτητα από τις συνθήκες και, βεβαίως, τις συνέπειες, κάποια ώριμα νήπια της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, οι κατά τα άλλα ευτραφείς στους τρόπους και εύστροφοι στις ανοητολογίες, κάνουν τα «οράματά» τους πράξη. Φυσικά δεν τους προστατεύει το ακαταλόγιστο της παιδικότητας, ούτε το άλλοθι της ψυχικής ασθένειας. Άλλωστε δεν επικαλούνται, κατά κύριο λόγο, κανένα από τα δύο, αν και θα έπρεπε, αφού το πρώτο, τουλάχιστον, ισχύει στις περισσότερες περιπτώσεις.
Αποσβολωμένοι όταν καταγγέλλεται το πρόσωπο, το όνομα και η ιστορία τους, προσγειώνονται θαρρείς απότομα στο φυσικό διάδρομο της ηλικίας και της κατάστασής τους, ο οποίος ωστόσο γίνεται τότε στενός και σύντομα καταλήγει στη θάλασσα, μακριά από την πολιτεία στην οποία πίστευαν ότι θα διασκέδαζαν επαόριστον και ανέξοδα. Η αμηχανία και η θλίψη τους είναι (ίδιες με) εκείνες του παιδιού που δεν μπορεί να συνδέσει την τιμωρία με την πράξη του, γιατί ποτέ δεν φανταζόταν ότι αυτό που σκέφτηκε και επιθύμησε αυθόρμητα θα μπορούσε να επιφέρει πόνο και απογοήτευση.
Να τολμήσω, μάλιστα, μια υπόθεση; Τα παιδιά αυτά, τα ηλικιωμένα έστω, είτε τιμωρήθηκαν πολύ είτε καθόλου στην παιδική τους, την πραγματικά παιδική, ηλικία. Στην πρώτη περίπτωση το ίδιο παιδί που πνίγηκε στις τιμωρίες και την καταπίεση, όταν αποκτήσει πραγματικές ή φανταστικές δυνάμεις ικανοποιεί την – φυσιολογική – παιδική τάση για αταξίες. Στη δεύτερη περίπτωση, η επίσης παρεξηγημένη παιδικότητα, που εκ των πραγμάτων δεν είναι άμεμπτη και δεν ωφελεί – κανέναν - να είναι ανεξέλεγκτη, διαρκεί περισσότερο απ’ όσο πρέπει.
Σε κάθε περίπτωση, η διάσταση της παραβατικής ενήλικης παιδικότητας είναι η χειρότερη. Γιατί, σε άλλες περιπτώσεις, γίνεται, λένε, χαριτωμένη. Προσωπικά βέβαια, πρέπει να πω, μόνο την παιδικότητα των παιδιών θεωρώ συμπαθητική. Κατά τα άλλα επιφυλάσσομαι... και σκέφτομαι! (09-07-2008)

Αισθήσεις
Οι μονότονες ανταποκρίσεις από τα θερινά μέτωπα της φλεγόμενης ελληνικής φύσης θυμίζουν εμφυλιοπολεμικά επίκαιρα. Η διαφορά είναι ότι, με τις πυρκαγιές, η μία παράταξη διαρκώς επιτίθεται και η άλλη διαρκώς αμύνεται. Δεν υπάρχει άλλη διαφορά. Οι εμπρησμοί είναι πράξεις εμφύλιου – μονόπλευρου – μίσους. Οι συνέπειες, επίσης, είναι όμοιες μ’ εκείνες των εμφύλιων συρράξεων. Περισσότερο από το έμψυχο υλικό που στοχεύεται, πλήττεται το τοπίο μιας πατρίδας που θυμίζει έρημο.
Το καλοκαίρι, φυσικά, το αίσθημα γίνεται δυσάνεκτο. Οι πολιτικοί διαξιφισμοί γίνονται υποτονικοί ή, πιο σωστά, ατονεί το ενδιαφέρον των πολιτών της τηλεόρασης, των πολιτών, κατά λέξη, που βλέπουν από μακριά, και ό,τι συμβαίνει στη θερινή πολιτική σκηνή ωχριά, μπροστά στα φλεγόμενα σώματα των δένδρων του ελληνικού παραδείσου. Είναι στιγμές που τα πράγματα πρέπει να παίρνουν τη θέση τους στη συνείδησή μας, ακόμα και όταν αυτή, ολοχρονίς, κατακλύζεται από ιεραρχήσεις που αρκεί η ζέστη του θέρους για να χάσουν τη στεγανότητα και τη βαρύτητά τους. 
 Τις γεμάτες αισθήσεις στερούμαστε: την όραση που βλέπει, την ακοή που ακούει, την αφή που ψαύει, την όσφρηση που μυρίζει. Αυτές μας λείπουν τις εποχές που βλέπουμε μέσω τηλεόρασης, που ακούμε ό,τι όλοι διά τηλεόρασης, που οσφραινόμαστε και ψαύουμε κατά τύχη αδιάφορα αντικείμενα, όταν δεν βλέπουμε και δεν ακούμε τηλεόραση.
 Δεν ξέχασα τη γεύση. Όχι. Αυτή είναι η πιο ευνοημένη απ’ όλες τις αισθήσεις. Δεν περνά μέρα, ώρα σχεδόν, που δεν σκεφτόμαστε να φάμε, να πιούμε, να καπνίσουμε. Η γεύση ρίχνει γέφυρα στην πραγματικότητα, όταν οι υπόλοιπες αισθήσεις ατονούν, στερημένες ερεθισμάτων και όρεξης, επομένως, για να λειτουργήσουν και να παραγάγουν σχέσεις ζωής, καθεμιά με τα οικεία της αντικείμενα.
Το καλοκαίρι ωστόσο, υποστηρίζω, οι αισθήσεις ξυπνούν, το σώμα επίσης, από φύση, αρκεί βεβαίως να το έχουμε κατά νου: διά των αισθήσεων ο παράδεισος, όχι των διαμεσολαβημένων, της έτοιμης αισθητηριακής ύλης. Οι αισθήσεις, όπως η γεύση, θέλουν, για να ικανοποιούνται, κι εμείς μαζί τους, πρωτότυπη τροφή, πρωτότυπα ερεθίσματα. Απόλυτα καταστροφικό, επομένως, το έργο των εμπρηστών: το δάσος είναι πηγή ερεθισμών για όλες τις αισθήσεις εκτός της γεύσης. Ο εμπρησμός των δασών στερεί τις αισθήσεις από άμεσα, πρωτότυπα, αναντικατάστατα ερεθίσματα, και τροφοδοτεί, και το καλοκαίρι, την τηλεθέαση, που καταστρέφει τις αισθήσεις, όπως είπαμε, με δευτερογενή ερεθίσματα, υποκατάστατα αισθημάτων.
Στον εμφύλιο πόλεμο που ανάβει κάθε καλοκαίρι καίγονται οι τελευταίες ευκαιρίες να ειρηνεύσει η ύπαρξή μας: τα φλεγόμενα δένδρα παίρνουν τη θέση των φλεγόμενων πολιτικών, και η τηλεθέαση των πυρκαγιών κρατάει τις αισθήσεις μας δέσμιες για τον επόμενο χειμώνα, τον χειμώνα των πολιτών που βλέπουν από μακριά τους πολιτικούς να μιλούν και τα δάση να καίγονται... Καλό – υπόλοιπο ευτυχώς – καλοκαίρι! (16-07-2008)

Αμοιβαία δυσπιστία
Σήμερα συναντιούνται εκ νέου οι Χριστόφιας και Ταλάτ, ο Έλληνας Κύπριος και ο Τούρκος Κύπριος. Επαναβεβαιώνουν, λένε, τη βούληση να λύσουν το Κυπριακό τους (;) πρόβλημα σύντομα. Ως πρόσφατα, παρόλα αυτά, χρησιμοποιούσαν τις ίδιες λέξεις και αλλά εννοούσε ο καθένας. Μπροστά στον κίνδυνο, έτσι, να εκτεθούν ανεπανόρθωτα και μαζί η προσπάθειά τους για λύση, συμφώνησαν σε βασική ορολογία για τη συγκρότηση μιας ενιαίας κρατικής δισ-υπόστασης.
Η συναντίληψη για το δισυπόστατο επιβεβαιώνει την αμοιβαία δυσπιστία. Η εκατέρωθεν, υποτίθεται, πρόθεση για λύση δεν αφορμάται από κάποια κοινή πεποίθηση ότι οι δύο πληθυσμιακές ομάδες είναι έτοιμες να συνυπάρξουν στο μεγάλο νησί. Είναι γεγονός, άλλωστε, ότι η εισβολή, πριν από 34 χρόνια, επισφράγισε το τετελεσμένο του ρήγματος μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Μετά από τόσο καιρό, το ρήγμα που οδήγησε στην εισβολή έγινε χάσμα. Εκλείπουν, εν τω μεταξύ, όσοι θυμούνται ειρηνική συμβίωση μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Διερωτώμαι επομένως: αφού η βάση της επικείμενης, σύντομα ή αργότερα, λύσης, είναι η συμφωνία στην αμοιβαία δυσπιστία, πώς τα δύο αδελφά, δήθεν, ημι-κρατικά μορφώματα θα πορευτούν στο χρόνο ως ενιαία δισ-υπόσταση;
Εγείρεται, επίσης, το εξής ερώτημα. Αντιλαμβάνονται, Χριστόφιας και Ταλάτ, με τον ίδιο τρόπο το πρόβλημα; Ο Ταλάτ εμφανίζεται αμέριμνος, αυτάρκης. Ο Χριστόφιας προβληματισμένος, συγκρατημένος. Ο δεύτερος και οι ομοϊδεάτες πολιτικοί του αντίπαλοι (!) πριμοδοτούν, ωστόσο, σε λεκτική αισιοδοξία, και μοιάζει να θεωρούν ότι η λύση θα αποφέρει για την Κύπρο ό,τι το νερό της βροχής, η οποία, κάθε που πέφτει στο νησί, τρεις τέσσερις φορές το χρόνο, αποτελεί γεγονός. 
Ο Ταλάτ, από την άλλη, και οι συγκυβερνώντες (!) ιδεολογικοί αντίπαλοι του Χριστόφια, εμφανίζονται απαισιόδοξοι αλλά πάντα χαμογελαστοί, με την αυτοπεποίθηση των αδικημένων, οι οποίοι ωστόσο πήραν την εκδίκησή τους και διασκεδάζουν με την αγωνία των άλλων, οι οποίοι φαίνεται, στην πλειοψηφία τους τώρα, είναι έτοιμοι να παραδεχθούν πως έσφαλαν, και διακαώς επιθυμούν να επανορθώσουν.
Θυμίζω, λοιπόν, και συνοψίζω: εκείνοι που ψήφισαν θετικά στο δημοψήφισμα του 2004, οι Τουρκοκύπριοι, επισήμως, σε επίπεδο ηγεσίας, δεν ανησυχούν. Οι άλλοι, οι Ελληνοκύπριοι, που ψήφισαν αρνητικά στο δημοψήφισμα, επισήμως πριμοδοτούν την προοπτική της λύσης, αλλά, στην πραγματικότητα, είναι εξίσου και περισσότερο επιφυλακτικοί με τους άλλους. Όταν διέλθουμε της φάσης της ονειροπόλησης της λύσης, και μπούμε στη φάση του πρακτέου της συνεργασίας και της «συναδέλφωσης», τότε τα ρόδινα χρώματα του ονειρικού τοπίου θα δώσουν, υποστηρίζω, τη θέση τους στα πραγματικά, γκρίζα χρώματα της αμοιβαίας δυσπιστίας. Μπορεί φυσικά αυτό, αν οι λαοί δεν ερωτηθούν, να γίνει κατόπιν εορτής, μετά δηλαδή από την ενδεχόμενη λύση. Τότε το όνειρο, φοβάμαι, θα γίνει – πάλι – εφιάλτης… (23-07-2008)

Δεν ήταν πόλεμος...           
 Δεν ήταν πόλεμος. Ήταν δολοφονία. Εκατοντάδες προσχεδιασμένες και ψυχρές δολοφονίες συντελέστηκαν στον Καύκασο. Λεπτομέρειες. Οι διακοπές μας εμπλουτίστηκαν με την εναλλακτική τηλεθέαση βαρετών – πλέον - ανακοινώσεων για ντοπαρισμένους – Έλληνες φυσικά – αθλητές και ευφάνταστων αναλύσεων για το σκάκι ολιγόνοων παικτών – δολοφόνων και ηθικών αυτουργών. Γελοίες κινήσεις με χιλιάδες ανυποψίαστα και ατιμασμένα θύματα. Αν, τουλάχιστον, ήταν πόλεμος...
Ο πόλεμος έχει πρωταγωνιστές, ήρωες, θύματα ένδοξα, στρατηγικούς νόες, έχει διάρκεια και επεισόδια. Ο πόλεμος σημαίνει την ανάγκη της αλλαγής, το τέλος μιας εποχής και τη μετάβαση σε φωτεινό ξέφωτο, που παραμένει ο άνθρωπος μέχρι να μαυρίσει, ξανά, με την «ειρηνική» του δραστηριότητα, το στερέωμα, τον ουρανό που του αναλογεί, και, εκ νέου, να επιστρατεύσει την κάθαρση του πολέμου για να συνεχίσει.
Δεν ήταν πόλεμος. Ήταν όνειδος. Ήταν – και είναι – το παραλήρημα ατάλαντων παικτών, που σκέφτονται κάθε φορά δύο – το πολύ – κινήσεις μετά. Όπως οι αρχάριοι σκακιστές, που «καταναλώνουν» στρατιώτες, αντιπάλους και δικούς τους, και χαίρονται που παίζουν. Δεν ήταν στρατιώτες οι άνθρωποι που χάθηκαν. Οι στρατιώτες δεν πρόλαβαν να πολεμήσουν. Παρωδία πολέμου. Παρωδία πολιτισμού: οι πολιτικοί που περιφέρουν τις αστόχαστες υπάρξεις τους στα ερείπια των βομβαρδισμών και πέριξ. Το χειρότερο μνημόσυνο στα θύματα. Η χειρότερη παρηγοριά για κείνους που δεν θα ξεχάσουν ποτέ.
Αν τουλάχιστον ήταν πόλεμος... Θα απειλούνταν, τουλάχιστον, όλοι. Καθένας, τότε, θα έδειχνε ποιος και τι είναι. Δεν τολμούν, όμως. Θρασύδειλοι αξιωματούχοι προστατεύουν από πραγματικό πόλεμο το βασιλιά τους – το συμφέρον – και τη βασίλισσα – την τρυφηλή ζωή – και όλους τους πύργους αυτών των «ιερών»: τα χρηματιστήρια.
Μακάρι να γινόταν πόλεμος. Μακάρι τα θύματα της πρόσφατης άνοιας να ήταν τα πρώτα ενός πραγματικού πολέμου. Θα δικαιώνονταν, τότε, και δεν θα στοίχειωνε η μνήμη τους στις ψυχές των δικών τους. Δεν θα γίνει φοβάμαι, όμως, πόλεμος. Τα θύματα των ατίμων, ατιμασμένα, θα κείτονται μνημεία του χειρότερου πολιτισμού που θα καταγραφεί ποτέ στην ιστορία της αστείας μας ύπαρξης.
Δεν ήταν πόλεμος. Ήταν φόνος... (20-08-2008)

Εκπαίδευση κενή
Τα εύγλωττα αποτελέσματα της κατανομής των φοιτητών στα Πανεπιστήμια, εκτός από το κενό που αφήνουν σε περιφερειακά ιδρύματα, προκαλούν ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Αρκετοί μιλούν για απαξίωση της τριτοβάθμιας δημόσιας και για πριμοδότηση της ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση, θεωρώ, δεν υπάρχει. Δεν υπάρχουν επιστημονικά – και μαζί εκπαιδευτικά - ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου στην Ελλάδα. Επαγγελματικές ιδιωτικές σχολές υπάρχουν, οι οποίες υπόσχονται άμεση και σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση. Το δημόσιο Πανεπιστήμιο, επομένως, δεν έχει και δεν θα έχει για πολλά ακόμα χρόνια ανταγωνιστές. Εκτός και αν τα ίδια τα Πανεπιστήμια υποτιμήσουν ή λησμονήσουν τον πρωταρχικό τους ρόλο: την έρευνα. Το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο, όπως όλα τα Πανεπιστήμια διεθνώς, δηλαδή οι πανεπιστημιακοί ερευνητές και δάσκαλοι και οι φοιτητές έναν ανταγωνιστή έχουν: τον εαυτό τους.
Έτσι, οι κενές θέσεις στα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα σημαίνουν ένα – κυρίως – πράγμα: την χρεοκοπία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Όχι πριν από πολλά χρόνια, το Λύκειο τουλάχιστον παρασκεύαζε ικανούς υποψηφίους φοιτητές, εκπαίδευε μονομερώς αλλά αποτελεσματικά μαθητές που κατελάμβαναν επάξια τις προσφερόμενες θέσεις. Οι μαθητές αυτοί ήταν κατά τεκμήριο άριστοι και καλοί, και γίνονταν από πολύ καλοί έως καλοί φοιτητές. Η διαδικασία αυτή, φυσικά, της προετοιμασίας για το Πανεπιστήμιο, ξεκινούσε ήδη από το Γυμνάσιο και τον προσανατολισμό των μαθητών σε δέσμες ενδιαφερόντων ανάλογα με την έφεση και την κλίση τους. Συλλήβδην η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, επομένως, έστω και ως προπαρασκευαστικό στάδιο, επιτελούσε ένα ρόλο.
Σήμερα τα πράγματα αλλάζουν και εξαιτίας των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Σίγουρα ως προπαρασκευαστικά κέντρα για το Πανεπιστήμιο τα σχολεία χωλαίνουν. Η εγκύκλιος παιδεία, από την άλλη, έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί στόχο, έστω δευτερεύοντα. Λαμβάνει χώρα, επομένως, από νωρίς, μια ιδιότυπη διαδικασία αποκλεισμού μιας αρκετά μεγάλης μερίδας μαθητών από τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση, από την ερευνητική δηλαδή περιοχή της γνώσης. Διοχετεύονται επομένως αναγκαστικά τα παιδιά αυτά είτε σε μια αγορά εργασίας ανειδίκευτων είτε σε κέντρα παροχής εξειδικευμένων επαγγελματικών γνώσεων, για να πάρουν σωρηδόν τα ίδια πτυχία ή τα ίδια μεταπτυχιακά διπλώματα, προκειμένου να ανταγωνιστούν, με ισχνές πιθανότητες αξιοκρατικής διάκρισης, για μια θέση στη μέγγενη της διαιωνιζόμενης οικονομικής δυστοκίας.
Επομένως, οι απλήρωτες θέσεις στα Πανεπιστήμια, όλο και περισσότερο, θα μαρτυρούν τον ανεκπλήρωτο προορισμό της μέσης εκπαίδευσης, η οποία, αν και γεμάτη έξυπνα παιδιά και φιλότιμους καθηγητές, μοιάζει κενή... (27-08-2008)

Πολιτική θηλυκή
Η υποψήφια Πρόεδρος της Αμερικής ατύχησε. Το ίδιο θα συμβεί, μάλλον, στην υποψήφια Αντιπρόεδρο. Και των δύο η υποψηφιότητα διαφημίστηκε ως θηλυκή. Αν κέρδιζαν, θα κέρδιζαν, υποτίθεται, οι γυναίκες. Τώρα που χάνουν; Χάνει η Γυναίκα, οι γυναίκες, η θηλυκότητα; Δύσκολο να πεις. Βέβαια, είναι και το άλλο: ο μαύρος υποψήφιος Πρόεδρος, και, όπως φαίνεται, μέλλων Πρόεδρος της Αμερικής. Διπλή ήττα: από άνδρα και, μάλιστα, έγχρωμο. Δεν ήλθε η σειρά τους, φαίνεται. 
Αυτό είναι το λεκτικό και το δυσάρεστο συμπέρασμα από τον τρόπο που προβάλλεται – ακόμα – η συμμετοχή των γυναικών στα κοινά. Γιατί το – εσκεμμένο – λάθος είναι ακριβώς αυτό. Η γυναίκα διαφημίζεται ως εναλλακτική πρόταση, αλλά, φαίνεται, δεν κομίζει καινούργια πρόταση. Με τους ίδιους όρους πολιτεύεται και επί ίσοις όροις διαγκωνίζεται και χάνει.
Οι συνέπειες για τις γυναίκες είναι δυσμενείς, καθώς ασμένως, οι ίδιες, δέχονται να διαφημίζονται ως διαφορετικές. «Απολαμβάνουν» το τίμημα που πληρώνει καθένας που, για να ξεχωρίσει, να διακριθεί και να επικρατήσει, προσποιείται τον διαφορετικό. Το κρίσιμο, φυσικά, είναι να αποδείξεις ότι, ως διαφορετικός, είσαι καλύτερος. Αυτό στην πολιτική σημαίνει: πιο αποτελεσματικός, ανθρωπινότερος, περισσότερα υποσχόμενος, ειλικρινέστερος, αμεσότερος, πιο ευχάριστα ανεκτός. Οι γυναίκες, φαίνεται, αισθάνονται διαφορετικές χωρίς να πείθουν ότι είναι καλύτερες.
Συνέπεια της διάψευσης αυτής, μεταξύ άλλων, είναι η εξής: υποδαυλίζεται επικίνδυνα η σύγκρουση των φύλων. Οι άνδρες, που προωθούν, υποτίθεται, τις γυναίκες, και τις χρησιμοποιούν για δικό τους, πάλι, όφελος, εμπεδώνουν την εκμεταλλευτική τους διάθεση, και οι γυναίκες, που αποδέχονται το χρηστικό τους ρόλο, επιβεβαιώνουν, όταν χάνουν, την κακοπιστία των ανδρών.
Τα καταστροφικά αποτελέσματα γίνονται μακροπρόθεσμα ορατά. Οι γυναίκες δεν ομολογούν τη συνυπευθυνότητά τους στην αποτυχία τους να επικρατήσουν πολιτικά. Συσσωρεύουν την απογοήτευση και εκδικούνται όπως μπορούν. Όχι στον μακρόκοσμο της πολιτικής. Στον μικρόκοσμο της οικογένειας. Περιμένουν τους άνδρες στο σπίτι. Εκείνοι, επιστρέφοντας, βρίσκουν την πόρτα μισάνοιχτη ή, στη χειρότερη περίπτωση, κλειστή. Η οικογένεια πληρώνει την ψευδο – σύγκρουση των φύλων στην πολιτική. Βραχυπρόθεσμα χαμένοι είναι οι άνδρες. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, πάλι και πάντα οι γυναίκες. Όπως καθένας που εκδικείται, μένουν στο τέλος μόνες, διαρκώς αποκλεισμένες από τα κοινά και χωρίς οικογένεια.
Για χάρη της οικογένειας, έστω, οι γυναίκες πρέπει να κερδίζουν στην πολιτική, να ικανοποιούν την ανάγκη τους για κοινωνική καταξίωση. Στην πραγματικότητα, άλλωστε, δεν θα αλλάξει τίποτε, ούτε προς το χειρότερο ούτε προς το καλύτερο. Οι γυναίκες δεν είναι διαφορετικές. Τουλάχιστον όχι στην πολιτική... (03-09-2008)

Η φλόγα
Το επιχειρείν δεν είναι ιερό. Ούτε η ιερουργία είναι επιχείρηση. Ας το δούμε, όμως, διαφορετικά. Ένας επιχειρηματίας μπορεί να έχει αίσθηση του ιερού; Δεν το αποκλείω. Ένας ιερέας ή καλόγερος μπορεί να έχει επιχειρηματική διάνοια και επιχειρησιακό ήθος; Ούτε αυτό αποκλείεται. Γιατί, λοιπόν, τόσος θόρυβος;
Ο λόγος είναι ο εξής. Θεωρούμε τους ιερείς και τους μοναχούς ιερούς. Συγχύζουμε το ιερό με μεταπράτες του ιερού, με ιεροπράτες δηλαδή. Άλλο, όμως, η αγοραία αξία του ιερού και άλλο η ιεροπραξία. Τίθενται πολλά, φυσικά, ζητήματα. Έχει το ιερό αγοραία αξία; Έτσι φαίνεται. Αποδεικνύεται στην πράξη. Έχει άλλη αξία; Αυτό δεν είναι προφανές, πασιφανές. Είναι προς αναζήτηση.
Εργώδης, ωστόσο, διαδικασία αυτή, της κατάδυσης στο άδυτο του ιερού. Το επιχειρείν είναι πιο ευχάριστο. Όταν, μάλιστα, έχεις άφθονους πόρους, που δεν είναι δικοί σου, είναι ακόμα πιο συναρπαστικό. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι «παίζεις» απρόσεκτα. Καθόλου. Οι πόροι δεν είναι δικοί σου αλλά ο θώκος και οι ανέσεις που σου εξασφαλίζουν, σ’ εσένα και τους φίλους σου, είναι κατάκτησή σου, απόκτημα της γονυκλινούς θητείας σου στην υπηρεσία, δήθεν, του ιερού.
Το ερώτημα είναι το εξής. Γιατί κάποιοι πουλούν κάτι που δεν έχουν, δηλαδή το ιερό, και σε αντάλλαγμα παίρνουν χρήματα, κτήματα και τιμές, και κάποιοι άλλοι περιορίζονται σε μισθούς πείνας και φτώχιας, στην αφάνεια της ανεργίας, στη μιζέρια της ανέχειας, στη δυστυχία της ακτημοσύνης, στην πίκρα της ασημότητας; Η απάντηση είναι η εξής. Για να πουλήσει οποιοσδήποτε κάτι που δεν έχει χρειάζεται θράσος, αήθεια, ταλέντο τυχοδιώκτη. Πολύ περισσότερο, φυσικά, όταν ξεπουλάς το ίδιο το ιερό.
Η επιχείρηση είναι καλά στημένη. Τα κεφάλαια άφθονα, συγκεντρωμένα από αιώνες, κληροδοτούνται στους πιο άξιους του είδους των ιεροπρατών με ιερή ευλάβεια. Δεν μ’ ενδιαφέρουν, φυσικά, τα χρήματα που κυκλοφορούν σε τέτοια χέρια, ούτε τα κτήματα  και αποκτήματα που ονειρεύονται ονειρώττοντες οι εκπορνευτές της αχλής του ιερού. Ούτε λυπάμαι τους εξαπατημένους χορηγούς και ευεργέτες των «εύλαλων» δήθεν «ιεροφαντών».
Εκείνο που με νοιάζει είναι η φλόγα που αχνοφέγγει, στο καντήλι της πίστης. Το ιερό μια τέτοια φλόγα το φωτίζει, όταν όλα, γύρω, είναι σκοτεινά. Η φλόγα στο καντήλι... (10-09-2008)

Πολιτικό θέατρο
Το πολιτικό θέατρο στην Ελλάδα απέτυχε. Στη σκηνή ανεβαίνουν, μονότονα, κακόγουστες φάρσες. Οι ηθοποιοί είναι ατάλαντοι. Δεν υποκρίνονται καν, πλέον, τους πολιτικούς. Αφήνουν την παρουσία τους ελεύθερη, ανεξέλεγκτη. Περιφρονούν, υποθέτω, τους θεατές που αναγκαστικά βρίσκονται στην αίθουσα, ως πολίτες της θεατρικής Πολιτείας.
Αν, τουλάχιστον, έπαιζαν στο έργο της πολιτικής επαγγελματίες ή, έστω, ερασιτέχνες πολιτικοί ηθοποιοί. Θα παρακολουθούσαμε τότε, ίσως, ωραίες ερμηνείες. Το έργο θα γινόταν ενδιαφέρον. Θα περιμέναμε ν’ ακούσουμε, να δούμε, να σχολιάσουμε, να εμπνευστούμε. 
Η πολιτική είναι τέχνη, εφάμιλλη εκείνης του θεάτρου. Ο πολιτικός, όταν έχει ταλέντο, προσφέρει υπηρεσίες ισάξιες εκείνων του ηθοποιού. Ο ηθοποιός μιμείται χαρακτήρες, εξομοιώνει καταστάσεις, περιστάσεις του βίου. Οποιοδήποτε θεατρικό έργο δεν είναι ακριβώς εκείνο που διαδραματίζεται πάνω στη σκηνή. Το πρωτότυπό του βρίσκεται αλλού. Στην ψυχή του συγγραφέα του, ας πούμε, ή στην πραγματικότητα, στα γεγονότα από τα οποία εμπνεύστηκε ο συγγραφέας και συνέθεσε το φανταστικό του δράμα.
Έτσι και στην πολιτική. Ποτέ δεν συμβαίνει κάτι πρωτότυπο, πρωτογενές όταν ένας πολιτικός εμφανίζεται. Ο λόγος του δεν είναι γεγονός. Είναι η έκφραση της υποκριτικής του δεξιότητας. Όπως, όμως, ο καλός ηθοποιός, έτσι και ο καλός πολιτικός πρέπει να ξέρει καλά τον ρόλο του, να έχει ταυτιστεί με τον χαρακτήρα που υποδύεται, για να παρασύρει τον θεατή – πολίτη, και να πιστέψει ο τελευταίος ότι κάτι συντελείται ή συντελέστηκε ως αυθεντικό γεγονός, και εκφράστηκε, όπως εκφράστηκε, από τον πολιτικό καλλιτέχνη.
Η εντύπωση που αποκομίζουμε όμως, δυστυχώς, είναι ίδια μ’ εκείνη μιας αποτυχημένης θεατρικής παράστασης, στην οποία οι ηθοποιοί δείχνουν ότι δεν τους ενδιαφέρει το έργο. Έτσι, ακριβώς, στην πολιτική σκηνή σήμερα. Οι πολιτικοί ξέχασαν ότι πρέπει, τουλάχιστον, να υποκρίνονται ότι τους ενδιαφέρει το έργο (τους). Εξ ου και η - πασίγνωστη – έλλειψη εμπιστοσύνης.
Εμπιστεύομαι τον ηθοποιό που πάσχει για τον ρόλο του, έστω κι αν δεν ερωτεύεται στ’ αλήθεια ως ερωτευμένος πρωταγωνιστής, έστω κι αν δεν πεθαίνει στ’ αλήθεια στη σκηνή, ας πούμε, ως ο θνήσκων ήρωας. Τον θαυμάζω μάλιστα. Το ίδιο θα εμπιστευόμουν τον πολιτικό αν, έστω υποκριτικά, θλιβόταν για όσα θλιβερά συμβαίνουν γύρω του, ακόμα και με δική του ευθύνη. Στο πολιτικό θέατρο, όμως, οι ηθοποιοί δεν πάσχουν. Υποφέρουν οι πολίτες – θεατές, που τους βλέπουν...  (17-09-2008)

Άχρηστα χρήματα
Η πληθωριστική φαντασίωση του χρήματος συντήρησε για καιρό τον πιο αφύσικο πολιτισμό που, φαίνεται, κλείνει τον κύκλο του. Ο σύγχρονος πολιτισμός στήριξε την ύπαρξή του και τις ανθρώπινες σχέσεις σε κενές υποσχέσεις, σε υποκριτικά ευχολόγια, σε ακάλυπτες επιταγές. Οι επιταγές δεν είναι χρήματα. Αποδείχθηκαν ενυπόγραφοι εμπαιγμοί. Τα χαρτονομίσματα ξεθώριασαν. Μετά τα χρήματα τί;
Αυτό κανείς δεν το περιμένει, το τέλος θέλω να πω του χρήματος. Εμφανίστηκε πριν από χιλιάδες χρόνια και, όπως όλα, θα κάνει τον κύκλο του. Διευκολύνθηκε, φάνηκε, η ανθρώπινη ζωή, αφού ο άνθρωπος απαλλάχθηκε από το άχθος να παράγει για να μπορεί να καταναλώνει, και επαναπαύθηκε, σίγουρος για  την αγοραστική αξία του νομίσματος.
Στην αρχή οι άνθρωποι κατανάλωναν ό,τι έβρισκαν γύρω τους, στη φύση. Στη συνέχεια ό,τι μπορούσαν να παραγάγουν οι ίδιοι από τη φύση. Κατόπιν άρχισαν οι συναλλαγές των προϊόντων της ανθρώπινης παραγωγικότητας, και καθένας μπορούσε να έχει ό,τι και οι άλλοι. Αρκούσε να παράγει αρκετά, για να ανταλλάξει τα δικά του με ξένα. Κατόπιν ήλθαν τα νομίσματα.  Έγιναν το μέσο πρόσκτησης των αγαθών. Αρκεί ο αγοραστής να νομίζει ό,τι και ο πωλητής για το νόμισμα, ότι, δηλαδή, έχει αξία.            
Σήμερα, όμως, η αξία των νομισμάτων δεν αφορά τόσο στην αγοραστική τους δύναμη. Κι αυτό γιατί άλλαξε, με τον καιρό, η αντίληψη για τα χρειώδη. Το νόμισμα, μέσο στην αρχή για την εξασφάλιση των αναγκαίων, υποκατέστησε την αξία των φυσικών αγαθών ως αγαθών, και μάλιστα αναγκαίων, αλλά και την αξία της παραγωγικής δραστηριότητας του ανθρώπου ως παραγωγού φυσικών αγαθών. Το νόμισμα απέκτησε αυταξία. Η φαντασίωση για την αυταξία του χρήματος γέννησε την ανάγκη για την παραγωγή ή, πιο σωστά, την αναπαραγωγή του ίδιου του χρήματος.
Ο άνθρωπος, έτσι, από παραγωγός φυσικών αγαθών έγινε παραγωγός χρημάτων και μάλιστα σε βάρος της ίδιας της φύσης. Δεν είχε όμως πια σημασία, αφού η αντίληψη για τα χρειώδη, που ήταν κάποτε τα φυσικά αγαθά, συγχύστηκε, και το μέσο έγινε σκοπός. Απαραίτητο άρχισε να γίνεται το χρήμα, το οποίο αγοράζει αλλά δεν παράγει φυσικά αγαθά. Ο άνθρωπος παραγωγός έγινε άνθρωπος καταναλωτής, που δεν έχει, πια, επαφή με τη φύση, για την οποία αδιαφόρησε, μια που δεν εκλαμβάνει αυτή ως πηγή των αγαθών αλλά τα χρήματα.
Τα χρήματα χάνουν, σήμερα, τη δήθεν αξία τους. Θα μπορέσει ο άνθρωπος να ξαναγίνει παραγωγός φυσικών αγαθών; Σε ποια γη; Εκείνη που μόλυνε εν τω μεταξύ και λεηλάτησε; Μετά τα χρήματα τι; (01-10-2008) 

Ευπιστία
Μπροστά στο φάσμα της ολοσχερούς απώλειας της – παράλογης – πίστης στη χρηματοπιστωτική κινούμενη άμμο, οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο έσπευσαν να πάρουν μέτρα. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούν για τη θεραπεία της σοβαρής χρηματοοικονομικής φρενίτιδας θα ωφελήσουν τους θύτες. Τα άδεια ταμεία των αποτυχημένων τραπεζιτών θα ξαναγεμίσουν με χρήματα που θα κλαπούν από τις καταληστευμένες οικονομίες των ξέπνοων θυμάτων τους. Με ποιο σκοπό; Τη μηχανική παράταση της ζωής ενός χρεοκοπημένου συστήματος.
Οι πραγματικοί ασθενείς, πάντως, είναι οι πολίτες των δυτικών εικονικών παραδείσων. Η ευφορία που τους συνείχε όσο κατανάλωναν το ναρκωτικό των δανείων που τους εξασφάλιζαν σχεδόν τα πάντα, ήταν πλασματική. Οι πόνοι που συνοδεύουν τη στέρηση, τώρα, είναι πραγματικοί. Γι’ αυτούς δεν υπάρχουν φάρμακα. Τιμωρία μόνο!
Οι πολίτες κατηγορούνται και τιμωρούνται για την ευπιστία τους, για την αφέλεια με την οποία πείστηκαν από τις «φιλάνθρωπες» προθέσεις των τραπεζών. Από την άποψη αυτή φταίνε μόνο οι δανειολήπτες. Αυτοί οδήγησαν το σύστημα σε κατάρρευση. Αυτό καλούνται να πληρώσουν – κι άλλο.
Στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες οι πολίτες μοιάζουν με νήπια. Παίρνουν ό,τι τους προσφέρουν οι «μεγάλοι». Όσο πιο ελκυστικό το περιτύλιγμα, τόσο πιο επιρρεπείς στο δώρο. Στην περίπτωση των νηπίων, φυσικά, την ευθύνη έχουν οι γονείς και προστάτες τους. Τα παιδιά δεν ξέρουν! Οι πολίτες όμως; Θα έπρεπε να ξέρουν. Θέλουν όμως κι αυτοί, φαίνεται, τους κηδεμόνες τους. «Ζητούνται», λοιπόν, ευσυνείδητοι και τίμιοι κηδεμόνες για αποπλανημένους πολίτες!
Τα κράτη, όμως, που θα έπρεπε, την υστάτη έστω, να παίξουν αυτόν το ρόλο, πριμοδοτούν την αποπλάνηση, αφού, φυσικά, είναι συνεργοί των τραπεζών στο συγκεκριμένο, νομοθετικά κατοχυρωμένο, «έργο».  Οι πολίτες τιμωρούνται δικαίως. Θα έπρεπε να προσέχουν. Τα προϊόντα των τραπεζών δεν καταναλώνονται από νήπια!
Τιμωρήθηκαν, όμως, και θα τιμωρηθούν περισσότερο εκείνοι που εκμεταλλεύτηκαν την ανάγκη των πολιτών να ζήσουν καλύτερα. Τα θύματα θα περιμένουν τους πλάνους – κάθε είδους – εκεί που θα καταλήξει η ελεύθερη πτώση τους. Τότε οι πολίτες θα έχουν την ευκαιρία να υπαγορεύσουν τους όρους τους. Αρκεί να αντέξουν – λίγο ακόμα – και να μην ελπίζουν στη «φιλανθρωπία» των φιλοχρήματων τραπεζιτών, οι οποίοι, στο κάτω – κάτω, επένδυσαν – ανοήτως - στις ισχνές οικονομίες των θυμάτων τους, τις οικονομίες που οι ίδιοι τους αφαίμαξαν... (08-10-2008)
 
Συγκάλυψη
Οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο έσπευσαν, τελικά, να συγκαλύψουν την ανικανότητα των διαχειριστών της ευπιστίας των μαθητευόμενων πολιτών, οι οποίοι θα μείνουν, φαίνεται, στην ίδια τάξη, την τάξη των νεόπτωχων δανεισμένων, και θα πληρώσουν, ταυτόχρονα, την αβελτηρία των τραπεζιτών και την αγάπη που τρέφουν γι’ αυτούς οι άνθρωποι της εξουσίας.
Αρκετοί ισχυρίζονται ότι, με τις παρεμβάσεις των κρατών, ο νεοφιλελευθερισμός κατέρρευσε. Αντιθέτως. Θριάμβευσε! Κατέσχεσε τα όποια αποθέματα για την κοινωνική πολιτική, και, με τους φόρους που θα επιβληθούν, την όποια αυτονομία διατηρούσαν οι ίδιοι οι πολίτες, για να αποσείσουν μέρος της πίεσης που τους συνθλίβει από τη συντονισμένη επιδρομή των Τραπεζών και του Κράτους.
Το κακό, ωστόσο, είναι αφορμή για σκέψη. Όσο μεγαλύτερο, μάλιστα, τόσο «καλύτερα», τόσο πιο έντονη η διερώτηση, αν φυσικά περισσεύει αντοχή γι’ αυτή, έστω, την αντίδραση της σκέψης και τη μονήρη ικανοποίηση μαζί της. Το ερώτημα είναι ένα και αδήριτο. Αν το κράτος αγκαλιάζει στοργικά εκείνους που έπρεπε, εδώ και καιρό, να τιμωρήσει παραδειγματικά για τις μεθοδεύσεις τους, που συσσώρευσαν έσοδα στα ταμεία τους και αφαίμαξαν δραματικά όχι μόνο τα πενιχρά εισοδήματα αλλά τα ύστατα κτήματα και αποκτήματα των εγκλωβισμένων δανειοληπτών και των οικογενειών τους, ποιος εγγυάται, από εδώ και στο εξής, την ελάχιστη ασφάλεια των εργαζομένων και των μικρομεσαίων επιχειρηματιών και, ακόμα περισσότερο, των ευπαθών μετόχων του πληθυσμού, των ηλικιωμένων, των παιδιών και των ασθενών; Κανείς. Εκτός, φυσικά, από τις ασφαλιστικές εταιρείες, που θα εκμεταλλευτούν τον πανικό των εξαντλημένων από φόβο και άγχος ανθρώπων για να τους πουλήσουν ασφάλειες – ζωής – που δήθεν θα τους εξασφαλίσουν χρήματα όταν, «επιτέλους», αρρωστήσουν ή πεθάνουν.
Πολλές από τις πλασματικές κατακτήσεις, επομένως, των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών, για τις οποίες ρητά ή άρρητα οι ηγέτες του δυτικού κόσμου επαίρονται κιόλας έναντι των αναχρονιστικών πολιτευμάτων των κρατών του «ανατολικού» κόσμου, απεκαλύφθησαν. Το περίφημο κράτος δικαίου των χωρών που ακαδημαϊκά απογείωσαν τη νομική επιστήμη, αποδεικνύεται κράτος της κατ’ επίφαση δικαιοσύνης, που κι αυτή καταστρατηγείται αμέσως μόλις ο νεοφιλελευθερισμός ζητήσει τη συνδρομή της, για να νομιμοποιήσει την αποχαλίνωσή του και να κεφαλαιοποιήσει τα κέρδη της ανομίας του. Το κοινωνικό κράτος, επίσης, για το οποίο ήδη θρήνησα, αναγνωρίζει στο έπακρο τις ανάγκες των «εκλεκτών» κοινωνικών μετόχων που ξεπούλησαν την εικονική πραμάτεια τους υποθηκεύοντας και υφαρπάζοντας πραγματικά εισοδήματα και αληθινές περιουσίες από πάμπολλα κοινωνικά περίγελα που έκαναν το σφάλμα να θεωρήσουν ότι το κράτος που συντηρούν με την εργασία και τους φόρους τους θα ελάμβανε τα στοιχειώδη, θεσμικά έστω, μέτρα για την προστασία τους.
Οι πολιτείες του δυτικού ημισφαιρίου, όμως, διάγουν, μάλλον, στην υπηρεσία του αθέμιτου πλουτισμού, και (εξ)υπηρετούν αφανείς εντολείς φιλότιμα, ζημιώνοντας και θυσιάζοντας όσους και ό,τι αναιδώς επικαλούνται αρκετοί λαλίστατοι πολιτικοί, όταν θέλουν να κερδίσουν τις εκλογές: τους αναξιοπαθούντες και το συμφέρον τους… (15-10-2008)

Δικαιοσύνη 
 Η αποφορά που κατακλύζει την πολιτική ατμόσφαιρα, από άδοξα σκάνδαλα και ένδοξες αδεξιότητες, δεν περιορίζεται, δυστυχώς, από την αύρα ηρωικών φυσιογνωμιών που θυσιάζουν εαυτούς. Ωστόσο, η αυτοθυσία έγινε στο όνομα του δικαίου. Αν κάτι μείνει, από την άδικη αυτή θυσία, θα είναι η μνήμη της δικαιοσύνης, ακίδα στις συνειδήσεις μας.
Διασώζονται ακόμα, ευτυχώς, τα ονόματα των αξιών. Εμπνέουν, καθοδηγούν, λίγους έστω. Φυσικά στο όνομα της δικαιοσύνης, και άλλων αξιών, ομνύουν άπαντες, απατεώνες και άλλοι. Αυτό δυσκολεύει τα πράγματα.
Τα δημόσια πρόσωπα, ωστόσο, δεν καταλαβαίνουν κάτι σοβαρό. Το προσωπικό αντι-παράδειγμα που συνοδεύει το λόγο τους για αξίες δεν συκοφαντεί τις αξίες. Η λάμψη τους, όταν πρόχειρα τις επικαλούνται, και τις κακοποιούν, αποκαλύπτει την αναξιότητά τους, όσο και αν οι εντυπωσιακές χειρονομίες και οι κορώνες της δήθεν αγανάκτησής τους σκιάζουν την υφέρπουσα αγωνία τους, μήπως αποκαλυφθεί η ανύπαρκτη σχέση τους με τις αξίες.  
            Βεβαίως, αυτό που πρώτα διακυβεύει την αξιοπιστία μιας αξίας, είναι η θεσμική της εφαρμογή. Σε ό,τι αφορά τη δικαιοσύνη, άργησε να γίνει σαφές ότι οι δαιδαλώδεις διαδρομές για την απονομή της οδηγούν στην ουσιαστική παραγραφή του αδικήματος, όταν η δικαιοσύνη απασχολείται με πράξεις και ευθύνες προσώπων που κατάλαβαν νωρίς πόσο εύκολο είναι να χρησιμοποιήσουν το θεσμό της δικαιοσύνης και τα θέσμια που τον υπηρετούν για να ποδηγετήσουν την (μη) εφαρμογή της προς όφελός τους.
            Είναι φυσικό, επομένως, να επικαλούνται τη δικαιοσύνη ή να μην τη φοβούνται οι άνομοι και οι υπεύθυνοι για ανομίες, αφού ο ασφαλέστερος τρόπος για να μην τιμωρηθούν είναι να ομνύουν στο όνομα των θεσμών και να φροντίζουν για τη στρεβλή τους λειτουργία. Παρανομούν, έτσι, καταχρώμενοι την εμπράγματη επιείκεια που δείχνουν οι δήθεν αυστηροί νόμοι σε όσους ξέρουν να τους καταχρώνται και να τους κακοποιούν.
Η δικαιοσύνη ωστόσο, θέλω να πιστεύω, δεν εξαντλείται στους θεσμούς και τις δυνατότητές τους. Δεν εξαρτάται μόνο από τους θεσμούς η απονομή της δικαιοσύνης, ευτυχώς. Όταν οι θεσμοί εξευτελίζονται, η ίδια η ιδέα της δικαιοσύνης βοά, και την κραυγή της την ακούν όσοι επηρεάζονται από την έκπτωση του θεσμού. Στη συνείδηση των ανθρώπων που πιστεύουν στην αξία του δικαίου, οι άλλοτε προβεβλημένοι και ένδοξοι γίνονται καταγέλαστοι και έκνομοι. Αυτό, ήδη, είναι μεγάλη τιμωρία. Το μέλλον, όπως έλεγε ο Αλτουσέρ, διαρκεί πολύ. Και οι άνομοι, που φρόντιζαν για το μέλλον τους, θα ζήσουν σε αυτό αρκετά για να σκέφτονται τον εξευτελισμό τους.  Αποδίδεται και έτσι δικαιοσύνη! (22-10-2008)

Οικονομία
Κείμενα οικονομικής επιστήμης βρίσκουμε ήδη στον Αριστοτέλη.  Στον 20ο αιώνα η χρηματοοικονομική απογειώθηκε και, στις μέρες μας, έχει κανείς την αίσθηση ότι πρόκειται για την επιστήμη των Επιστημών, για το απαύγασμα της γνώσης, στο ίδιο επίπεδο με την Πληροφορική ή τη σύγχρονη Ιατρική. 
Κοντά στα Οικονομικά οι σπουδές στις Επιχειρήσεις και η βαρύγδουπη Διοίκηση των Επιχειρήσεων έγιναν μονόδρομος για πλήθη νέων ανά τον κόσμο που σπούδασαν και σπουδάζουν τις Επιστήμες – υποτίθεται – του μέλλοντος.  Από καιρό το σκεφτόμουν: Τόσοι Διοικητές και οικονομικοί –δήθεν- παράγοντες ποιες επιχειρήσεις θα διοικήσουν;  Πόσες θέσεις – με τρόπο μαγικό – θα δημιουργηθούν ή θα εκκενωθούν για να τους απορροφήσουν και να διαπρέψουν, δηλαδή να πλουτίσουν;  Αναρωτιόμουν: Πώς θα προέκυπτε  αυτός ο πλούτος;  Πώς θα τον εξασφάλιζαν οι φερέλπιδες πτυχιούχοι των Επιχειρησιακών Σπουδών για να αξιοποιήσουν έτσι τις σπουδές τους και να δικαιώσουν την ύπαρξή τους;
Δεν μπορούσα να απαντήσω.  Έβλεπα γύρω μου την οικονομική συμφόρηση, το μαρασμό  των επιχειρήσεων, τις μαζικές απολύσεις-εκκαθαρίσεις των εργαζομένων, την αισχρή εκμετάλλευση όσων παρέμεναν στη θέση τους, την ανεργία των πτυχιούχων και τους ισχνούς μισθούς όταν έβρισκαν δουλειά και  επιβεβαίωνα, χρόνο με το χρόνο, τη δυσοίωνη διαίσθηση:  επρόκειτο για μαζική πλάνη.
Κάποιοι κέρδισαν, ωστόσο.  Έτσι γίνεται.  Από τη σύγχυση πάντα κάποιοι κερδίζουν.  Όσοι κέρδισαν τα περισσότερα, είμαι σίγουρος δεν χρειάστηκε να σπουδάσουν.  Ήταν ορισμένοι που εμπέδωσαν καλά μια βασική αρχή: η ευφορία που εμπνέει η οικονομία της αγοράς, που προσφέρει δήθεν τα πάντα σε όλους, έκανε τις μάζες να ξοδεύουν ασύστολα. Ακόμα και όταν δεν είχαν δανείζονταν.  Οι έξυπνοι ήταν στη θέση τους για να εισπράξουν!
Δεν έχω πρόβλημα με αυτούς.  Είναι οικονομικοί νόες, επιτυχημένοι.  Κάτι άλλο με θίγει περισσότερο.  Πανεπιστημιακές έδρες, κολλέγια, καθηγητές των Οικονομικών συντηρήθηκαν επί δεκαετίες διδάσκοντας τι; Στελέχη υψηλόβαθμα σε υψηλότατα αμειβόμενες θέσεις της δημόσιας υπηρεσίας εργοδοτήθηκαν για να προσφέρουν ποιο έργο;
Η κατάρτιση των επαϊόντων, των μεντόρων της οικονομικής τεχνογνωσίας αποδείχθηκε κενή.  Τους παρακολουθώ – ακόμα και κατόχους Νόμπελ – να χάσκουν απορημένοι, σαν να ξύπνησαν σε μια άλλη εποχή και ό,τι γινόταν εν τω μεταξύ τους διέφυγε.  Τι δίδασκαν, τότε, τόσον καιρό; Ποια μέτρα πρότειναν για να μην επέλθει το χάος;
Η  Οικονομική είναι Επιστήμη ενός μέλλοντος που γίνεται, δυστυχώς, παρελθόν... Προτάσεις για το παρόν περιμένουμε, και μια ειλικρινή εκτίμηση για το μέλλον, όσο και αν αυτό δεν φαίνεται να μπορεί να εκθρέψει αμέτρητους πτυχιούχους Management! (30-10-2008)

Νέος και μαύρος
Η εκλογή του συγκεκριμένου Αμερικανού Προέδρου δεν θα σημάνει κοσμογονικές αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική και κοινωνική σκηνή, αυτό είναι σίγουρο. Θα ήταν πολύ εύκολη η ιστορική συγκυρία αν αρκούσε ένας Αφροαμερικανός για να αλλάξει το ρου της ιστορίας και την όψη του κόσμου.
Οι εκλογές στην Αμερική, ωστόσο, ευοδώθηκαν. Επετεύχθη κάτι δυσκατόρθωτο για το συλλογικό βίο οποιασδήποτε πολιτείας, πολύ περισσότερο για μια κοινωνία όπως η Αμερικανική. Υπερβάθηκε ο πατριδοκεντρικός ιδεολογικός μονόδρομος, που εξέθρεψε μια αίολη εθνική υπερηφάνεια, η οποία σε διακόσια χρόνια, όσα περίπου μετράει η Αμερικανική ιστορία, ξεπεράστηκε ήδη από τα πράγματα. Οι Αμερικανοί ψήφισαν για μια άλλη Αμερική, παρόλο που δεν προβλήθηκε το χρώμα του Ομπάμα. Ούτε ο ίδιος το προέβαλε. Ήξερε φυσικά τον κίνδυνο της αναζωπύρωσης του Αμερικανικού εθνικισμού και της εθνικής φοβίας των συντηρητικών – πολλών – οπαδών του ενός χρώματος, της μιας θρησκείας, του ενός έθνους.
Εμείς, όμως, δεν εμποδιζόμαστε να το σκεφτούμε. Το χρώμα του ισχυρότερου – υποτίθεται – άνδρα του πλανήτη, μια που αρεσκόμαστε στις υπερβολές αυτές, δεν είναι πια λευκό. Αυτό είναι το επίτευγμα των αμερικανικών εκλογών. Ο πόνος που συσσώρευσε η αβελτηρία τόσων και τόσων λευκών ηγετών σε μια γη ερυθρόδερμων και μελαμψών, που κατακλύζεται, πια, από φυλές κάθε χρώματος, ανέδειξε το αντίπαλο δέος του λευκού στην ηγεσία των πολιτών μιας χώρας που ποτέ δεν φαντάζονταν ότι θα ήθελαν – απελπισμένα κιόλας - το μαύρο χρώμα, του πρώην σκλάβου της αμερικανικής αυταρέσκειας, να γίνει χρώμα του αφέντη. 
Αφορμή για σκέψη, λοιπόν, πρέπει να γίνει η εκλογή του Ομπάμα, για μια αισθητική των χρωμάτων, που δίνει νόημα στην ανθρώπινη ζωή, νόημα που της στερεί η μονοτονία του λευκού. Πολύ περισσότερο που οι αλλόχρωμοι είναι και εκείνοι άνθρωποι. Όχι ότι, εξ ορισμού, είναι καλύτεροι. Υπάρχουν όμως και αυτοί. Και αυτό, όσο βλέπουμε Πρόεδρο τον Ομπάμα, δεν θα το ξεχάσουμε. Αν, μάλιστα, αυτό γίνει διαρκής συνείδηση, και συνοδεύει κάθε μας σκέψη, ακόμα καλύτερα.
«Υπάρχει και το άλλο», το διαφορετικό, το χειρότερο, που πάντα το επισημαίνουμε, και το καλύτερο, βεβαίως, που συνήθως κάνουμε πως δεν βλέπουμε. Αν εθιστούμε σε αυτή την εναλλακτική θέαση των πραγμάτων, μπορεί και να αλλάξει ο κόσμος. Αν πάψουμε, δηλαδή, μόνοι και από κοινού, να ανακυκλώνουμε τη συνήθεια στο ίδιο που, όμως, δεν είναι ίδιον της ανθρώπινης ζωής, στην οποία η ταυτότητα διακυβεύεται και η ετερότητα κυριαρχεί.
Όπως κυριάρχησε στην Αμερική, ο νέος και μαύρος Ομπάμα, παιδί ενός ηλικιωμένου και λευκού κόσμου, που γέρασε πολύ και δεν αντέχει το – άχρωμο - χρώμα του... (05-11-2008)

Η άλλη Πολιτεία...
 Οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις κάνουν, λένε, επιτακτικό το αίτημα για εκλογές. Ακόμα μια εκλογική διαδικασία, αργά ή γρήγορα, θα λάβει χώρα. Οι μονομάχοι καθαρογράφουν τα εκλογικά τους μανιφέστα και, άλλη μια φορά, θα τα εκτοξεύσουν στα πρόσωπα των ψηφοφόρων. Σκέπτομαι έντονα, έτσι, κάτι θλιβερό: την προϊούσα χρεοκοπία του πολιτειακού μας συστήματος.            
Στο δυτικό πολιτισμό πολιτική και τράπεζες, φαίνεται, χρεοκοπούν ταυτόχρονα. Τροφοδοτούν, άλλωστε, και υποστηρίζουν το ίδιο σύστημα. Ένα σύστημα διανομής της εξουσίας και του πλούτου σε όσους καταφέρουν να πείσουν για τις ικανότητές τους μέχρι να αποδειχθεί η ανικανότητά τους. Ανικανότητα, εν προκειμένω, σημαίνει αδυναμία να συνεχίσουν να υπόσχονται πειστικά όσα υποσχέθηκαν παραπειστικά και κατάφεραν, την προηγούμενη φορά, να κερδίσουν τις εκλογές.
Προτιμώ, από την άποψη αυτή, να σκέπτομαι αλλιώς. Θα ήθελα να καταμετρώ τα καλά έργα της εκάστοτε κυβέρνησης, εκείνα που αφήνει πίσω του το κυβερνητικό σχήμα που διαχειρίστηκε τους πόρους του κράτους για τέσσερα ή περισσότερα χρόνια. Τέτοια έργα έχει να παρουσιάσει κάθε κυβέρνηση. Αυτά, κιόλας, θα έπρεπε να προβάλλει σε κάθε ευκαιρία, γι’ αυτά να επαίρεται, και όχι για την ευστροφία με την οποία κατατροπώνει το αντίπαλο δέος, κάθε φορά που η αντιπολίτευση αποτυγχάνει να πλήξει καίρια το κυβερνητικό τέρας, παρόλο που το στοχεύει και το χτυπάει ανελέητα. Αυτά, τα καλά έργα δηλαδή, θα έπρεπε να μπορεί ένας πρωθυπουργός να επικαλείται όταν, για λόγους ευθιξίας, θα έπρεπε να αποχωρεί οικειοθελώς και νωρίς από το πολιτικό προσκήνιο.
Έχω, όμως, ακόμα μια πρόταση, συνημμένη στην προηγούμενη σκέψη μου για τα καλά έργα. Τα έργα αυτά ποιοι τα φέρουν σε πέρας, ποιοι τα υλοποιούν; Άνθρωποι, προφανώς, που εργάζονται γι’ αυτό τον αγαθό σκοπό, για την αξιοποίηση των πόρων του  κράτους και των φόρων, και τη βελτίωση της ζωής των πολιτών. Οι άνθρωποι αυτοί, νομίζω, θα έπρεπε να προβάλλονται σε κάθε τετραετία. Αν γινόταν αυτό, θα είχαμε τώρα μια στρατιά φιλότιμων και καταξιωμένων κρατικών λειτουργών. Συνήθως, όμως, αυτοί εργάζονται στη σκιά, αφανείς και μηδέποτε εμφανιζόμενοι στο προσκήνιο που κατακλύζεται από άλλους...
Έχω κατά νου, επομένως, κυβερνήσεις υπηρεσιακές, στις οποίες την ευθύνη για την υλοποίηση των έργων θα είχαν άνθρωποι που προκρίνονται για την αποτελεσματικότητά τους στα έργα που αναλαμβάνουν. Κυβέρνηση από τέτοιους ανθρώπους θα είχε μόνο έργο να προσφέρει, και μόνο καλό παράδειγμα να δώσει στους πολίτες της τυχερής εκείνης χώρας, την τύχη της οποίας θα όριζαν ευσυνείδητοι λειτουργοί της Πολιτείας.
Και την επιλογή των προσώπων αυτών διαχρονικά, θα ρωτήσει κάποιος, ποιος θα την έκανε; Απαντώ: εκείνοι που θα είχαν ήδη, εν τω μεταξύ, καταξιωθεί ως τίμιοι και ικανοί. Ιδανική μια τέτοια Πολιτεία; Μπορεί. Όπως εκείνη του Πλάτωνα.
Ας περιμένω, λοιπόν, πάλι τις εκλογές, και μετά τις επόμενες και τις άλλες και όσες αξιωθώ να δω στην πρόσκαιρη ζωή μου, οραματιζόμενος επίμονα εκείνη, την άλλη Πολιτεία... (12-11-2008)

Φαιδρότητες
Κάποια πρόσωπα γνωστά, αυτά που εμφανίζονται σταθερά στα επίκαιρα, και άλλα άγνωστα, πρωταγωνιστούν μαζί στη φάρσα που απειλεί τη ζωή μας. Το γέλιο ή το χαμόγελο, ειρωνικό και περιπαιχτικό, αργά ή γρήγορα, θα παγώσει, σίγουρα, στα χείλη πολλών. Η φάρσα αποδείχθηκε ογκώδης, για να είναι φαιδρή.
Τα φαιδρά πρόσωπα, τα πιο γνωστά του θιάσου, αποκαλύφθηκαν. Πίσω από το σύνηθες μισο-ανόητο γέλιο τους αχνοφαίνεται η βλοσυρή τους υστεροβουλία και η υπολογιστική τους βαρβαρότητα. Κι εμείς γελούσαμε! Το γέλιο θα παγώσει...
Ο θίασος γνωστών και ημι-άγνωστων και παντελώς άγνωστων προσώπων, διαπλεκομένων και αλληλοσφαγιαζομένων δεν είναι πια για γέλια, είναι για κλάματα. Να κλαίμε, πρέπει, όχι γι’ αυτούς. Για τον εαυτό μας κυρίως, που αφήσαμε τα χρόνια και πέρασαν και τα ανδρείκελα ανδρώθηκαν, έγιναν άνθρωποι και έκαναν κατοχή στη ζωή τη δική μας και των παιδιών μας. Μου θυμίζουν τις κούκλες, εκείνες με τις άσπρες μπλούζες, σε βιτρίνες μαγαζιών τη νύχτα. Ανέκαθεν ανατρίχιαζα στη θέα τους.
Όπως ανατριχιάζω τώρα, στη σκέψη και τη θέα των απατεώνων που λυμαίνονται το παρόν και υποθηκεύουν το μέλλον. Το παρελθόν πάει, το χάσαμε. Το κέρδισαν εκείνοι. Εκείνοι γελούν ακόμα, μαζί μας. Εμείς όσο γελάσαμε, γελάσαμε...
Αν κάτι ξεχωρίζει τους «μεγάλους» από τα παιδιά, είναι ότι τα παιδιά γελούν δύσκολα. Πρέπει να είναι πράγματι ωραίο το αστείο, για να γελάσει ένα παιδί, να είναι ευφυές, για να κερδίσει την παιδική ψυχή, που είναι επιφυλακτική – και καλά κάνει – στις προσπάθειες να την αιχμαλωτίσουν και να την παρασύρουν. Οι «μεγάλοι», οι παρασυρμένοι, έχουν το γέλιο εύκολο. Γελούν πρώτα με τον εαυτό τους, που η φαιδρότητά του ξεπερνά τη φαντασία τους, και το ίδιο κάνουν για τους ομοειδείς εκπροσώπους της ηλικίας τους. Στο τέλος όλοι γελούν με όλους, κι εκεί αρχίζει το κλάμα.
Τα παιδιά κλαίνε εύκολα, και καλά κάνουν. Δηλώνουν, με τον τρόπο αυτό, την εξάντληση της υπομονής και της αντοχής τους με τους γελαστούς – γελοίους – προστάτες τους. Όταν οι «μεγάλοι» κλάψουν σαν παιδιά, τότε οι άλλοι, οι γελαστοί απατεώνες, θα πάψουν να χάσκουν. Θα τρέξουν να κρυφτούν. Ίδιοι γονείς σε νευρική κρίση, που δεν αντέχουν την υστερία των παιδιών, που ουρλιάζουν για να τους διώξουν.
Αν γελούσαμε λιγότερο στο παρελθόν, θα κλαίγαμε λιγότερο στο παρόν, κι ακόμα λιγότερο τα παιδιά μας στο μέλλον. Αν... (19-11-2008)

                Εποχές
Φύση και άνθρωπος συγχρονίστηκαν. Ανθοφορία αργά το Φθινόπωρο! Μεγάλες προσδοκίες σε ελάχιστες εποχές! Τα δένδρα χρειάζονται το κρύο, θωρακίζει τον κορμό τους. Το ίδιο οι άνθρωποι, τη σωστή εποχή, νωρίς στη ζωή, τότε που το αντέχουν και σκληραγωγούνται…
Εθίστηκαν όμως, δυστυχώς, οι τελευταίες γενιές, στη θαλπωρή της ευκολίας. Εύκολη επικοινωνία, εύκολη γνώση, εύκολη τροφή, εύκολες μετακινήσεις, εύκολα χρήματα, εύκολες δουλειές, εύκολοι χειμώνες, δυσανάλογες με την αντοχή μας προσδοκίες…
Προσδοκίες για ακόμα πιο εύκολη ζωή, για άκοπα κέρδη, για άμεσα οφέλη. Φύση και άνθρωπος παραπλανήθηκαν. Νομίζουν το κρύο δεν θα έλθει ποτέ. Το κρύο έρχεται στο τέλος, τότε που αμέριμνα τα δένδρα, οι άνθρωποι, ετοιμάζονται για την καρποφορία, χωρίς τους ανθούς, τους πρόωρα ανθισμένους και καμένους.
Τα δένδρα, φυσικά, δεν φταίνε. Εμείς αλλάξαμε τις εποχές. Αυτοί που, υποτίθεται, θα έπρεπε να φροντίζουν, επειδή, δήθεν, μπορούν, για τη φύση και τον εαυτό τους, αποδείχθηκαν μικροί, ανίκανοι να συντηρήσουν και να διαφυλάξουν τη Φύση που, ούτως ή άλλως, τα κατάφερνε μόνη της.
Δεν καταλάβαμε τι συνέβαινε σ’ εμάς, πολύ περισσότερο στη Φύση. Δεν αντιληφθήκαμε ότι η ευκολία ήταν παρελκυστική. Όπως η ζέστη το χειμώνα! Δεν αισθανθήκαμε ότι το εύκολο χρήμα εύκολα χάνεται, ότι η εύκολη επικοινωνία δύσκολα πληρώνεται, ότι η εύκολη γνώση είναι άχρηστη, ότι οι εύκολες και γρήγορες μετακινήσεις κάνουν τον προορισμό ασήμαντο, ότι οι εύκολες αποφάσεις μας κάνουν αναξιόπιστους, ότι οι εύκολες λύσεις δημιουργούν σοβαρά προβλήματα, ότι τα εύκολα λόγια δεν είναι έργα, ότι οι εύκολοι άνθρωποι γίνονται εύκολα δύσκολοι, ότι οι εύκολες συνθήκες είναι προσωρινές…
Τα δύσκολα διαρκούν. Έρχονται απότομα, όπως το ξεχασμένο κρύο, αργά το χειμώνα, τότε που όλοι περιμένουν την άνοιξη. Δένδρα και άνθρωποι βγαίνουν, τότε, εκτός εποχής. Απροετοίμαστοι, έρμαια στις διαθέσεις του ψύχους, της παγωμένης οικονομίας της φύσης και της άλλης, της ανθρώπινης, οι φυσικοί και ανθρώπινοι δέκτες της αντιξοότητας, της παράκαιρης πραγματικότητας, καταπλήσσονται. Τα δένδρα δεν το ξέρουν, φυσικά. Οι άνθρωποι το ξέρουν καλά. Το κακό που εύκολα έγινε δύσκολα θεραπεύεται.
Ευκολότερα ωστόσο, νομίζω, θ’ αλλάξουν οι εποχές για τα δένδρα. Ελπίζω, τουλάχιστον… (26-11-2008)

Κιβωτός
Με τα χρήματα, πάλι, θα κλείσουν τα στόματα. Τα χρήματα που θα δοθούν ως κρατική ενίσχυση, και με μορφή προνομιακών δανείων από τις «φιλάνθρωπες» τράπεζες, στους αναξιοπαθούντες καταστηματάρχες των Αθηνών και άλλων πόλεων, θα γλυκάνουν τον πόνο των θυμάτων των κουκουλοφόρων και των άσκεπων καταστροφέων της χριστουγεννιάτικης αγοράς. Και το κράτος ενδιαφέρεται για τους πολίτες, επομένως, και οι τράπεζες, τα αδελφά σώματα…
Το κράτος δεν έκανε σχεδία το πτώμα του παιδιού για να διέλθει του φουσκωμένου ποταμού της «λαϊκής» αγανάκτησης. Οι τράπεζες δεν θα εκμεταλλευθούν την ανάγκη των θυμάτων της «επανάστασης». Να βοηθήσουν θέλουν όλοι. Να λύσουν το πρόβλημα.
Ποιο πρόβλημα δηλαδή; Και ποια τα προβλήματα πριν από το πρόσφατο πρόβλημα; Ουδέν. Τρόπος του λέγειν. Υπομονή. Θα περάσει ο καιρός. Θα σύρουμε τα σαρκία μας και τους αποφλοιωμένους εγκεφάλους μας μέχρι τις γιορτές. Θα ευφρανθούμε από το κλίμα των ημερών, τα άφθονα γλυκά και το οινόπνευμα. Θα δοκιμάσουν αρκετοί να καλύψουν τα χρέη τους συμμετέχοντας στον «πατροπαράδοτο» τζόγο. Θα αναφωνήσουμε: «Ευτυχισμένο το 2009»! Θα καταναλώσουμε ακόμα μία χρονιά, δηλαδή, μηρυκάζοντας τη μιζέρια μας!
Μέχρι, φυσικά, να σκοτωθεί - από εξοστρακισμό βεβαίως - ακόμα ένα παιδί, ή κάποιος επιτέλους, και πάλι να θυμηθούμε ότι έχουμε πρόβλημα. Και πάλι όμως! Οι αυτόκλητοι θερμόαιμοι θα αναλάβουν να εκτονώσουν την αγανάκτηση των ψυχραιμότερων σχολιαστών της κατάστασης. Θα δώσουν επίσης την ευκαιρία σε κράτος, τράπεζες και άλλους κοινωφελείς φορείς να αποδείξουν πόσο εκείνοι δεν έφταιγαν – για τίποτε – και όλοι θα επιστρέψουν, αποφορτισμένοι, στις ασχολίες τους.
Τόσο αρμονικά καμωμένα όλα! Είναι να απορεί κανείς, να θαυμάζει εννοώ, να καταπλήσσεται από την ευλογία που επικρέμαται διαρκώς πάνω από αυτή τη χώρα. Καίγεται, ρημάζεται, εξευτελίζεται, και αυτή, σαν άλλη κιβωτός, μεταφέρει τα ζώα της στον χρόνο! Εκείνα, μακάρια, δείχνουν εμπιστοσύνη στον εκάστοτε Νώε τους. Εκείνοι, οι Νώε, τους υπόσχονται γρήγορη αποβίβαση. Οι καταιγίδες, άλλωστε, δεν κρατάνε πολύ! Εξιλαστήρια θύματα ανευρίσκονται εύκολα. Μπορεί λίγο τα υπόλοιπα ζώα να ταράζονται, όταν κάποιος Αλέξης θυσιάζεται. Αλλά γρήγορα η ηρεμία αποκαθίσταται. Η καταιγίδα κοπάζει.
Κατά περιόδους, βέβαια, από γενιά σε γενιά, τα ζώα της κιβωτού αποκτηνώνονται. Έγκλειστα στη φυλακή και στον εαυτό τους, ίδιοι Νάρκισσοι, δαγκώνουν τα διπλανά τους ζώα. Εμφύλιο μίσος ρέει στο αίμα τους. Ο Νώε παρακολουθεί χαμογελώντας. Το ταξίδι συνεχίζεται, για πάντα… (10-12-2008)

Ο Πρόεδρος του ΟΧΙ
Όφειλα να αντισταθώ στον πειρασμό, να γράψω και σήμερα για τα ελλαδικά ευτράπελα. Ο ελληνισμός, ευτυχώς, εκπροσωπείται και αλλιώς. Την προηγούμενη Παρασκευή ήταν, 13 Δεκεμβρίου, που ξεψύχησε ο Πρόεδρος, ο τέως και εσαεί Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Τάσσος Παπαδόπουλος.
Μετά τις τελευταίες εκλογές στην Κύπρο, όταν έχασε, υποτίθεται, ο αείμνηστος Πρόεδρος, εθεωρείτο μίασμα, σε Κύπρο και Ελλάδα, να υποστηρίζεις τη στάση που κράτησε ο Παπαδόπουλος στο δημοψήφισμα του 2004. Το ΟΧΙ, τίτλος τιμής, κατά τα άλλα, στη διαχρονική ελληνική ιστορία, είχε αναχθεί, τεχνηέντως, σε εθνική μειοδοσία. Ενστερνιζόμενοι πλήρως την τουρκική προπαγάνδα, δικοί του και ξένοι, έσπευσαν, για να αποκομίσουν οι πλείστοι μικροπολιτικά οφέλη, να λοιδορήσουν την αδιαλλαξία (!) του δακρυσμένου ηγέτη, που βρήκε το θάρρος, συνεσταλμένος κατά τα άλλα άνθρωπος, να κλάψει δημόσια, λέγοντας αυτό που όλοι θα ήθελαν να πουν, αν βρίσκονταν στη θέση του. Αυτό φθόνησαν!
Εκείνος βρέθηκε τότε σ’ εκείνο το μετερίζι, εκείνος το ξεστόμισε. Αυτό δεν του συγχώρεσαν. Το πόσο έτσι έχουν τα πράγματα, φάνηκε όταν έσβησε. Όλοι υποκλίθηκαν! Έτσι είναι. Ο ήρωας ανήκει σε όλους, νεκρός! Βολική στάση αυτή. Τότε ξεμυτίζουν οι μικρές ψυχές, όταν οι μεγάλες φτερουγίζουν...
Ο Παπαδόπουλος δεν είναι πια εδώ, για να δει και ν’ ακούσει. Έβλεπε και άκουγε 50 ολόκληρα χρόνια, από το παρατηρητήριο ψηλά κι από τους λασπωμένους δρόμους χαμηλά, της Πολιτείας που λέγεται Κυπριακή. Παρών και πάντα μέσα στη φωτιά της αδηφάγου χοάνης της πολιτικής, εσωτερικής και διεθνούς, δεν έχασε λεπτό. Αφουγκράστηκε τους κραδασμούς των σωμάτων, στις εύθραυστες ανέκαθεν σχέσεις ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους της Κύπρου. Ήξερε τα προβλήματα, ήξερε και το χαρακτηριστικό τρόπο σκέψης και αντίδρασης. Αυτά συνυπολογίζοντας, πάντα, ήταν δοτικός στους Τουρκοκυπρίους και επιφυλακτικός με τους ταγούς τους.
Πριν τις τελευταίες εκλογές, ήδη, όταν ακούγονταν τα δημοκοπικά συνθήματα για την ελληνικότητα της Κύπρου, όλοι έπρεπε να έχουν καταλάβει ποιος ήταν ο Πρόεδρος Παπαδόπουλος, οι Κύπριοι κυρίως. Λίγοι, στην πραγματικότητα, είχαν αποτιμήσει την κατάσταση ψύχραιμα. Ο ίδιος, διαισθανόμενος ίσως το επερχόμενο τέλος, είχε γίνει πολιτικός – επιστήμων. Χωρίς περιττό πάθος, άρθρωνε τη σκέψη του νηφάλια, σίγουρος για όσα ήξερε και διαισθανόταν, απευθυνόμενος όχι στο θυμικό αλλά στο νου εχεφρόνων, υποτίθεται, και υπεύθυνων πολιτών. Αυτός, κατά τη γνώμη μου, ήταν ο λόγος που έχασε τις εκλογές. Το ποσοστό που πήρε, μάλιστα, για τις δεδομένες συνθήκες, ήταν υψηλό. Δεν καταδεχόταν, προφανώς, ο Πρόεδρος του ΟΧΙ, να θωπεύσει ψηφοθηρικά το επαναπαυμένο και χαλαρό, εν τω μεταξύ, φρόνημα των ψηφοφόρων του ΟΧΙ.
Ο λόγος στους ζωντανούς, τώρα! Ιδού πεδίον δόξης, λαμπρό! Οι εκλογές χάθηκαν από τον Πρόεδρο, που έχασε τη ζωή του. Οι κερδισμένοι, όλοι οι υπόλοιποι, ας προσέλθουν. Δεν ανησυχώ. Το ΟΧΙ θα ακουστεί ξανά, όταν πρέπει.
Όπως ειπώθηκε τότε, στο Burgenstock ήδη, απ’ όλους. Αυτό ακούστηκε (διέρρευσε) τη Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου, του Αγίου Ελευθερίου, ημέρα της κηδείας του Παπαδόπουλου, από τα χείλη ευσυγκίνητου και έντιμου πρωταγωνιστή της εποχής. Του διέφυγε, μάλλον, λόγω της συγκίνησης. Εγώ αγαλλίασα, ωστόσο.  Επιβεβαίωσα το γνωστό: όσο κι αν εξευτελίζεται στην αμεριμνησία του ο Έλληνας, σε καιρούς που κρίνεται η εθνική του αξιοπρέπεια μία είναι η λέξη που ξέρει: ΟΧΙ.
Χάρη και στον Τάσσο Παπαδόπουλο, τον Έλληνα, η αντήχηση τούτης της λέξης διαρκεί, στους αιώνες. Χάρη σε τούτη τη λέξη, η μνήμη του Προέδρου θα μείνει ανεξίτηλη. Άξιος! (17-12-2008)

Παράπλευρες απώλειες
Κι άλλες παράπλευρες απώλειες: οι έφηβοι αστυνομικοί στην Ελλάδα, τα παιδιά και τα βρέφη στη Γάζα. Καινούργιο αίμα, φρέσκο, νέων ανθρώπων. Η ζωή τους αναλώσιμη, στο βωμό που έστησαν σάπιοι εγκέφαλοι. Η αδρανής ουσία των εγκεφάλων που εμπνέονται τρομοκρατικές επιθέσεις, στη Γάζα και την Αθήνα, δεν παράγει κρίσεις συνείδησης. Το διάτρητο σώμα του αστυνομικού στην Αθήνα, τα διαμελισμένα κορμιά των παιδιών στη Γάζα, έχουν, για τους διοργανωτές των χτυπημάτων, την αξία που έχει το ωμό κρέας στα σφαγεία της Πασχαλιάς. Η ομοιότητα προφανής...
Στον πολιτισμό του χρήματος, που απολαμβάνουν όλοι, παγκοσμίως, το ανθρώπινο αίμα θεωρείται υγρό εν αφθονία, σε αντίθεση με το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο. Η κατανάλωσή του επομένως, του αίματος, δικαιώνει τους μακρόπνοους στόχους ολιγόστροφων νοών. Ο κόσμος, για κείνους, είναι οι ίδιοι. Λογικό. Τούτο ισχύει, όμως, για κάθε άνθρωπο. Ο καθένας μας είναι όχι απλώς ένας κόσμος. Όλοι είμαστε ο ίδιος ο κόσμος, που αναπαράγεται στη συνείδηση ενός εκάστου ανθρώπινου πλάσματος που έζησε, ζει και θα ζήσει σ’ αυτό τον κόσμο.
Αυτό διαφεύγει της προσοχής εκείνων που παίρνουν την απόφαση να σκοτώσουν. Σε κάθε άνθρωπο, και μάλιστα νέο, που σκοτώνουν, σκοτώνουν τον ίδιο τον κόσμο. Όσο πιο νεαρό το θύμα, τόσο πιο ζωντανός ο κόσμος που σκοτώνουν, τόσο πιο όμορφος. Τα μάτια που σβήνουν, πνιγμένα στο αίμα του προσώπου τους που εκρήγνυται, από τις εύστοχες ριπές άστοχων ανθρώπινων υπάρξεων, έβλεπαν τον κόσμο σε όνειρο, φωτεινό, ζεστό, φιλόξενο, ωραίο.
Ευτυχώς, οι νέοι πεθαίνουν γρήγορα. (Όσο πιο νέος κανείς, τόσο ισχυρότερο, ακαριαίο το χτύπημα του θανάτου.) Δεν προλαβαίνουν να αισθανθούν μίσος για κείνους που τους στέρησαν τη ζωή και μαζί τον κόσμο από ζωή. Με ψυχή καθαρή, λοιπόν, αθώα, συναντούν το δήμιό τους. Το φυσικό τους χαμόγελο, κάθε που κάνουν μια καινούργια γνωριμία, φυσικό γνώρισμα των νεαρών ψυχών, μένει χαραγμένο αποτύπωμα στο διαλυμένο πρόσωπο.
Φρικτούς πίνακες ζωγραφίζω σήμερα. Δεν ξέρω να ζωγραφίζω, ευτυχώς! Ό, τι μπορώ με τις λέξεις, κάνω.  Και τι μπορώ; Τίποτα. Και να σωπάσω; Χειρότερα! Αν, τουλάχιστον, μπορούσα να κλάψω. Και μαζί μ’ εμένα κι άλλοι, πολλοί. Λέτε, τότε, εκείνοι που σκοτώνουν τον παλιό και σχεδιάζουν τον «καινούργιο» κόσμο, να σιχαίνονταν να ζήσουν με την ηχώ των κλαυθμώνων να τρυπάει τ’ αυτιά τους; Λέτε να άκουγαν, τότε, το λυγμό του ετοιμοθάνατου παιδιού; Σκέψεις κάνω. Άχρηστες. Αλίμονό μου. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω... (26-12-2008)

Μνησικακία
Μνησικακία: η ασθένεια ελάχιστων (πολύ μικρών δηλαδή) εποχών και ανθρώπων. Φρύαξε το μίσος για τον (συν)άνθρωπο, για τον (συν)Έλληνα εννοώ. Αυτό δεν ειπώθηκε όταν καιγόταν η χώρα. Δήθεν κοινωνική επανάσταση, δήθεν εξεγερμένη νεολαία, δήθεν πολιτική ρήξη, δήθεν διάρρηξη του καθεστώτος. Για την απέχθεια που τρέφει ο Έλληνας για τον εαυτό του και τους συμπατριώτες του δεν μίλησαν. Στη χώρα του Οδυσσέα ο πονηρός συναγωνίζεται τον πονηρότερο, και όλοι τους ξεσπούν στην Ελλάδα. Όπως μπορεί κι απ’ όπου βρίσκεται καθένας.            
Γι’ αυτό οι δημοκρατικές «επαναστάσεις» δεν κορυφώνονται. Η επανάσταση του Έλληνα ενάντια στον εαυτό του, ουσιαστικά, είναι διαρκής και βραδυφλεγής. Ο μνησίκακος, επιπλέον, είναι δειλός. Επιτίθεται ύπουλα. Εξ ου οι κουκούλες. Εξ ου η μεταστροφή της τακτικής της αστυνομίας. Εξ ου οι καιροφυλακτούντες πολιτικοί συλλήβδην.
Η Ελλάδα, βέβαια, εκτρέφει αρχαιόθεν την αρρώστια. Για κάποιο λόγο, ανέκαθεν, οι Έλληνες ήταν «παρολίγο». Παρολίγο μεγαλειώδεις, παρολίγο ενωμένοι, παρολίγο ισχυροί, παρολίγο δημοκράτες… Αυτού του «παρολίγο» τη μνησικακία απολαμβάνουμε. Αυτό το «για λίγο» εκκρεμεί ακόμα στη φωτεινή μας πατρίδα. Σ’ αυτό το μεταξύ, ανάμεσα στο μικρό και το λίγο μεγαλύτερο, παραληρούμε ότι κάνουμε κάτι, και μικραίνουμε πάλι. Η μνησικακία, όμως, ποτέ δεν είναι παρολίγο. Ξεχειλίζει.
Και πώς να είμαστε, θα ρωτήσει κανείς. Να γίνουμε (δυτικο)Ευρωπαίοι; Όχι. Το κακέκτυπο είναι πάντα αποκρουστικό, ακόμα κι αν το πρότυπο είναι ωραίο, ή, μάλλον, όσο πιο ωραίο είναι το πρωτότυπο. Πολύ περισσότερο, φυσικά, που το πρότυπο του «δυτικού ανθρώπου» δεν είναι το καλύτερο. Ένα μόνο, βρίσκω, πρέπει να ζηλεύουμε σ’ εκείνους, τους Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς, Αμερικανούς: τα προσχήματα.
Το πρόσχημα και ο πληθυντικός της ευγένειας κάνει τον άνθρωπο λιγότερο δηλητηριώδη. Η ωραιοπάθεια, επίσης, και η επιτηδευμένη εμφάνιση, θυμίζουν κάποτε αξιοπρέπεια. Προκαλούν, ακόμα, μια ψευδαίσθηση πολιτισμού που, πρόσκαιρα, κάνει τη ζωή πιο ευχάριστη. Η φιλοτεχνημένη προσποίηση, το «επίτευγμα» του Δυτικοευρωπαίου, το καλύτερο που μπορεί να παρουσιάσει ο δυτικός πολιτισμός σήμερα, κάνει την ανθρώπινη εικόνα, το ανθρώπινο πρόσωπο λιγότερο δυσάρεστο, τουλάχιστον.
Ούτε αυτό δεν αξιωνόμαστε στην Ελλάδα: να είναι τα προσωπεία ευχάριστα. Μνησικακία και μίσος καλύπτονται, ενίοτε, με κουκούλες. Όπως τότε, στην Κατοχή. Τουλάχιστον τα θύματα δεν έβλεπαν τον καταδότη … (14-01-2009)

Μαύρη ελπίδα
Ο καινούργιος Πρόεδρος ενθρονίστηκε εν είδει Μεσσία. Τα κατάφερε καλά! Λίγο το χρώμα, λίγο η απελπισία των ψηφοφόρων, λίγο το ταλέντο του! Τα δύο πρώτα δεν τα τονίζω. Το τρίτο μ’ ενδιαφέρει. Γιατί, πράγματι, είχαμε καιρό να δούμε όντως χαρισματικό πολιτικό. Εκείνος το έχει.
Σε τι συνίσταται το χάρισμα; Είναι στοιχεία βασικά, που λίγοι, ωστόσο, τα μπορούν. Άκαμπτο πρόσωπο, η συνέχεια του οποίου διακόπτεται μόνο από ένα πλατύ, άκαμπτο επίσης, χαμόγελο. Μάτια ανοιχτά κατ’ ουσία κλειστά, στα οποία μέσα δεν βλέπεις, γιατί δεν σε αφήνουν να δεις. Φιγούρα ευθυτενής, ίδια πάντα στις δημόσιες εμφανίσεις. Κινήσεις αργές, ζυγισμένες, πλήρεις ισορροπίας, υποσχετικές σταθερής ηγεσίας. Αυτά τα χαρακτηριστικά, για κάποιο λόγο, κάνουν τους απελπισμένους ψηφοφόρους ν’ αναφωνήσουν: «ένας από εμάς».
Ένας από εκείνους πράγματι, μόνο, και όχι από τους άλλους, θα μπορούσε να γίνει, τόσο εντυπωσιακά, στην παρούσα συγκυρία, Πρόεδρος. Ίσως γιατί ξέρουν καλά οι ψηφοφόροι, τι σημαίνει κοινωνική διαφορά στην Αμερική. Το έχουν αποδεχθεί αλλά δεν σημαίνει ότι το αντέχουν. Καταναγκαστικά!
Ο Πρόεδρος, λοιπόν, αυτό το ήξερε. Ο ίδιος, στη ράχη του, είχε καιρό, από γενιές, το αίσθημα της καταναγκαστικής διαφοράς του από τους άλλους, τους λευκούς, τους πλούσιους, τους ισχυρούς. Αυτό το αίσθημα αξιοποίησε για να γίνει Πρόεδρος. Όπως αρκετοί, άλλωστε, που επιδιώκουν την εξουσία.
Το ταλέντο του, όμως, για να γυρίσω σε αυτό, είναι ότι ήξερε να αγωνιστεί για το έπαθλο της εξουσίας. Εκτός από το εξωτερικό του, που το φιλοτέχνησε επαρκέστατα, διέπλασε συστηματικά το εσωτερικό. Εργάστηκε μόνος με τον εαυτό του γι’ αυτό. Φαίνεται στον λόγο του. Προτάσεις σύντομες, με επεξεργασμένο και μη κοινότυπο λεξιλόγιο, που υπηρετεί φρόνιμα επιλεγμένες ιδέες, εμπεδωμένης αξίας και απήχησης.
«Ο άλλος λόγος»: μόνιμα ζητούμενο στην πολιτική σκηνή, που κατακλύζεται παγκοσμίως από ανεπεξέργαστους χαρακτήρες που αναμασούν επιφυλακτικά λογύδρια τα οποία, τουλάχιστον, δεν τους εκθέτουν. Αυτός ο άλλος λόγος, για να γίνει πλεονέκτημα, πρέπει εκείνος που θα τον επιδιώξει να ξέρει την αξία του. Τέτοιες αξίες αγοράζονται με κόπο, με επιμέλεια, με μελέτη, με άσκηση. Εργάστηκε ο Πρόεδρος για να τα καταφέρει. Δεν του χαρίστηκε η αίγλη του προσώπου.
Και τώρα; Τώρα μένει να αποδείξει ότι δεν θα πουλήσει τις μετοχές του – που τόσοι αγόρασαν - γρήγορα, ως άλλος νευρικός επενδυτής, για να διαψεύσει, κι εκείνος, την αξία που αγόρασε. Τα χρηματιστήρια ανά τον κόσμο, πάντως, δεν ενθουσιάστηκαν. Οι ελπίδες των επενδυτών όπως και όλων, άλλωστε, μαύρισαν από τη διάψευση ετών. Τώρα όλοι, με το καινούργιο χρώμα στην Προεδρία, περιμένουν να δουν αν το μαύρο μπορεί, παρόλα αυτά, να γίνει το χρώμα της ελπίδας… (21-01-2009)

Κρίση της κρίσης
Η κρίση ήλθε για να μείνει. Μια μόνιμη κατάσταση, ωστόσο, δεν είναι κρίση. Κρίση ήταν αυτό που ζούσαμε μέχρι που ξέσπασε η «κρίση». Κρίση ακατάσχετης επιθυμίας ήταν. Κράτησε πολύ, δεκαετίες ολόκληρες. Δεν μπορούσε να διαρκέσει, όμως. Όχι γιατί κορέστηκε η επιθυμία. Κάθε άλλο. Η ικανότητα για κατανάλωση εξαντλήθηκε.
Μοιάσαμε σ’ εκείνους που, πεινασμένοι, ρίχνονται με όρεξη σ’ ένα γεμάτο τραπέζι και, λίγο μετά, καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν, όσο κι αν θέλουν, να συνεχίσουν να τρώγουν. Η διαφορά είναι πως ο άνθρωπος ως καταναλωτής αγαθών δεν αισθάνεται βάρος, όπως όταν, με τον ίδιο τρόπο, καταβροχθίζει το φαγητό του. Διαισθάνεται ότι δεν θα μπορεί, πλέον, να αγοράζει ή να κερδίζει ακατάσχετα, αλλά δεν σημαίνει ότι το κατανοεί ή το δέχεται.
Ο χορτασμένος παίρνει το μήνυμα πιο εύκολα. Το βάρος του ασθμαίνοντος στομάχου προοιωνίζεται την έκρηξη που μπορεί να σημάνει η συνέχιση της βρώσης. Ο καταναλωτής αγοραίων αγαθών δεν καταλαβαίνει γιατί δεν μπορεί να καταναλώνει όπως άλλοτε, ούτε οι μεταπράτες τέτοιων αγαθών γιατί δεν μπορούν να κερδίζουν όπως κέρδιζαν.
Θα καταλάβουμε, όμως, αργά ή γρήγορα. Το τραπέζι ξεχείλισε μπροστά μας και συνεχίζει να γεμίζει. Τα εργοστάσια – πολύ αργά – μειώνουν την παραγωγή. Απολύουν – πολύ νωρίς – τους εργαζομένους που καθ’ υπερβολή εργοδότησαν. Οι τελευταίοι – πολύ αργά – διερωτώνται τι πήγε λάθος.
Το «λάθος» είναι ότι οι ίδιοι, οι εργαζόμενοι, δηλαδή, έγιναν καταναλωτές σωρείας δύσπεπτων – ακριβών δηλαδή – αγαθών, τα οποία προκάλεσαν στα οικονομικά τους αποθέματα έκρηξη. Η υπερ-προσφορά αγαθών – το γεμάτο τραπέζι – άνοιξε την όρεξη – ευλόγως – όλων ανεξαιρέτως, δυναμένων και μη, και, καταναλώνοντας, το τραπέζι αντί να αδειάζει ξεχείλιζε. Το ίδιο η όρεξη!
Δεν πρέπει να τρώγουμε επειδή το τραπέζι είναι γεμάτο αλλά επειδή πεινάμε. Σ’ ό,τι αφορά τη φυσική πείνα, στο δυτικό πρώην παράδεισο καλά τα είχαμε καταφέρει. Υποφέραμε από κορεσμό, παχυσαρκία και τις ασθένειες του βεβαρυμένου στομάχου. Με την άλλη πείνα, όμως, για τα αγαθά της σύγχρονης ζωής, δεν καταλάβαμε ότι η διάθεση για κατανάλωση, αντί να μειώνεται, ενισχύεται αντιστρόφως ανάλογα με την ικανότητα για κατανάλωση.
Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι το ίδιο: κατεστραμμένοι καταναλωτικοί οργανισμοί που οδηγούν σε μαρασμό τους παραγωγικούς μηχανισμούς. Αναγκαστικά, τώρα, θα μάθουμε τι σημαίνει να ελέγχουμε την πείνα μας. Για άσκηση, ν’ αρχίσουμε από το τραπέζι με τα φαγητά μπροστά μας. Έπαψε, άλλωστε, να είναι σκανδαλωδώς γεμάτο… (28-01-2009)  

(Παρ)εκτροπές
Οι «κρύφιες», οι «ανομολόγητες», οι «αναρχικές», οι «στα όρια του εγκληματικού» προθέσεις των λιμοκτονούντων γεωργών από την Κρήτη, διαγνωσμένες με απαράμιλλη εγκυρότητα και καθηκόντως από τους επιτετραμμένους για τη δημόσια τάξη, «υποχρέωσαν», πάλι, την αστυνομία να ασκήσει βία. «Απολαύσαμε» ξανά το θέαμα της εμφύλιας διαμάχης ανάμεσα σε πολίτες που θεωρούν τους αστυνομικούς εχθρούς και στους τελευταίους που αντιμετωπίζουν τους πολίτες ωσάν σε πολεμική σύρραξη. Μοιάζουν οι μεν να βάζουν στόχο τους άλλους, τη στιγμή που είναι άγνωστοι μεταξύ τους και που την αγανάκτηση των μεν και τη μανία των άλλων τις προκαλούν άλλοι.
Γιατί, αλήθεια, θεωρούν τους αστυνομικούς «εχθρούς του λαού»; Γιατί οι αστυνομικοί παίρνουν προσωπικά τη διάθεση των πολιτών να εξεγερθούν; Γιατί οι πολιτικές παρατάξεις, για συγκυριακά πολιτικά οφέλη, στρέφονται οι μεν εναντίον της αστυνομίας και οι δε υπέρ αυτής, με αποκορύφωμα εκείνους που την εκθειάζουν, και, θαρρείς, τη θεωρούν τη μόνη πραγματική υπηρεσία στην Ελλάδα; 
Ταυτόχρονα, κι άλλη τρομοκρατική επίθεση εκδηλώνεται με πρόσχημα την υπερβολή της αστυνομικής καταστολής. Την επόμενη ημέρα αστυνομικός – σε κρίση - πυροβολεί αστυνομικό. Αυτά τα έκτροπα, που «στολίζουν» πια την καθημερινότητά μας, εγκυμονούν μια όντως εκτροπή.
Η εκτροπή δεν θα είναι του πολιτεύματος. Το πολίτευμα δεν θα αλλάξει. Θα αλλάξει όμως η καθημερινότητα της δημοκρατικής ομφαλοσκοπίας. Η εκτράχυνση των κατασταλτικών μηχανισμών θα έχει αντίκτυπο στο – ελαστικό - φρόνημα των πολιτών. Όπως παλαιότερα. Έγιναν πάλι επίκαιρες, άλλωστε, οι απείρου κάλλους διακρίσεις ανάμεσα σε νομιμόφρονες και επικίνδυνους για τη δημόσια - και εθνική; - ασφάλεια πολίτες.
Οι πολίτες θα γίνουν - ακόμα πιο – καχύποπτοι; Θα μοιραστούν σε φιλήσυχους και υπεράνω υποψίας και σε «ανήσυχους» και ύποπτους για κάθε δεινό που απειλεί το κράτος, την πατρίδα, το έθνος; Έχουμε παράδοση οι Έλληνες στη διαίρεση, στις καταδόσεις. Δεν ξεχνιούνται αυτά. Ποτέ άλλωστε, μεταξύ μας, δεν εξέλιπαν. Οι κομματικές ταυτότητες, για παράδειγμα, γίνονται, ακόμα, θηλιές ευάρμοστες στους αυχένες των οπαδών που δεν υποστηρίζουν το κόμμα της εξουσίας. Οι πολιτικές πεποιθήσεις χαρακτηρίζουν εν είδει μιάσματος εκείνους που τις διατυπώνουν, χάρη στον πολιτικό μας «πολιτισμό» που, ακόμα, χαρακτηρίζει την πολιτική διαφωνία μειοδοσία.
Απεύχομαι να ζήσουμε ξανά αλλοτινές και αποκρουστικές εποχές. Δυστυχώς, όμως, η ιστορία κάνει κύκλους, όταν οι άνθρωποι γυρίζουν γύρω από τον εαυτό τους. Φοβάμαι πως αυτό αρχίσαμε να (ξανα)κάνουμε…( 05-02-2009)

Φαντασιώσεις
Η Ελλάδα «εκσυγχρονίζεται» και από αυτή την άποψη. Όχι ότι απωλέσαμε κάποιον παράδεισο ηθών και κοινωνικής συμπεριφοράς, χαρακτηριστικό της φυλής. Κάθε άλλο. Η λέξη παιδοφιλία, που έχουν πρόβλημα οι ξένοι να τη γράψουν και να την προφέρουν, είναι ελληνικότατη! Της ελληνικής αρχαιότητας συνήθεια και ιδέα, εξ ου και η λέξη. Η συνώνυμή της επίσης: «παιδεραστία». Υπήρχε, βέβαια, κι ένας παιδαγωγικός έρως. Αναντίλεκτα. Κάθε καταχρηστική του συμπεριφορά, βρίσκει τρόπο να την ωραιοποιεί ή να τη δικαιολογεί ο άνθρωπος, αρχαιόθεν!
Στην αρχαιότητα δεν ήμασταν μόνοι: Κέλτες, Πέρσες αλλά και Ρωμαίοι αργότερα, και Ιάπωνες, Κινέζοι, και Μουσουλμάνοι, όλοι συνήθιζαν να βιάζουν τα παιδιά. Είναι (ζω)ον λογικό ο άνθρωπος, δηλαδή πανούργο. Ο πιο καλός υπηρέτης των παθών είναι ο νους: «ήταν τόσο ευγενικός άνθρωπος», «αρχιμανδρίτης ο πρωτεργάτης του κυκλώματος», «επιστήμονας άνθρωπος, και μάλιστα γιατρός», «ευυπόληπτα μέλη της κοινωνίας μας», όλοι τους μάστορες του λόγου, μορφωμένοι και αδίστακτοι.
Αυτοί εκσυγχρόνισαν την αρχαιότερη διαστροφή! Άνθρωποι ικανοί, εύστροφοι, πασχίζουν να προωθήσουν την Ελλάδα στην εμπροσθοφυλακή της διεθνούς αδελφότητας της ασέλγειας σε παιδιά και βρέφη. Τα κατάφεραν! Ακούραστοι εργάτες της εικονικής σεξουαλικής ικανοποίησης, αναπαράγουν, διαδίδουν και εφαρμόζουν όπως μπορούν τη θεωρία: «οι ανάγκες μας, για φαγητό, σεξ και εξουσία είναι ιερές» (εξ ου και ο αρχιμανδρίτης).
Συνηγορούν φυσικά η (ψυχ)ιατρική και η νομική επιστήμη. Σύμφωνα με την πρώτη, πρόκειται για διαταραχή. Η δεύτερη ασπάζεται ασμένως το συμπέρασμα της ετέρας δικαιοδοτικής – με την επίφαση της επιστήμης – εξουσίας, και υπερασπίζεται, εύκολα, τους ασθενείς – πελάτες. Δεν έχω αντίρρηση. Και διαταραχή είναι, προς θεραπεία, και προς υπεράσπιση οι δύσμοιροι που, από ασθένεια (συνώνυμο του αδυναμία) έκαναν ό,τι έκαναν.
Άλλο με ενοχλεί. Ότι βαυκαλιζόμαστε που εκσυγχρονιζόμαστε. Να ξέρουμε, τουλάχιστον, περί τίνος πρόκειται. Παλαιές διαστροφές επιστρέφουν δριμύτερες, μεταλλαγμένες, προχωρημένες. Τα βρέφη τι ζητούν μέσα στα χέρια των παιδόφιλων; Εκεί δεν έφτασαν οι φαντασιώσεις των αρχαίων. Ποια εκπαίδευση, και πότε, θα προϊδεάζει το παιδί για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, που μπορεί να πέσει θύμα της, ή να γίνει έρμαιό της ως ενήλικος; Αυτή την εκπαίδευση σε ποιο μελλοντικό στάδιο του εκσυγχρονισμού να την περιμένουμε; Κι ένα τελευταίο: την εκπαίδευση που θα διδάσκει στα παιδιά τα δικαιώματά τους, που παραβιάζουν οι ενήλικοι, ποιος εγκέφαλος θα τη σχεδιάσει; Αυτή η φαντασίωση, φοβάμαι, ξεπερνά σε τόλμη τις αντίστοιχες σεξουαλικές. Γι’ αυτό τις υφιστάμεθα! (11-02-2009)

Τέλος εποχής
Το τέλος της οικονομίας της αγοράς, παγκοσμίως, όταν σημάνει οριστικά, σύντομα δηλαδή, θα σημάνει προφανέστατα και το τέλος της πολιτικής. Ο Αμερικανός Πρόεδρος, με την ειλικρίνειά του, πρωτοστατεί στην ανατροπή, την απομυθοποίηση μιας επικίνδυνης χίμαιρας, που, στην ουσία, έφθασε τον κόσμο εδώ που ήλθε: η κοινωνική πρόοδος, η ευημερία και η ασφάλεια εξαρτώνται από τους πολιτικούς.
Δυσανάλογα επαχθές το βάρος στους ώμους λίγων ανθρώπων, οι οποίοι, φυσικά, ασμένως το δέχονται, μια που οι πολιτικές «καριέρες» είναι αξιοζήλευτες. Τώρα καταδεικνύεται η αδυναμία τους. Και δεν ήταν υπεύθυνοι. Συνυπεύθυνοι είναι, όπως όλοι μας. Γιατί όλοι διαμορφώσαμε το στεγνό τοπίο, από κάθε άποψη, που ζούμε σήμερα, είτε ως άναρχοι θύτες είτε ως πειθαρχημένα θύματα. Απείθαρχοι τώρα, όλοι, γυρίζουμε ο ένας προς τον άλλον, κατηγορούμε αλλήλους, περισσότερο τους ιθύνοντες και τους πολιτικούς, και καταφάσκουμε στο αυτονόητο: η λύση του προβλήματος είναι δύσκολη και, σίγουρα, δεν θα τη δώσουν οι πολιτικοί.
Διαχειριστές ενός εύθραυστου συστήματος, εξαρτημένοι από τα κελεύσματα των – πρώην - οικονομικών κολοσσών, οι πολιτικοί στον δυτικό κόσμο  αντελήφθησαν κι εκείνοι την πραγματικότητα στρεβλά: η οικονομική αλυσίδα έχει άπειρους κρίκους. Κοντόθωρη λογική ανθρώπων που σκέφτονται με όρους τετραετίας. Αυτό, ήδη, είναι προβληματικό. Αυτό δημιουργεί το πρόβλημα. Αυτό οδήγησε γρήγορα την αλυσίδα στο τέλος της. 
Το κέρδος δεν μπορεί να περιμένει. Το ίδιο η πολιτική. Ως προς ετούτο ταίριαξαν η πείνα των κερδοσκόπων και η δίψα των πολιτικών, για χρήμα και εξουσία αντιστοίχως. Για τούτο συμπορεύτηκαν αλληλέγγυοι για κάποιες δεκαετίες.  Δεν σκέφτηκαν, αμφότεροι, ότι το γρήγορο όφελος γρήγορα εξανεμίζεται, ότι η βεβιασμένη επιτυχία γρήγορα αποχαρακτηρίζεται, ότι το σύντομο σε αυτή τη ζωή είναι ανύπαρκτο στην αιωνιότητα και, σίγουρα, πολύ ισχνό ακόμα για το μέτρο της πρόσκαιρης ανθρώπινης ύπαρξης. 
Τώρα έχουν μπροστά τους την καθημαγμένη αγελάδα που άρμεγαν με λύσσα: τους πολίτες ως οικονομικές μονάδες, δηλαδή μηδενικά. Οι κερδοσκόποι δεν σταμάτησαν να διψούν ακατάσχετα, το ίδιο οι πολιτικοί. Φαίνεται από τις τιμές των - δήθεν - αγαθών που δεν πέφτουν, και από την αλαζονεία των πολιτικών που δεν κάμφθηκε. Η φυσική σειρά ή αλυσίδα, λησμονούν, είναι η εξής: της αμαρτίας οφείλει να ακολουθεί η μετάνοια, και εκείνης η ταπείνωση. Στο θύμα εναπόκειται η συγχώρεση.
Καθώς όμως, όπως είπα, είναι συνυπεύθυνα τα θύματα, για το βιασμό που υπέστησαν, προς το παρόν απασχολούνται με τις τύψεις της δικής τους συνείδησης. Όταν τα βρουν με τον εαυτό τους, μπορεί ν’ ασχοληθούν και με τους άλλους που, εν τω μεταξύ, ένα τους έμεινε: να παρακαλέσουν, να ικετεύσουν, Θεό και ανθρώπους, μήπως και γίνει το θαύμα: μήπως αρχίσει, πάλι, να ρέει το γάλα... (17-02-2009)

Φθόνος
Έφθασε, νομίζω, ένα εξώφυλλο, για ν’ αποκαλυφθεί η γύμνια των επικριτών μας. Το λιγότερο: απέδειξαν ότι δεν είναι καλύτεροι από εμάς. Είναι μάλιστα χειρότεροι! Πώς να ερμηνεύσει κανείς την ευκολία με την οποία κάποιος εκθέτει τη χυδαία του φαντασία; Ως βαρβαρότητα, οπωσδήποτε, ως ξεδιαντροπιά, ως ανοησία, σίγουρα. Αυτά προς μεγάλη απογοήτευση, φαντάζομαι, όσων διαβάζουν την ιστορία ως μυθολογία! Εκείνοι πίστεψαν ότι η βαρβαρότητα δεν είναι ενδημική σ’ ένα λαό. Αφορά, δήθεν, στις περιστάσεις και τους παράφρονες ηγέτες.
Ίσως να μην ταιριάζαμε, πράγματι, στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Πώς να συναγωνιστεί κανείς τον απύθμενο εγωισμών των τεσσάρων, κυρίως, τοποτηρητών του νεότερου και του σύγχρονου κόσμου; Πώς να αντιπαλέψεις αυτή τη δολιότητα, αυτή την καταχρηστική διάθεση που επικράτησε, πια, στον σύγχρονο κόσμο; Πρόκειται για τον πολιτισμό που, δήθεν, εκπορεύεται από τις προοδευμένες χώρες της Ευρώπης. Είναι ο πολιτισμός της άτεγκτης επιθετικότητας, της σοβινιστικής αναλγησίας, της πάση θυσία επιτυχίας, της εξόντωσης του αδύναμου, της ακύρωσης του αναποτελεσματικού, της κατατρόπωσης του αθώου, της αποδυνάμωσης του αντιπάλου, της μετατροπής του κόσμου σε ένα απέραντο πεδίο μάχης.
Αυτά τα διδάγματα πήραμε από τους εταίρους μας, αλλά δεν προλάβαμε να τα κάνουμε πράξη. Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε; Ενστερνιστήκαμε την ορολογία που τεχνηέντως εισήγαγαν, και κατατάξαμε τον εαυτό μας στους μικρούς λαούς με την ασθενή γλώσσα, την ασθενή οικονομία και την ακόμα πιο ασθενή ιδιοσυγκρασία. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, μάλιστα, για να δικαιολογήσουμε τη θέση μας αυτή, μονίμως αλληθωρίζοντας προς το «μεγαλείο» του πολιτισμού των ισχυρών της Ευρώπης.
Και, τώρα, τους δώσαμε την αφορμή να ελεεινολογούν σε βάρος μας. Το άγαλμα που χρησιμοποίησαν για να μας εξευτελίσουν, όμως, αποδεικνύει ότι τίποτα δεν έμαθαν από τόσα και τόσα χρόνια μελέτης της ελληνικής αρχαιότητας. Ο αρχαίος πολιτισμός δεν τους ανήκει, οπωσδήποτε, αλλά και δεν τους ταιριάζει. Δεν τον ξέχασαν ωστόσο. Τους στοιχειώνει. Το άγαλμα, μάλιστα, και η κίνηση που το έβαλαν να κάνει, απηχεί αυτό που αισθάνονται όχι για τη σύγχρονη Ελλάδα, φυσικά, αλλά για την Ελλάδα καθεαυτήν και τον ελληνισμό αρχαιόθεν. Είναι με την αρχαιότητα που τα έχουν, όχι μ’ εμάς.
Εμείς, ακόμα μια φορά, εκπροσωπηθήκαμε από τους αρχαίους. Πάλι καλά. Όσο νωρίτερα, μάλιστα, το καταλάβουμε, ότι σ’ εκείνους πρέπει να εναποθέσουμε τις ελπίδες για το μέλλον, τόσο γρηγορότερα θα βγούμε από το τέλμα. Ίσως, μάλιστα, αυτό να φοβούνται οι «φίλοι» μας: ότι κάποια στιγμή θα θυμηθούμε ποιοι είμαστε. Τότε, αισθάνονται, θα κινδυνεύσει πραγματικά η σαθρή τους εξουσία. Τα υποβρύχιά τους χάνουν την ισορροπία τους. Τα αρχαία μας αγάλματα ποτέ... (24-02-2009)

Συναισθήματα
Η φιλοσοφία είναι δέντρο που ανθίζει νωρίς, όπως η αμυγδαλιά. Θρέφεται από την αντιξοότητα. Στο ημίφως που χειμάζεται η ανθρωπότητα, κατά καιρούς, η φιλοσοφία (προ)βλέπει τη διάρκεια του χειμώνα των ανθρωπίνων που, όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά, διαρκεί περισσότερο από εκείνον της Φύσης. Τη διάρκεια, ακριβώς, δεν μπορεί να την προβλέψει. Υπολογίζει ωστόσο, κατά προσέγγιση έστω, αν είναι - και πόσο – σοβαρή η κατάσταση.
Έγραφα, πριν λίγους μήνες, ότι την κρίση που μαστίζει την οικονομική και κοινωνική ζωή του οιονεί πολιτισμένου κόσμου δεν την είχαν προβλέψει οι – υποτίθεται – καθ’ ύλη αρμόδιοι οικονομολόγοι. Χθες, Τρίτη, 3 Μαρτίου, ευτύχησα να το ακούσω, με ένταση και έμφαση, από τα χείλη καλού οικονομολόγου, Έλληνα, δημοσίως, στη δημόσια τηλεόραση. Στιγμές σαν και αυτή, συναισθηματικής ευαισθησίας και φόρτισης, αντί να συσκοτίζουν διαφωτίζουν την επιστημονική ανάλυση, όταν ο επιστήμονας σκύβει πάνω από το πρόβλημα, και δεν το κοιτάζει από μακριά, με το τηλεσκόπιο των επιστημονικών θεωριών ή μοντέλων ερμηνείας, τα οποία ελάχιστα λαμβάνουν υπόψη τους την κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ιστορίας: τα συναισθήματα.
Η κατακλείδα της ωραίας αυτής συζήτησης, σοβαρών κατά τεκμήριο ανθρώπων και συνομιλητών, σε, δυσεύρετη για τα τηλεοπτικά δρώμενα, πολιτισμένη συνάντηση, ήταν ότι είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσει η κρίση, ότι υπάρχουν, μάλιστα, δυο σχολές ανάλυσης, των αισιόδοξων και των απαισιόδοξων. Ο λόγος – που δεν τον είπαν – είναι ότι οι οικονομικές συνθήκες αντανακλούν άμεσα στον ανθρώπινο ψυχισμό, ο οποίος εκβιάζει αποφάσεις τις οποίες, διαφορετικά, δεν θα έπαιρναν οι άνθρωποι.   
Παράδειγμα: μέχρι τώρα ακούγαμε για αυτοκτονίες λόγω χρεών, παντού στον κόσμο, μεμονωμένων ατόμων. Σήμερα ανακοινώθηκε η από κοινού αυτοκτονία, με οξύ, ζεύγους στη Βοσνία. Πριν λίγες ημέρες άκουσα Ιάπωνα να λέει ότι σκέφτηκε να σκοτώσει τα παιδιά και τη γυναίκα του και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει εξαιτίας της απόγνωσης που βιώνει.
Το βάρος των συναισθημάτων, στην παρούσα συγκυρία, είναι συνθλιπτικό. Θα καθορίσει, και αυτό, τη διάρκεια, το μέγεθος και, κυρίως, πράγμα στο οποίο επιμένω, ως φιλόσοφος, τις συνέπειες της κρίσης. Η επίπλαστη αισιοδοξία και τα χαμόγελα των αρχηγών των Ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίοι χαριεντίζονται όπως τα παιδιά στο νηπιαγωγείο, κάνουν την ατμόσφαιρα περισσότερο καταθλιπτική. Μακάρι να δοκίμαζαν, για αλλαγή, τη σοβαρότητα. Ίσως, τότε, συνέρχονταν αυτοί και όσοι – ακόμα – τους παρακολουθούν... (04-03-2009)

Τα άκρα
Τι σημαίνει ακραία πολιτική θέση; Ο λαός έστειλε «τα άκρα» στη Βουλή. Εκφράζουν, σημαίνει, αρκετούς. Ανά τον κόσμο, άλλωστε, συμβαίνει. Συμβαίνει και στις «καλύτερες» οικογένειες: Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί, Άγγλοι υφίστανται «τα άκρα» τους. Οι τελευταίοι, μάλιστα, οι Άγγλοι εννοώ, είχαν ξεχάσει, μέχρι πρόσφατα, τι σημαίνει να υποστηρίζουν και άλλοι, εκτός από εκείνους, την εθνική τους υπόσταση. Το θυμούνται πάλι, τώρα, και τρέμουν στην ιδέα. Ο IRA επανέκαμψε με το καινούργιο του πρόσωπο και την παλαιά τακτική: ο τρόμος του αγνώστου, που παραμονεύει... 
Τι χρειάζονται λοιπόν τα άκρα, ας πούμε στην Ελλάδα; Ό,τι χρειάζονται παντού. Εκφράζουν τους περιθωριοποιημένους, τους χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα. Μια ταυτότητα, ωστόσο, τους αγκαλιάζει όλους: το έθνος. Εκείνο για το οποίο δεν πάσχουν όσοι, πετυχημένοι στο εσωτερικό, εποφθαλμιούν οφέλη από το εξωτερικό, γίνεται καταφύγιο για όσους, εγκλωβισμένοι στο εσωτερικό, συρρικνώνονται μαζί του, χάρη στην αβελτηρία των πολιτικών που αναλαμβάνουν εθνοσωτήριο έργο χωρίς αρμοδιότητα, ικανότητα, πρόγραμμα και ευθύνη.
Να πώς προκύπτουν, επομένως, τα πολιτικά άκρα. Εκτρέφονται και γιγαντώνονται από τη δήθεν πολιτική μεσότητα. Και, καθόλου παράδοξο, τώρα που διευρύνθηκε η απήχησή τους, δηλώνουν ότι την όντως μεσότητα εκείνοι την εκπροσωπούν και την εκπροσωπούσαν ανέκαθεν. Μια απέραντη δεξαμενή ο μεσαίος χώρος, όλοι αντλούν από αυτή...
Με ρητορεία που διεγείρει τον ψυχισμό πολιτών που αισθάνονται σημαντικοί ως οπαδοί ενός έθνους που ανήκει σε όλους, αλλά όλοι, υποτίθεται, δεν το εκτιμούν κατ’ αξία, οι «αρμοδιότεροι», δήθεν, ως εθνο-γνωστικότεροι, διήλθαν τη δύσκολη περίοδο της αμφισβήτησης των προθέσεών τους. Αφομοιωμένοι στο σωρό των πολιτευομένων, οικείοι πια για τις τηλεοπτικές συνειδήσεις και το πολιτικό ασυνείδητο, διαλέγονται με ίσους όρους και, επειδή φωνάζουν περισσότερο, θα ενισχύονται χρόνο με το χρόνο. 
Οι συνέπειες της μεταπολιτευτικής βουλιμίας των πρώην φτωχο-διαβόλων, που πλούτισαν διαφημίζοντας τη, δυσφημισμένη πια, δημοκρατία, τώρα φαίνονται. Το εκλογικό σώμα είναι έτοιμο. Οι διαφημιστές του έθνους, του ελληνικού πνεύματος, της ελληνικής λεβεντιάς, που πλούτισαν, με τη σειρά τους, διαφημίζοντας, ως εργολάβοι, τον Ελληνισμό, παίζουν καλά το παιχνίδι. Κοντά στην εξουσία, έτοιμοι να στηρίξουν εκείνους που χρειάζονται στήριξη, θα πάρουν στο τέλος, όταν γίνουν οι εκλογές, αρκετή από την αίγλη της φυλλοροούσας παράταξης και ακόμα περισσότερους ψηφοφόρους της... (11-03-2009)

Το άσυλο
O δημόσιος διάλογος βρίθει ψευδοπροβλημάτων. Χάρη σε αυτά ο καιρός περνά ευχάριστα ενώ τίποτα δεν είναι ευχάριστο, ούτε καν τα ψευδοπροβλήματα που συζητιούνται μανιωδώς. Πρόσφατο παράδειγμα «το άσυλο». Εκείνο, το γνωστό, το πανεπιστημιακό.
Οι απόψεις μοιρασμένες, των φίλων του ασύλου αφενός, των πολεμίων του αφετέρου. Κάθε παραπλανητικός διάλογος στις σύγχρονες κοινωνίες χρειάζεται δύο, τους μεν, τους υπέρ δηλαδή, και τους δε, τους εναντίον. Πιο σωστά: χρειάζεται τρεις. Τους μεν, τους δε και τους έξυπνους, εκείνους που πάντα σκέφτονται εκείνο που οι δύο πρώτοι αγνοούν.
Οι έξυπνοι, εν προκειμένω, επισημαίνουν ότι το πρόβλημα αφορά στην εφαρμογή του νόμου, που δεν εφαρμόζεται! Ερωτώ: αν εφαρμοζόταν ο νόμος τι θα γινόταν; Απαντώ: πόλεμος! Φαντάζεστε τις δυνάμεις της τάξης και τους αναρχικούς στον ίδιο πανεπιστημιακό περίβολο; Οι περιουσίες τότε, τα αυτοκίνητα δηλαδή, οι βιτρίνες, δεν θα κινδύνευαν· σαφώς. Θα χάνονταν, ωστόσο, ανθρώπινες ζωές, πολλές! Η φαιδρή μας καθημερινότητα θα γινόταν τραγική.
Μα, θα μου πείτε, ίσως είναι η λύση. Μια φορά αν γινόταν κάτι πολύ κακό, θα συνερχόμασταν. Λάθος. Δεν θα συνέλθουμε ποτέ. Αμέσως μετά τα φονικά, εντός Πανεπιστημίων, η αντιπολίτευση θα ούρλιαζε αγανακτισμένη για την αναλγησία της κυβέρνησης και το ποτήρι θα ξεχείλιζε... Εκλογές! Και πάλι από την αρχή...
Η πραγματικότητα είναι η εξής: θέλουμε και δεν θέλουμε κάποιους στην εξουσία. Τους θέλουμε όταν μας ευνοούν. Τους λοιδορούμε και τους ξορκίζουμε όταν δεν μας εξυπηρετούν. Αυτή η αναρχική σκέψη, αυτή η θεμελιωδώς αντιεξουσιαστική νοοτροπία διέπει εγκάρσια τις πολιτικές μας επιλογές και την πολιτική μας στάση, την κοινωνική μας συμπεριφορά.
Οι νεαροί με τις κουκούλες εκφράζουν την ίδια νοοτροπία με άλλον τρόπο. Οι υπόλοιποι ναρκοθετούν τις θέσεις αλλήλων με ήπια – τα γνωστά πλάγια – μέσα. Οι κουκουλοφόροι το κάνουν άμεσα. Οι άλλοι αλληλοϋποβλέπονται πολιτισμένα. Οι κουκουλοφόροι το κάνουν απολίτιστα. Όσο για το άσυλο, που, υποτίθεται, τους προστατεύει, ούτως ή άλλως δεν λειτουργεί. Καμιά ιδέα δεν κυκλοφορεί ελεύθερα στο Πανεπιστήμιο. Λογοκρίνονται μάλιστα, αυτές, περισσότερο από κάθε άλλη ιδέα, τόσο από τους μέσα όσο και από τους έξω. Αλλά, το είπαμε, τα ψευδοπροβλήματα είναι χρήσιμα, για να ξεχνάμε τα πραγματικά και σοβαρά. Για να μην τα συζητάμε.
Και κάτι τελευταίο. Ορισμένα ερωτήματα: αυτές οι στρατιές κουκουλοφόρων πού βρίσκονται όταν δεν εμφανίζονται; Εξαφανίζονται; Είναι όλοι, άραγε, κάτοικοι Κολωνακίου ή Εξαρχείων, και όταν τελειώνουν τις καταστροφές μπαίνουν στα σπίτια τους; Υπάρχουν πόρτες φιλόξενες που ανοίγουν για να τους κρύψουν; Επίσης, όταν βγαίνουν από το Πανεπιστήμιο, όταν εξέρχονται του ασύλου, που πάνε; Διέρχονται ανενόχλητοι; Γιατί η αστυνομία δεν τους περιμένει έξω από το Πανεπιστήμιο; Ξέρω. Είναι κουραστική η αναμονή! (17-03-2009)

Εκσυγχρονισμός
Αν δεν θυμόμαστε γιατί να γιορτάζουμε; Μόνο στα σχολεία και τα στρατόπεδα, όσα παρελαύνουν, νομίζω, πια, θυμούνται πως κάτι έγινε μια 25η Μαρτίου, πριν πολλά χρόνια, ή μια 28η Οκτωβρίου πριν αρκετά. Και πάλι, όμως, τι σημαίνει εν προκειμένω «θυμάμαι»; Γιατί κυριολεκτικά δεν μπορεί να μας θυμίζει τίποτε η πρώτη επέτειος. Σε κανέναν.
Οι παρελάσεις ή οι γιορτές στα σχολεία, ο βραχνάς των καθηγητών και η ανία των μαθητών, είναι ό,τι απέμεινε από ένα εθιμοτυπικό, στην ουσία, το οποίο, προϊόντος του χρόνου, θα παραλύσει. Ας μην αδημονούν όσοι κόπτονται να σταματήσουν οι παρελάσεις. Αυτό που ιδεολογικά διακαώς επιθυμούν και προπαγανδίζουν, το κατάφερε ο χρόνος.
Στην απομυθοποίηση, θέλουν να πιστεύουν, βοηθά, οπωσδήποτε, και το «καινούργιο» ιστορικό πνεύμα, το γνωστό εκσυγχρονιστικό. Η ιστορία που τα λέει όλα, δήθεν. Η υποκρισία που ξεχειλίζει, εν προκειμένω, είναι αυτή. Δεν αφορά μόνο την προοδευμένη ιστορική γραφή. Αφορά καθετί που αποφασίζουν οι εκσυγχρονιστές να χαρακτηρίσουν. Αυτοί, οι «εκφραστές της αλήθειας», σαν άλλοι άγγελοι του φωτός, κρίνουν εύκολα ό,τι προσφέρεται για εύκολη κρίση.
Εδώ δημιουργείται η σύγχυση. Στη σύγχυση επιπλέουν οι θρασείς. Ότι κάτι κρίνεται και κατακρίνεται εύκολα, όμως, δεν καθιστά κανέναν αυτόκλητο κριτή προασπιστή της αλήθειας. Τον καθιστά προαγωγό της χυδαίας άποψης για την αλήθεια: «δείτε, φαίνεται καθαρά πως είναι ψέμα». Όταν, μάλιστα, πρόκειται για την ιστορική μνήμη, και δη την εθνική, που από φύση κατακρατεί τις ένδοξες στιγμές και ρίχνει στη σκιά τις άδοξες, δεν είναι άθλος να ρίξεις το φως στα σκιασμένα.
Δεν χρειάζονταν καν οι εκσυγχρονιστές για να πέσει προβολέας στις ντροπές μας. Ο Μακρυγιάννης το έκανε πρώτος. Αυτό τι σημαίνει; Ότι ο Μακρυγιάννης ήταν εκσυγχρονιστής. Η ιστορία είναι το εύκολο θύμα. Το πεδίο της δόξας βρίσκεται ενώπιόν μας, στην ιστορία που γράφεται σήμερα ή μόλις χθες. Εδώ περιμένω τους διανοουμένους, ιστορικούς και άλλους, να ακονίσουν τα ξίφη της κριτικής τους. Πάνω στο σώμα του παρόντος. Και να περιμένουν την αντίδραση. Πάνω στα σώματά τους.
Και μια που τώρα δεν γίνεται πόλεμος, ας ασχοληθούν με τις συγκρούσεις που τεκταίνονται δίπλα τους. Καλύτερα, κατά το παράδειγμα του Μακρυγιάννη, στον οίκο τους. Ο Μακρυγιάννης έγραφε τα παράπονά του, τα οράματά του ενδεχομένως, αλλά έγραφε. Και έγινε πρόσωπο ιστορικό, πρόσωπο αναφοράς. Τόλμησε και τα κατάφερε.
Από το μέτωπο της διανόησης του σήμερα, των πανεπιστημίων επίσης, ποιοι δίνουν τις ανταποκρίσεις; Ποιοι τολμούν να μιλήσουν για πρόσωπα και πράγματα; Η συνδικαλιστική ηγεσία των πανεπιστημίων άλλαξε και προκρίνει τον διάλογο. Καλά κάνει. Θα περάσουν, έτσι, ευχάριστα κάποια χρόνια. Τα προβλήματα θα ξεχαστούν. Εκείνοι που τα αντιμετωπίζουν, μόνο, θα τα θυμούνται.
Η ιστορία, και μάλιστα η δική μας, των Ελλήνων, είναι πρόσφορο θύμα. Λαλίστατοι ιδεολόγοι, ιστορικοί και άλλοι, εκσυγχρονιστές, εξαντλούν πάνω της τη μανία της κριτικής τους. Το κρυφό σχολειό, η καταστροφή της Σμύρνης, η γενοκτονία των Αρμενίων απομυθοποιήθηκαν ήδη. Οι ιστορικοί, ωστόσο, ήλθαν δεύτεροι. Τους πρόλαβε το ρεύμα της ίδιας της ιστορικότητας, που είναι αμείλικτη. Γενιές Ελλήνων, τώρα, δεν συγκινούνται ούτε από το έπος του ’21 ούτε από εκείνο του ’40. Χτυπούν θύρες ανοιχτές. Και, δυστυχώς γι’ αυτούς, η αλήθεια δεν βρίσκεται μέσα. Την αλήθεια θα τη μάθουμε σε μάχες που θα ζήσουμε ή που ζούμε, ο καθένας στο μετερίζι του.
Κι αν οπωσδήποτε θέλουμε να χτυπήσουμε μύθους, ας μην προτιμούμε τους πεθαμένους. Δεν πρόκειται για κατόρθωμα. Ας προτιμήσουμε τους ζωντανούς, τους όρθιους και ετοιμοπόλεμους, και μάλιστα εκείνους που συντηρούμε οι ίδιοι, και κρυβόμαστε πίσω τους... (25-03-2009)

«Να κάνω νάνι»
«Να κάνω νάνι», είπε, και κοιμήθηκε ήσυχος ο μικρός Παναγιώτης Βασιλέλλης, στα τρία του χρόνια. Δευτερόλεπτα πριν κλείσει τα μάτια του, απολογήθηκε κιόλας, που θα έφευγε από τη ζωή, που τόσο τον κούρασε... Μήπως το έκανε για να καθησυχάσει τους γονείς του; Μήπως τους χάρισε τις τρεις, τις τελευταίες του λέξεις, για να τους γλιτώσει από τις τύψεις που δεν κατάφεραν να τον βοηθήσουν, για να τους λυτρώσει από την οργή για κείνους που τον άφησαν να πεθάνει;
Άβυσσος αυτή η ψυχή! Τόσο μεγάλη σε τόσο μικρό σώμα! Φτερούγισε την πιο ωραία της ώρα. Την πρόσφερε ο Παναγιώτης την ψυχή του, «λύτρον υπέρ του κόσμου». «Ω αγαθότητος, ω αφράστου ανοχής...». Τι μπορεί, από τα θαύματα τούτου του κόσμου, να συγκριθεί μ’ αυτή την ομορφιά; Ποια σοφία μπορεί να παραβληθεί με τη σοφία του παιδιού που πεθαίνει και ονομάζει τον τελευταίο του ύπνο «νάνι»; Πόση μωρία ξεσκεπάζει το παιδί που σβήνει, των εκτυφλωτικών φωταψιών της ανθρώπινης σκοτεινιάς και σύγχυσης;
Οι δημοσιογράφοι που επανέφεραν στο φως την υπόθεση, με αφορμή ακόμα μια δίκη, δημοσιοποίησαν τις τελευταίες στιγμές του παιδιού για να συνταραχθούμε όλοι και κυρίως οι υπεύθυνοι, είπαν, που η δικαιοσύνη τους δικαίωσε. Τι έφταιγαν εκείνοι αν αρρώστησε το παιδί; Πράγματι. Τι έφταιγαν που τήρησαν τους κανονισμούς; Γεγονός. Τι έφταιγαν που οι γονείς του παιδιού τους θεώρησαν υπεύθυνους; Τίποτε. Φταίνε που υπάρχουν; Όχι βέβαια!
Στην καλύτερη, για το κοινό αίσθημα, περίπτωση, θα καταδικάζονταν, και θα γίνονταν, πάλι, τα πρόσωπα της ημέρας. Θα προσωποποιούνταν μια ευθύνη για το θάνατο του παιδιού. Θα χανόταν έτσι η αλήθεια. Θα τονιζόταν ο θάνατος, η απουσία... Τον Παναγιώτη τον θυμούμαστε, όμως, ως παρουσία. Αυτό ήθελε κι εκείνος, ακόμα και με τις τελευταίες του λέξεις. Σαν να’ λεγε: «να με περιμένετε» ή «θα σας περιμένω»... 
Κουράστηκε ο Παναγιώτης... απλώς. Κι έγειρε το κεφαλάκι του να κοιμηθεί. Και τα μεγάλα, πράσινα μάτια του, να δουν όσα δεν είδε: αγγέλους, γέλια, πράσινες πεδιάδες και κίτρινα αγριολούλουδα, σαν και τούτα που βλέπω μπροστά μου... Μια τέτοια Άνοιξη έφυγε, πριν από οκτώ χρόνια...
«Μαθήματα ανθρωπιάς» διαφημίζονται καθημερινά. Μου προκαλούν θλίψη. Από τον Παναγιώτη πήρα το μάθημά μου. Μακάρι να τη βρω κι εγώ τη δύναμη, εκείνη την ώρα, δευτερόλεπτα πριν, ν’ ανοίξω καλά τα μικρά μου μάτια και να χαιρετήσω με το θάρρος και την αθωότητα του Παναγιώτη: «να κάνω νάνι»! (31-03-2009)

Οι μεγαλόθυμοι!
Οι Αρμένιοι επέζησαν ... τελικά. Οι Έλληνες επίσης. Οι Πόντιοι το ίδιο. Οι Κύπριοι επίσης. Η «αρχαία αυτοκρατορία» – κατά Ομπάμα – δεν αναβίωσε, και διατηρήθηκε η νεότερη: η τουρκική. Η ιστορία σταματάει, φαίνεται, στην ίδρυση της τουρκικής αυτοκρατορίας. Δεν πάει πιο πίσω. Καλώς! Από κάπου πρέπει ν’ αρχίσουμε.
Να σεβαστούμε τους νικητές! Και δεν είναι του χθες, μόνο, νικητές οι Τούρκοι. Είναι του σήμερα και του αύριο. Γι’ αυτό η τιμή που τους επεφύλαξε ο νεοεκλεγείς, των 100, τώρα πια, ημερών Πρόεδρος. Ο δυνατός υπολήπτεται τον όμοιό του, όταν βρίσκονται μακριά! Ο Γάλλος, όμως, που βρίσκεται κοντά, επιφυλάσσεται...
Κι εμείς, σε Ελλάδα και Κύπρο, που είμαστε πολύ κοντά; Εμείς πράττουμε το ενδεδειγμένο. Βάζουμε τα χέρια μπροστά στο πρόσωπο, για να μη βλέπουμε, τουλάχιστον, τη σύγκρουση. Έχει να κάνει, ίσως, και με το βάθος της ιστορίας. Οι λαοί που έρχονται από μακριά, στο χρόνο εννοώ, που είναι κάπου σταθερά, για χιλιετίες, κουράζονται φαίνεται. Η μνήμη βαραίνει! Ενώ οι άλλοι, που ήλθαν από μακριά, στο χώρο, κι εγκαταστάθηκαν πρόσφατα, έχουν ακόμα μέλλον. Τους καταλαβαίνουμε!
Έχουμε κατανόηση οι Έλληνες. Κι αν κάποτε αναφερόμαστε στο παρελθόν, το κάνουμε σπασμωδικά. Είναι και που το νιώθουμε αυτονόητο, βλέπεις. Χαμογελούμε με συμπάθεια για τους και στους αμφισβητίες. Η μεγαλοθυμία της σιγουριάς για τον εαυτό μας, μας χαρακτήριζε ανέκαθεν. Κυρίως πριν τις ήττες μας, τις μεγάλες, τις ιστορικές. Έτσι και τώρα...
Δεν είμαστε μνησίκακοι οι Έλληνες, σε Ελλάδα και Κύπρο. Κοιτάμε μπροστά. Αφήνουμε τους άλλους να κοιτάνε πίσω. Εκείνους που δοκιμάζουν, ακόμα, τις ρίζες τους. Εμείς τις ρίξαμε από αιώνες βαθιά, απλώθηκαν, μας τις έκοψαν, συμφιλιωθήκαμε, εν τέλει, με τη μοίρα μας. Και δίνουμε μαθήματα πολιτισμού.
Ακούστε τις φωνές, σε Ελλάδα και Κύπρο, που ρίχνουν ανάθεμα στα λάθη μας, του παρελθόντος, στις φοβίες του παρόντος, στις μεμψιμοιρίες για το μέλλον. Θαυμάστε τον κοσμοπολιτισμό, την ανοχή για την επιθετικότητα των γειτόνων, περασμένη και τρέχουσα, την προθυμία τους να τους αγκαλιάσουν. Αξεπέραστο παράδειγμα η Κύπρος. Ελληνοκύπριοι, πέντε χρόνια τώρα, από τότε που άνοιξαν τα οδοφράγματα, ακόμα και για είδη πρώτης ανάγκης, γλυκά του ταψιού ας πούμε, καταφεύγουν στα κατεχόμενα. Για να μην πω για τις απειράριθμες επισκέψεις στα πολυτελή καζίνο των κατεχομένων. Μα τι έπαθα! Μιλώ ακόμα για κατεχόμενα! Ξέχασα πως το Κυπριακό λύθηκε το 1974, με την ειρηνευτική επιχείρηση των φιλεύσπλαχνων γειτόνων!
Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε, νομίζω, είναι να διορίσουμε, από τώρα, Τούρκο υπουργό εξωτερικών. Θα γίνει φυσικά, ούτως ή άλλως, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Στην Ελλάδα αφού αναγνωριστεί ως τουρκική η μειονότητα στη Θράκη, και στην Κύπρο, αν, τελικά, οριστεί συνομοσπονδιακή κυβέρνηση των δύο υπό ίδρυση ομόσπονδων κρατών. Αισθάνομαι λοιπόν ήσυχος! Κάποτε τα δύο έθνη θα (ξανα)γίνουν ένα, ειρηνικά αυτή τη φορά, αναίμακτα. Ας είναι καλά οι μεσολαβητές, ξένοι και δικοί, οι δικοί μας κυρίως! (29-04-2009)

Όλα καλά!
 Το κοινό αίσθημα εξεγείρεται... ματαίως, αλλά και αδίκως! Οι πολιτικοί δεν πρέπει να τιμωρούνται. Γι’ αυτό δεν τιμωρούνται. Ας το σκεφτούμε ως εξής: αναλαμβάνουν κάποιοι να διαχειριστούν δημόσια αξιώματα εν ονόματι του λαού, του ελληνικού ή όποιου. Δεν το κάνουν αυθαίρετα. Οι ψηφοφόροι τους τοποθετούν στις θέσεις που κατέχουν. Η πρώτη, νομιμότατη σαφώς, δωροδοκία, διενεργείται διά της ψήφου. Τους δίνουν ψήφο και περιμένουν χαριστική και προνομιακή μεταχείριση ως αντίδωρο.
 Ποιος αναλαμβάνει μια τέτοια δέσμευση, της εξυπηρέτησης ατομικών συμφερόντων των πολιτών, χωρίς να θέλει και ο ίδιος, για λογαριασμό του, ένα... μικρό ή μεγαλύτερο δώρο; Άλλωστε, εξουσία τι σημαίνει; Σημαίνει την αναρρίχηση κάποιων σε θώκους υπερυψωμένους, υπεράνω των υπολοίπων. Αυτή η «ευγενής» επιθυμία που εδράζεται; Στην αγάπη που τρέφουν οι εξουσιολάγνοι για τους συνανθρώπους τους; Δεν νομίζω. Αν τους αγαπούσαν θα έμεναν στο ίδιο επίπεδο, μαζί τους, ίσοι προς ίσους. Άλλωστε, η αγάπη για τον άνθρωπο δεν είναι επιλεκτική, για τους οπαδούς του δικού μας κόμματος μόνο. Δεν κάνει διακρίσεις η αγάπη για τον συνάνθρωπο...
 Είναι, έτσι, πράξη αντεκδίκησης, της αντιπολίτευσης οπωσδήποτε, και μικροπρέπειας, εκ μέρους όλων, να επιζητούμε την καταδίκη εκείνων των πολιτικών που απλώς (!) υλοποιούν το συμβόλαιο που έκαναν με το λαό (τους): «Πάρε ψήφο, δώσε μου ό,τι ζητήσω, πάρε και κάτι για τον κόπο σου!» Είναι σαφής η συναλλαγή.
  Και έτσι, όμως, να μην είναι, πάλι δεν πρέπει να τιμωρούνται οι πολιτικοί μας. Σκεφτείτε το τεράστιο βάρος που σηκώνουν. Νομοθετούν σε μια χώρα με τόσα προβλήματα. Δεν ευθύνονται εκείνοι για τα προβλήματά μας. Τα επωμίζονται. Η νόμιμη αποζημίωση για την ταλαιπωρία που υφίστανται είναι ισχνή. Παίρνουν λοιπόν κάτι παραπάνω ... μόνοι τους!
 Εκτός όλων αυτών. Σκέφτεστε τι θα γινόταν αν τιμωρούνταν οι πολιτικοί; Ποιος θα τολμούσε, κατόπιν, να αναλάβει τις ευθύνες τους; Η Ελλάδα θα έμενε ακυβέρνητη Πολιτεία κυριολεκτικά. Ενώ τώρα, τουλάχιστον, στοιχειωδώς κυβερνάται. Έχει προς τα έξω πρόσωπο, αυτό που έχει τέλος πάντων. Έχει και προς τα μέσα συνοχή: όλοι ξέρουν το ρόλο τους. Οι πολίτες τιμολογούν την ψήφο τους και οι πολιτικοί την αγοράζουν με τιμές τιμοκαταλόγου. Τις εκπτώσεις τις κάνουν στη συνέχεια οι ίδιοι.
Έτσι έχει η κατάσταση, νομίζω. Καθόλου άσχημα. Άλλωστε δεν πέθανε εξαιτίας της κανείς, ακαριαία τουλάχιστον! (13-05-2009)

 Αλήθεια – ψέμα
Κάθε αλήθεια είναι ένα μεγάλο ψέμα. Μα πώς; Όταν ο ουρανός είναι καθαρός, ας πούμε, δεν βρέχει. Κι αν είναι ημέρα, ο ήλιος λάμπει. Και το αντίστροφο. Τι πιο αληθινό από αυτό! Τι πιο ψεύτικο! Η αλήθεια παραπλανά. Για το ψέμα μπορούμε, μόνο, να είμαστε σίγουροι. Για το ψέμα της αλήθειας.
Ποτέ η ημέρα δεν είναι ημέρα, ακόμα κι αν είναι! Είναι ημέρα της νύχτας. Το ίδιο η νύχτα, νύχτα της ημέρας. Έτσι με όλα τα ανθρώπινα. Η ζωή η ίδια δεν είναι ζωή. Είναι ζωή του θανάτου. Κι ο θάνατος είναι θάνατος της ζωής. Η τυπική λογική αληθεύει μόνο στα σύμβολα. Στην πραγματικότητα του ανθρώπου διαψεύδεται. Ποτέ το ίδιο, για τον άνθρωπο, δεν είναι ο εαυτός του. Πάντα είναι κάτι άλλο.
Έτσι αρχίζει η ίδια η σκέψη, η Φιλοσοφία. Τα πράγματα, ο άνθρωπος το ξέρει, ή το υποψιάζεται, δεν είναι ίδια με τον εαυτό τους. Ή, μάλλον, είναι ίδια ως κάτι άλλο. Αυτό προσπαθούμε να καταλάβουμε. Πώς γίνεται το σημαντικό τη μια στιγμή να είναι ασήμαντο από την άλλη, το όμορφο τη μια να είναι άσχημο σε λίγο, το μεγάλο σήμερα να μικραίνει αύριο, το σωστό χθες να είναι λάθος σήμερα, το δίκαιο στη μια περίπτωση να είναι άδικο στην άλλη. Έτσι αρχίζει και συνεχίζει η σκέψη.
Και πώς τελειώνει; Γνωρίζει τέλος ή αποτέλεσμα αυτή η προσπάθεια του νου να συμβιβάσει τις μορφές που παίρνουν όσα κάνουν εντύπωση στον άνθρωπο; Ποτέ! Ο άνθρωπος ζει με εντυπώσεις. Η συνείδησή του μοιάζει με το χώμα που μουσκεύει και στεγνώνει. Το χώμα είναι το ίδιο και μαζί άλλο. Και αλλάζει μαζί με τον καιρό, που είναι ήλιος και βροχή…
Έτσι το άδικο, ας πούμε, είναι αυτό που γίνεται ένα πράγμα στη συνείδησή μας, η εντύπωση που μένει, η βροχή που πέφτει, το χώμα που μουσκεύει. Μετά βγαίνει ήλιος, το χώμα στεγνώνει. Άλλες εντυπώσεις, άλλες ιδέες…
Αυτό κάνει τον άνθρωπο πολιτικό ζώο επίσης, είτε ασχολείται με την πολιτική είτε όχι. Οι εντυπώσεις! Ένστικτο αυτοσυντήρησης, άμυνας είναι η πολιτική. Είναι η αυθόρμητη αντίσταση στην αλλαγή, είναι η στάση που θέλουμε να κάνουμε όταν όλα γύρω μας κινούνται, και μαζί τους οι εντυπώσεις.
Μοιάζει, από την άποψη αυτή, η πολιτική με τη σκέψη. Είναι, και τα δύο, κίνηση στάσης, μια στάση στην κίνηση, αντίσταση στο ρεύμα των πραγμάτων που αλλάζουν και των εντυπώσεων που τρέχουν. Σκέψη και πολιτική είναι (συμ)μετοχές μη αμέτοχων ανθρώπων που αντιστέκονται στην αλλαγή. Όσοι δεν προλαβαίνουν ν’ αντισταθούν, εκτοπίζονται και παρακολουθούν, όπως το χώμα, μια τη βροχή και μια τον ήλιο, αποσβολωμένοι μπροστά στο ψέμα της αλήθειας… (19-05-2009)

Αποχή (;)
Προβάλλεται από κάποιους ως ενδεδειγμένη, στην παρούσα συγκυρία: αποχή, μη προσέλευση στην κάλπη. Πρόκειται για στάση παιδική, αν το κάνουμε από πείσμα: «Δεν μου συμπεριφέρονται όπως θέλω, δεν τους μιλώ ή κλαίω». Μετά από λίγο τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι τίποτα δεν αλλάζει με τη στάση τους. Οι γονείς τους παραμένουν γονείς και εκείνα παιδιά. Υφίστανται την εξουσία, όπως πριν, και μάλιστα με μεγαλύτερη ένταση, αφού εκνευρίζουν τους κηδεμόνες τους. Προσπαθούν, λοιπόν, να τους εξευμενίσουν και να τους ξεγελάσουν!
Εκτός κι αν, στις εκλογές, δεν απέχουμε από πείσμα… Εκτός κι το κάνουμε από θέση. Τότε αλλάζει το πράγμα. Οι όποιες μετρήσεις της αποχής δεν θα έχουν σημασία, όμως, αν δεν μετρηθεί ο κρίσιμος παράγοντας: από πείσμα ή από θέση;
Σκεφτείτε την περίπτωση να μην μας μιλούσαν για καιρό τα παιδιά μας, επειδή τα στενοχωρήσαμε. Τότε, και μόνο, θα σκεφτόμασταν επαρκώς ότι σφάλαμε, ότι αδιαφορήσαμε για τα συναισθήματα, την αντοχή τους, την προσωπικότητα και τις ευαισθησίες τους. Τότε θα ανησυχούσαμε σοβαρά, θέλω να πω, αφού θα διαπιστώναμε πως δεν έχουμε παιδιά, πως τα χάσαμε όπως λένε. Τότε θα περιπίπταμε σε μια κρίση ταυτότητας, ικανή να αναδομήσει την ίδια μας την αντίληψη και τη στάση ως γονιών των παιδιών μας.
Το ίδιο ισχύει για τους πολιτικούς. Μόνο αν η από θέση αποχή ήταν συντριπτική και σταθερή, θα ανησυχούσαν σοβαρά για το παρόν και το μέλλον τους. Μόνο αν καθιστούσαμε προβληματική, με την απόσυρσή μας, την ίδια την υπόσταση της πολιτείας, θα δυσχεραίναμε, θα αποσυντονίζαμε και θα διαλύαμε το μόρφωμα της πολιτικής οικογένειας των αντίπαλων παρατάξεων που, όμως, ομονοούν σε μία – κομβική – αρχή: η τύχη τους εξαρτάται από την αναγνώριση που τους προσφέρουμε – έστω με την αποδοκιμασία εκείνων τους οποίους δεν ψηφίζουμε, για να ψηφίσουμε κάποιους άλλους. Σημασία έχει, για εκείνους, να υφίσταται το σύστημα. Ψυχή του συστήματος είναι οι εκλογές. Όπως των γονιών ψυχή είναι η επικοινωνία με τα παιδιά τους, ακόμα κι αν είναι συγκρουσιακή.
Τι προτείνω επομένως; Στα παιδιά, σίγουρα, να μη μιλούν στους γονείς τους όταν εκείνοι παραλογίζονται. Μέχρι, τουλάχιστον, να καταλάβουμε, ως γονείς, το λάθος μας. Αυτό λέγεται εκβιασμός, θα μου πείτε. Ναι, αλλά του αξιοπρεπέστερου είδους.
Και στην πολιτική; Ένα μόνο, νομίζω, υπολογίζουν οι πολιτικοί: την αδιαφορία των ψηφοφόρων, το σήμα ότι η διάψευση των προσδοκιών δεν προκαλεί πια, καν, αγανάκτηση. Η μετά την αγανάκτηση αδιαφορία είναι το ισχυρότερο πλήγμα που μπορεί να δεχθεί άνθρωπος, ακόμα και εχθρός. Προσοχή στο είδος της αδιαφορίας, επιμένω: όχι από πείσμα, από θέση.
Και μετά; Μετά τι; Μήπως κινδυνεύσει η ίδια η δημοκρατία, όπως λέγεται πλειστάκις; Αποκλείεται. Οι έχοντες σίγουρο και διασφαλισμένο συμφέρον από την εκλογική νίκη του κόμματος που υποστηρίζουν, οπωσδήποτε θα ψηφίζουν. Η δημοκρατία, επομένως, θα λειτουργεί. Έτσι λειτουργεί και τώρα.
Θα λειτουργεί, όμως, καλύτερα. Γιατί οι περισσότεροι θα αναλάβουν κριτικό και ελεγκτικό ρόλο και, άτεγκτοι καθώς θα είναι, ως μη έχοντες ίδιον όφελος, θα κάνουν τους πολιτικούς περισσότερο προσεκτικούς. Τότε, όντως, ο δήμος θα έχει την εξουσία. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται θα χρειάζονται, οπωσδήποτε, την έγκριση των πολλών για να υλοποιηθούν.
Πότε, λοιπόν, θα επιτευχθεί μια τέτοια λύση; Ποτέ! Γιατί η αποχή δεν είναι από θέση και η ανάγκη του χορτασμού είναι επιτακτικότερη από το γούστο της κριτικής. Ας επωφεληθούν τουλάχιστον τα παιδιά, για να προβληματίσουν τους γονείς. Ίσως οι τελευταίοι, ως πολίτες, διαισθανθούν ότι, τελικά, αυτός είναι ο τρόπος, κι αρχίσουν κι εκείνοι να αντιδρούν… (03-06-2009)

Ψήφος αποχής
Το σημαντικό πέφτει θύμα των δήθεν εύλογων, πρόχειρων και πρόσφορων, αντίθετων θέσεων. Οι αντιπαραθέσεις υποκαθιστούν το αντικείμενο. Χάνεται έτσι η ουσία. Την κατακαλύπτουν τα ακατάσχετα λογύδρια και η περισπούδαστη «εμπειρογνωμοσύνη» θρασέων ή μετριοπαθέστερων σχολιαστών.
Οι πραγματογνωμοσύνες για το φαινόμενο της αναμενόμενης αποχής στις ευρωπαϊκές εκλογές, κατέδειξαν ότι κανένα μήνυμα δεν ελήφθη, αφενός, και ότι το πολιτικό κατεστημένο εναντίον του οποίου στράφηκε η αποχή αναδείχθηκε κραταιό και νικητής. Ο μεγάλος χαμένος ήταν η αποχή, η οποία στην καλύτερη περίπτωση σχολιάστηκε με συμπάθεια και στη χειρότερη χλευάστηκε. Τη μερίδα του λέοντος των αναλύσεων πήρε πάλι η ποσοστιαία απόδοση της λαφυραγωγικής επιδρομής των κομμάτων και των πολύφερνων διαχειριστών τους.
Αν είχε νικήσει η αποχή, τότε τα σχόλια θα αφορούσαν κυρίως στην απόγνωση των ανθρώπων που απαρνήθηκαν το ύστατο και ελάχιστο – και όχι ύψιστο και μοναδικό - πολιτικό τους δικαίωμα: την ψήφο. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Άνθρωποι που αισθάνονται απορρίμματα της κοινωνικής ζωής, οι μισοί και περισσότεροι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι, αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην παρωδία μιας διαδικασίας που έπαψε από καιρό να θυμίζει τη συμμετοχική δημοκρατία. 
Πήρε αρκετό καιρό στους πολιτικούς, να πείσουν τους πολίτες των σύγχρονων δημοκρατιών ότι η επιλογή των αντιπροσώπων αρκεί. Τα κατάφεραν όμως. Χειραγώγησαν αποτελεσματικά το πολιτικό και βιοτικό ένστικτο του συντριπτικού δυναμικού της πολιτείας και δημιούργησαν τον απαράμιλλο μύθο της επάξιας αντιπροσώπευσης η οποία αδειοδοτείται από την πλειοψηφική κατάφαση στη μια ή την άλλη πολιτική πρόταση.
Οι νομείς των πολιτικών προτιμήσεων των πολιτών, οι φέροντες το μανδύα του υπεράνω κάθε υποψίας πολίτη, οι σύγχρονοι πολιτικοί, καταλαμβάνουν έτσι την εξουσία, όπως οι πειρατές το πλοίο – στόχο, και αρμενίζουν, καθένας την τετραετία του, απολαμβάνοντας το θέαμα των ναυαγών – εν τω μεταξύ – πολιτών, οι οποίοι ματαίως ουρλιάζουν για να τραβήξουν την προσοχή τους. Κανένας δεν ακούει. Το καράβι της πολιτείας δεν διαθέτει σωσίβιες λέμβους για τους πολίτες μετά την απομάκρυνσή τους από την ... κάλπη.
Εντέχνως, επαναλαμβάνω, τους είχαν πείσει ότι πολίτης είναι μόνο όποιος ψηφίζει, και αρκεί που ψηφίζει. Κανένας δεν τους είπε ότι τα κοινά δεν είναι οι κοινές κάλπες, στις οποίες αναμειγνύονται οι ψήφοι, αλλά όσα από κοινού πάσχουν οι συμμέτοχοι στην στενότερη ή ευρύτερη κοινότητα πολίτες. Ο μύθος ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν με την ψήφο, αυτή η δολοφονική λοβοτομή, έκανε τους πολίτες θλιβερούς παρατηρητές αυτών που γίνονται για εκείνους χωρίς εκείνους. Τους κάνουν μάλιστα να νιώθουν τύψεις που δεν ψηφίζουν. Γιατί, δήθεν, αυτό είναι το ιερό καθήκον του δημοκράτη. Λάθος! Απάτη! Το ιερό καθήκον του δημοκράτη απέναντι στον εαυτό του και τα παιδιά του είναι να διεκδικεί καθημερινά όσα με παρρησία μπορεί να διατυπώνει επειδή πιστεύει ότι του ανήκουν ως πολιτικά δικαιώματα.  
Είναι ώρα να πέσουν οι μάσκες! Το πολιτικό σύστημα δεν θέλει πολίτες αξιοπρεπείς και ώριμους. Θέλει πολίτες ζητιάνους, με ακρωτηριασμένη γλώσσα, ευνουχισμένους, που κάθε τέσσερα χρόνια απλώνουν το χέρι για να εκλιπαρήσουν με την ψήφο τους λίγη σημασία. Κι αυτό το λένε συμμετοχή, αυτό το λένε δημοκρατική πράξη, αυτό το λένε υποχρέωση του πολίτη!
Αν η αποχή είναι από θέση, όπως έγραφα την προηγούμενη φορά, και όχι από πείσμα, είναι ψήφος απόρριψης του πολιτικού συστήματος της συγκεκριμένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Αν, επιπλέον, οι πολίτες διατύπωναν ανά πάσα στιγμή γνώμη εμπεριστατωμένη και με επιχειρήματα για τα ζητήματα που τους αφορούν, τότε, πράγματι, η δημοκρατία θα γινόταν το πολίτευμα που θα καθιστούσε τον τίτλο του πολιτικού τίτλο τιμής και τον τίτλο του πολίτη τίτλο ευγενείας! (09-06-2009)

Οι ξένοι
  Το ένστικτο της πολιτικής επιβίωσης είναι μοχθηρός σύμβουλος. Εμπίπτει φυσικά και αυτή, η αγωνία για την πολιτική επιβίωση, στο βαθύτερο ένστικτο της αντιμετώπισης του Άλλου, το οποίο συνέχει και προσδιορίζει τον ανθρώπινο ψυχισμό σε κάθε φάση και περίσταση του ανθρώπινου βίου. Εξ ου η δυσερμήνευτη εχθρότητα που ο άνθρωπος τρέφει για τον άλλον άνθρωπο, η δυσεξήγητη δυσανεξία που αισθανόμαστε όταν επικοινωνούμε με κάποιον ή κάποιους, μεγαλύτερη από εκείνη που αισθανόμαστε με άλλους.
Το σύνδρομο του ξένου που δεν θέλουμε, που φοβούμαστε, είναι αρχαίο ελληνικό. Γι’ αυτό οι Έλληνες επινόησαν τον Ξένιο Δία. Για να ξορκίσουν μια τάση τους, την ισχυρή επιφύλαξη που ένιωθαν για τους ξένους, μια τάση που, μόνη της, τους γέμιζε φόβο, οι Έλληνες συνέδεσαν τη φιλοξενία με τη θεότητα. Οι περιποιήσεις που προσέφεραν στον ξένο ήταν κατευθείαν ανάθημα στο θείο. Εξευμένιζαν έτσι τη θεότητα, που αισθάνονταν πως ήξερε την ανάσχεση απέναντι στους ξένους, για την οποία οι ίδιοι οι Έλληνες δεν ένιωθαν καλά.
Όπως κάθε άνθρωπος. Όταν εχθρεύεται τον συνάνθρωπό του, ακόμα και όταν ξέρει ότι έχει λόγους να αισθάνεται έτσι, αισθάνεται ταυτόχρονα αμήχανα, άσχημα, αφού κάθε εχθρότητα μοιάζει με προάγγελο κακών ειδήσεων ή γεγονότων. Κάθε άνθρωπος, όταν δεν διαχειρίζεται με περίσκεψη τα συναισθήματά του, αντιδρά καθ’ υπαγόρευση του ισχυρότερου και πιο δυσάρεστου συναισθήματος, καθώς αυτό έχει το μεγαλύτερο βάρος.
Η πολιτική συγκυρία στην Ελλάδα, και αλλού, είναι πρόσφορη για τη χειραγώγηση πλήθους ανθρώπων οι οποίοι, συγχυσμένοι από την κάκιστη οικονομική κατάσταση, είναι έτοιμοι να ξεσπάσουν πάνω στον εύκολο και πρόσφορο αντίπαλο. Τέτοιοι αντίπαλοι είναι οι μετανάστες. Εξυπηρετούν πλήρως την εξανδραποδισμένη Πολιτεία, η οποία έσπευσε να τους δείξει με προτεταμένο το χέρι και τα δάχτυλα, για να αποσείσει από πάνω της το ασήκωτο βλέμμα του καχύποπτου Έλληνα πολίτη, του οποίου η αγανάκτηση εκδηλώθηκε κραυγαλέα στις Ευρωεκλογές.
Ανακαλύπτουμε, τώρα, ότι «οι ξένοι έφταιξαν» και κανένας δικός μας, φυσικά. Οι δικοί μας θέλουν να μας προστατεύσουν από τους ξένους. Αυτό είναι το μόνο που θέλουν! Να μας απαλλάξουν από ένα πρόβλημα που φορτωθήκαμε άκοντες. Δεν έχουμε άλλα προβλήματα. Οι ξένοι είναι το πρόβλημα. Αισθάνονται όλοι καλύτερα έτσι. Πρωτίστως, φυσικά, εκείνοι που κραυγάζουν για την κατάρα των ξένων.
Έγιναν, άλλωστε, πειστικοί. Ξεχάσαμε την κατάρα που κουβαλούν οι ίδιοι. Βρήκαν μιμητές και θιασώτες. Και οι ήδη εξαθλιωμένοι ξένοι μας, που ζητούν την ανοχή μας τουλάχιστον, ούτε καν ένα κομμάτι ψωμί, έγιναν βορά κάποιων πολιτικών μεγαλοφυών, οι οποίοι πεινασμένοι για εξουσία και επιρροή ξεσκίζουν τις ρημαγμένες σάρκες τους και μας πετάνε τα ματωμένα κομμάτια! Καλή όρεξη! (17-06-2009)
Σιωπή!
Οι σφαίρες, αδιάφορες για το αποτέλεσμα, διαπέρασαν τη σωματική ύλη του εν υπηρεσία δολοφονηθέντος αστυνομικού, πριν λίγες ημέρες. Αδιαφορία! Οι τρομοκράτες, λαλίστατοι, σκοτώνουν σιωπηρά έναν αθώο. Οι πολιτικοί, λαλίστατοι, τον συνοδεύουν στον τάφο. Και μετά σιωπή! Αδιαφορία! Μέχρι το επόμενο σιωπηλό χτύπημα, που θα κάνει θόρυβο…
…Όπως η ανακοίνωση για τη σύλληψη κι άλλων «ευυπόληπτων πολιτών» από τη μέγγενη της αραχνοειδούς δίωξης του ηλεκτρονικού εγκλήματος. Ηλεκτρονικά ίχνη ικανοποίησης παρεκκλινουσών ορέξεων οδήγησαν τους αστυνομικούς του γραφείου σε εκατομμύρια εικόνες βιασμού ανηλίκων, αποθηκευμένες στα νευρωνικά δίκτυα ηλεκτρονικών υπολογιστών και στις μνήμες των θυτών και των θυμάτων τους. Και μετά; Σιωπή! Αδιαφορία!
Έτσι πορευόμαστε. Οι πολίτες των Αθηνών, άκουσα, θα απολαύσουν ένα πλούσιο πολιτιστικό, καλλιτεχνικό πρόγραμμα εντός του θέρους. Εξωτικές μουσικές, συγκροτήματα από άλλες ηπείρους θα διαχύσουν τις λικνιστικές μελωδίες τους στην αττική ατμόσφαιρα. Καινούργιες αίθουσες εγκαινίων επίσης, πέτρινα σπίτια σε ωραία άλση. Η Ελλάδα που αντιστέκεται (;!). Αδιαφορία!
  Στο κύμα που θα επιστρέψει, της τρομοκρατίας ας πούμε, μετά την απόσυρσή του για χάρη της θερινής ραστώνης, της αδιάφορης σιωπής των λουομένων Ελλήνων, ποιος θα αντισταθεί; Ποιος αντιστέκεται συνήθως; Ποιος άλλος; Οι πολιτικές εξελίξεις. Για τη σωτηριολογική διάσταση της πολιτικής δεν έχουμε μιλήσει. Αυτή τη δύναμη των πλασματικών γεγονότων δεν την έχουμε θίξει επαρκώς. Να ασχολείσαι με ψευδογεγονότα, μικροπολιτικού και ποδοσφαιρικού ενδιαφέροντος, είναι ιαματική συνήθεια, μεγάλης θεραπευτικής δυναμικής. Γι’ αυτό η παραίτηση του μεγαλαυχούντος πολιτικού στελέχους προαναγγέλθηκε και δρομολογήθηκε για τον Σεπτέμβριο. Για να έχουμε κάτι να περιμένουμε.        
 Και τι να κάνουμε; Ακούγεται αδυσώπητο το ερώτημα… Είναι! Τι μπορούμε να κάνουμε; Τίποτε! Γι’ αυτό σιωπούμε, όσο μπορούμε! Κάποιοι το μπορούν καλύτερα από άλλους. Αδιαφορούμε επίσης. Πώς αλλιώς θα πορευτούμε; Τι ζωή θα ήταν η ζωή στην Αθήνα, αν σκεφτόμασταν τον αστυνομικό που σκοτώθηκε απρόκλητα προχθές και τους άλλους που θα σκοτωθούν δίπλα μας πριν ή μετά τις διακοπές; Βίος αβίωτος… Καλό καλοκαίρι! (24-06-2009)  

Μυθεύματα
Ο εργαζόμενος που απολύεται, όπως τόσα εκατομμύρια ανά τον κόσμο σήμερα, καταλαβαίνει κάτι καλά: η ζωή είναι μύθος. Όλοι το συνειδητοποιούν αργά ή γρήγορα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Πλήρης μυθευμάτων ο ανθρώπινος βίος, απομυθοποιείται κάθε φορά που κλείνει ένας δρόμος: μια δουλειά, μια σχέση, μια οικογένεια, η υγεία μας.
Το φάσμα της ανεργίας, λένε, είναι τρομερό. Το φάσμα της μοναξιάς επίσης, το φάσμα της αρρώστιας, της εγκατάλειψης... Όταν ξεσκεπάζεται μια μορφή της ζωής μας, τρομάζουμε. Κι όμως. Ήταν πάντα εκεί. Η μια και η άλλη δυστυχία είναι πλευρές της ζωής που επιλέγουμε. Μόνο που όταν κάνουμε την επιλογή, αποφεύγουμε να σκεφτόμαστε τη δυσάρεστη πλευρά.
Είναι στην ανθρώπινη φύση. Για να ζήσουμε παραβλέπουμε τις αντενδείξεις. Υποβαθμίζουμε τις προειδοποιήσεις που ενυπάρχουν στα πράγματα, υποτιμάμε την ικανότητά μας να προοιωνιζόμαστε την αποτυχία, την καταστροφή ενδεχομένως, και προσπαθούμε... Παλεύουμε να κρατήσουμε το νόμισμα στη μια του πλευρά, την καθαρή. Την άλλη, τη διάτρητη και βρώμικη, την αισθανόμαστε στο χέρι μας, την ψαύουμε αλλά...
Αλλά τελικά το νόμισμα γυρίζει, για όλους... Γυρίζει για τον επιχειρηματία που αγόρασε μια εφημερίδα όπως ποντάρει στα χαρτιά, γυρίζει και για τους εργαζομένους, που μένουν χωρίς δουλειά. Ο πρώτος έχασε, υποτίθεται, αρκετά από τα πάρα πολλά του λεφτά. Οι άλλοι έχασαν τα ελάχιστα από τα μηδαμινά τους...
Ποιος υποφέρει περισσότερο; Βραχυπρόθεσμα ο εργαζόμενος. Μακροπρόθεσμα ο επιχειρηματίας. Ο εργαζόμενος αυταπατάται, και το ξέρει, όταν νομίζει ότι μπορεί το όνειρο ενός μισθού ν’ αντέξει. Ξημερώνει γρήγορα στον κόσμο της εργασίας. Ο επιχειρηματίας αυταπατάται, επίσης, αλλά δεν το ξέρει. Τον εμποδίζει η ανάγκη για κέρδος. Αργεί να ξημερώσει στον κόσμο των στοιχημάτων.
Τι είναι προτιμότερο; Να νιώθεις αποτυχημένος εργαζόμενος ή αποτυχημένος επιχειρηματίας; Το πρώτο. Έχεις, τουλάχιστον, κάπου να ξεσπάσεις. Μπορείς να φωνάξεις: ντροπή! Ο άλλος, εξίσου συμπαθής, γιατί προσπάθησε, συνεχίζει να βλέπει στον καθρέφτη την επιτυχία. Ώσπου να σπάσει ο καθρέφτης στο πρόσωπό του, το δικό του ή των δικαιούχων κάποιας επόμενης γενιάς.
Ο καθρέφτης της ζωής μας είναι ραγισμένος από πριν. Ραγίζει με την ένταση που τον κοιτάζει το βλέμμα μας. Σπάει μ’ ένα δυνατό γέλιο ή ένα δυνατό κλάμα. Καλύτερα χωρίς καθρέφτη, λοιπόν. Καλύτερα χωρίς ελπίδα. Καλύτερα το βλέμμα ψηλά... (01-07-2009)

Το Μουσείο
Άλλαξε κάπως το τοπίο με το μουσείο, εκείνο της Ακρόπολης! Τα εκθέματα μας θυμίζουν ότι, ακόμα, μας αρέσει το ωραίο. Συγκινούμαστε, επίσης, από την αντοχή των αγαλμάτων και των άλλων εκθεμάτων στον χρόνο. Πολύ περισσότερο που μας μιλούν για εμάς πριν από εμάς, με κάθε σημασία της έκφρασης.
Έντονος ο συμβολισμός της δημιουργίας και της λειτουργίας του καινούργιου Μουσείου. Πρέπει να το τονίζουμε. Φροντίζουμε, τουλάχιστον, την αρχαία μας εικόνα. Τιμάμε μια εκδοχή μας απείραχτη, ακόμα, και για πάντα, όσο οι ίδιοι την κρατάμε στο απυρόβλητο. Μ’ αυτόν, έστω, τον τρόπο: προστατεύοντας την έτοιμη δημιουργία, διαφυλάσσοντας τη σίγουρη δόξα, θαυμάζοντας το πρότερο κάλλος!
Δεν είναι λίγο, αν το σκεφτείς. Το παρελθόν, όταν είναι ωραίο, μας κάνει και αισθανόμαστε καλά. Όταν πρόκειται για προσωπικές, όμορφες αναμνήσεις, ησυχάζουμε στο παρόν, δικαιώνεται η διαδρομή μας. Το ίδιο, και καλύτερα, όταν οι αναμνήσεις μας είναι συλλογικές και αξιόλογες. Ρίχνουμε, τότε, ρίζες βαθιά, και παίρνουμε δύναμη για το μέλλον. Όπως ακριβώς τα δένδρα. Το ύψος που πάνε μαρτυρεί για το βάθος που ριζώνουν.
Με το βλέμμα σ’ ένα πλήρες παρελθόν, που υπήρξαμε πρωταγωνιστές, πρέπει να προσπαθούμε για το παρόν και για το μέλλον. Ο αγώνας γίνεται ευκολότερος, μάλιστα, όσο καλύτερα αισθανόμαστε για τα πρώτα, τα δυνατά μας χρόνια. Όσο περνά ο καιρός, για άτομα και έθνη και λαούς, βαραίνουν τα γεγονότα του παρόντος στους ώμους μας, εκ των πραγμάτων. Γι’ αυτό πρέπει να έχουμε ζήσει πολύ και καλά και άξια νωρίς.
Το εθνικό μας παρελθόν μας βοηθά. Μας δίνει δωρεάν και απλόχερα λόγους για να αισθανόμαστε δυνατοί σήμερα, τα παιδιά μας αύριο. Αν δεν τα καταφέρνουν οι Έλληνες φταίει η εμμονή με το δικό τους, ατομικό και κοινωνικό, πρόσφατο παρελθόν, το αναιμικό. Όλο γύρω του γυρίζουν, δυο βήματα πιο κάτω, και απελπίζονται.
Πρέπει να κάνουμε διάκριση, να επιλέγουμε, να απορρίπτουμε, ν’ αναζητούμε και να κρατάμε τις ωραίες μόνο στιγμές. Τέτοιες έχει κάθε περίοδος της ζωής μας, ατομικής, συλλογικής και εθνικής. Δεν είναι περιφρόνηση αυτό της ιστορίας (μας). Είναι δικαίωση. Ας σταθούμε μπροστά στα εκθέματα του Μουσείου. Ας πάρουμε από εκείνα το μέτρο των διακρίσεων, το μέτρο του ωραίου, που είναι άξιο να μείνει, να το θυμόμαστε, να μας εμπνέει...(07-07-2009)

Αγγλία
Ήταν μόλις 18 ετών, κραύγαζε ο τεράστιος τίτλος, και οι φωτογραφίες των οκτώ (8!) στρατιωτών (σχεδόν εφήβων) που σκοτώθηκαν στο Αφγανιστάν βοούσαν. Αφημένη σ’ ένα τραπέζι μπροστά μου η εφημερίδα, στο τραίνο από το Λονδίνο για το Norwich, την περασμένη Παρασκευή, προκάλεσε, δυστυχώς, τη φαντασία και τη σκέψη μου εκείνο το ερμαφρόδιτο, όπως όλα στην Αγγλία, πρωινό.
Οι στρατιώτες σκοτώθηκαν σε μια – ακόμα – επιχείρηση εκπολιτισμού του «απολίτιστου» κόσμου, που επιχειρεί η αειθαλής Μεγάλη Κυρία. Δεν γερνάει η Μεγάλη Βρετανία, δεν κουράζεται. Όπως η βασίλισσά της, που κοσμεί τα νομίσματα και τα χαρτονομίσματά της, δεκαετίες τώρα, η ίδια γυναίκα, πεισματικά καθηλωμένη στο θρόνο, τη ζωή και στις συνειδήσεις των Άγγλων και των επισκεπτών στην Αγγλία. Τη βλέπουμε νέα - τη βασίλισσα – σε νομίσματα κυρίως, λιγότερο νέα, ηλικιωμένη στα χαρτονομίσματα, αλλά πάντα εκεί.
Όπως και την Αγγλία μπροστά μας!  Ιμπεριαλιστική, ορμητική, με τη γλώσσα της πρώτα, θεωρεί αυτονόητο, όπως κατέλαβε την Αμερική κάποτε, έτσι να κατέχει, όπως και όσο μπορεί, τις ελάχιστες παρυφές του πλανήτη. Έτσι σκοτώνονται, ακόμα, οι στρατιώτες της, σε πολέμους ξένους! Διερωτάται κανείς: δεν τους αρκεί η πολιτισμική κατοχή του κόσμου, που μιλάει, σκέφτεται και τραγουδάει Αγγλικά κάθε μέρα περισσότερο; Πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκεται σε πόλεμο ή να πασχίζει, ακόμα, να επηρεάσει πολιτικά τις ανθρώπινες ζωές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την πόρτα της, στην Κύπρο ας πούμε;
Για να μην τονίσω την κατοχή των δικών μας μαρμάρων, τα οποία, φυσικά, δεν θα επιστραφούν ποτέ στον τόπο τους! Όταν επισκέπτεσαι το Βρετανικό Μουσείο καταλαβαίνεις γιατί. Εδώ κάνουμε κατοχή εμείς. Και, από μια άποψη, είναι καλύτερα εκεί τα μάρμαρα! Όταν οι Άγγλοι καταλάβουν τι κάνουν, θα μας τα στείλουν πίσω!
Εξηγούμαι. Με τα μάρμαρα του Παρθενώνα στην Αγγλία, παίρνουμε κι εμείς τη μικρή μας – έστω – εκδίκηση: για τον εμφύλιο, για την Κύπρο! Οι επισκέπτες του Μουσείου περιδιαβάζουν αδιάφορα – σαν να μην καταλαβαίνουν γιατί – στις αίθουσες που «φιλοξενούν» άλλες κλοπιμαίες αρχαιότητες – αιγυπτιακές και λοιπές – και σε μια αίθουσα αφοσιώνονται με τις ώρες, στη μοναδική αίθουσα, την αίθουσα των μαρμάρων μας. Να τι σημαίνει να «κατέχεις» την Αγγλία! Το Βρετανικό Μουσείο και το Λονδίνο ως πόλος έλξης εκατομμυρίων επισκεπτών απ’ όλο τον κόσμο χρωστάει μεγάλο μέρος της αίγλης του στην Ελλάδα.
«Κι αν βγουν αλήθεια, όσα νομίζεις παραμύθια», για να θυμηθούμε έναν ωραίο ελληνικό στίχο, και η ελληνική γλώσσα (ξανα)πάρει τη θέση της στο ευρωπαϊκό – τουλάχιστον – στερέωμα, καθώς άρχισαν πάλι, από ξένους φυσικά, οι προσπάθειες, τότε, χωρίς να το καταλάβουμε, η ελληνικότητα θα γίνει, πάλι, συνώνυμη του πολιτισμού. Προς το παρόν, βεβαίως, δορυφορούμε στον αγγλικό ήλιο, που διαχέει, εκτός, μια βικτωριανή λάμψη. Γιατί ο ήλιος μέσα στην Αγγλία δεν λάμπει ποτέ! (16-07-2009)

Ποιο σκάνδαλο;
Η αποφορά του καλοκαιρινού μας σκανδάλου, που απέφερε σωτήριο προπέτασμα καπνού στην κυβέρνηση, ελλείψει άλλων ευτυχώς, φέτος, εστιών καπνών και φωτιάς, μας θυμίζει κάτι πολύ σημαντικό και διδάσκει. Τέτοια μαθήματα μόνο από τη ζωή τα παίρνεις και, εύχεσαι, να τα παρακολουθείς από μακριά, όσο και αν σε εξευτελίζουν ως πολίτη, και – εύχεσαι - να μη σε αφορούν – περισσότερο – άμεσα, επειδή εσύ, προσωπικά, εξαπατήθηκες, σε κατέκλεψαν και σε διέσυραν.
Μιλώ για το μέγα μυστικό των απατεώνων: το όφελος από την απάτη είναι σίγουρο, η τιμωρία αβέβαιη, η οποία, αν έλθει τελικά, θα είναι δυσανάλογα μικρή σε σύγκριση με τα κέρδη από τις «δουλειές». Το ξέρουν όλοι οι μικροί και μεγάλοι απατεώνες αυτό, από αιώνων, και το τηρούν ευλαβικά, σαν ευαγγελική ρήση. Όσοι αθώοι δεν έχουν μάθει να ζουν με αυτό, αργά ή γρήγορα καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν. Τόσο μάλιστα κατακλύζει τα ήθη της κοινωνικής ζωής, που ο κόσμος θα φαινόταν αφύσικος αν άλλαζε, ανατριχιαστικά αγαθός και ήρεμος.
Χαρακτηριστικές του είδους που περιγράφουμε, είναι οι απάτες που έστηνε ο – κατά την προσφιλή των δημοσιογράφων έκφραση – «πρώην ισχυρός άνδρας». Αυτός, εννοείται, και οι συν αυτώ ή οι περί αυτόν: πολιτικοί, πολιτικοδίαιτοι και πολιτευτές. Γιατί, όμως, «πρώην ισχυρός»; Τον είδα, ξυρισμένο, να γελάει μ’ ένα πλατύ γέλιο, από το ανοιχτό παράθυρο του γερμανικού παραδείσου που τον φιλοξενεί, και μειδίασα πικρά. Πρώην και νυν ισχυρός: ας μην αυταπατώμαστε. Καλύτερα: πρώην ισχυρός και νυν πανίσχυρος. Επιτυχημένος, εν ολίγοις, άνθρωπος. Από εκείνους που τους καμαρώνεις και λες: «μπράβο, καλά τα κατάφερε.»
Είχε, βέβαια - στοιχείο σημαντικό για όσους ζηλωτές του βίου και της πολιτείας του - καλούς φίλους και συνεργούς. Τους ανέφερα πιο πάνω. Να μην τους επαναλάβω και πάρουν αξία. Ο πανίσχυρος λοιπόν εκείνος άνδρας, τότε και τώρα, ήξερε από ποιους έπαιρνε και σε ποιους έδινε. Έπαιρνε από εκείνους που τα πήραν – επειδή τους τα έδωσε - για να τα δώσουν, πολλαπλάσια, σ’ εκείνους που τα έδωσαν στην αρχή σ’ εκείνον για να τα δώσει. Άλλο μεγάλο μυστικό: να παίρνουν όλοι που συμμετέχουν στην απάτη.
Εκείνος τα κατάφερε. Εμείς; Εμείς παρακολουθούμε αποσβολωμένοι τους υπομειδιώντες εκπροσώπους των κομμάτων να παρακολουθούν βαριεστημένοι τη φυσική – για εκείνους – εξέλιξη μιας υπόθεσης, ο θόρυβος για την οποία τους είναι, προφανώς, ακατανόητος! (19-08-2009)

 Αισθήματα
Για πολλοστή φορά, κατόπιν εορτής (πυρκαγιάς), οι ιθύνοντες εξηγούν: «όλα έγιναν όπως έπρεπε». Απαντούν στις αιτιάσεις, έτσι, και ησυχάζουν. Κανείς δεν βρήκε το θάρρος να πει: «δεν το έκανα εγώ, δεν έβαλα εγώ τη φωτιά». Γιατί άραγε; Μονολογούν: «ο μηχανισμός λειτούργησε σωστά». Πράγματι, τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν λειψές ανθρώπινες – και μηχανικές – δυνάμεις μπροστά στην τυφλή δύναμη της φύσης; Τίποτε καλύτερο, τίποτα περισσότερο.
Γιατί όμως, επαναλαμβάνομαι, επιλέγουν να μιλήσουν έτσι; Γιατί λένε ότι «το δάσος θα ξαναγίνει δάσος»; Ζήλεψαν τη δόξα του δημιουργού; Τα δάση γίνονται όταν αυτό μπορεί να γίνει, επειδή έτσι θέλει η φύση, και οι άνθρωποι κάνουν αυτό που μπορούν εύκολα και γρήγορα να κάνουν: «καταστρέφουν». Θα αρκούσε, επομένως, η εξής ομολογία: «τα δάση μας κάηκαν γιατί κάποιοι θέλησαν να τα καταστρέψουν. Το σκέφτομαι και ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος. Θλίβομαι.»
Αυτό, ωστόσο, το τολμούν άνθρωποι που έχουν συναισθήματα, που «τσαλακώνονται» από την καταστροφή που βλέπουν γύρω τους, που πληγώνονται από αιτιάσεις που τους θίγουν. Έτσι αντιδρούν ελεύθεροι άνθρωποι. Άνθρωποι, δηλαδή, που δεν φοβούνται. Οι ιθύνοντες που γελοιοποιούνται, κάθε φορά, όταν, μετά την καταστροφή, εμφανίζονται με πρόδηλη, τη μόνη τους, έγνοια να μην παραβλαφθεί η εικόνα τους, μαρτυρούν, με τον τρόπο αυτό, αδιάψευστα την περιδεή τους φύση. 
Διερωτώμαι λοιπόν. Είναι φρόνημα ηγετών αυτό; Είναι φρόνημα ανθρώπων υπεύθυνων, που εντέλλονται να πάρουν αποφάσεις δύσκολες και κρίσιμες, να δρομολογήσουν μια πολιτική μακρόπνοη, τείχος απέναντι σε κακόβουλους κάθε είδους, που χαίρονται να καταστρέφουν δάση και ανθρώπινες ζωές; Δεν υπονοώ ότι χρειαζόμαστε ηγέτες παράτολμους. Κάθε άλλο. Συνετοί πρέπει να είναι οι επικεφαλής. Ικανοί, όμως, να αγανακτήσουν. Τόσο όσο πρέπει. Ο φόβος είναι κακός σύμβουλος, και μάλιστα για τον νομοθέτη. Στομώνει την πένα του. Θολώνει τη σκέψη του. Διαβρώνει την κρίση του.
Το θάρρος είναι πολιτική αρετή. Δοκιμάζεται στην πράξη, όταν προκαλείσαι να μαρτυρήσεις γι’ αυτό που είσαι, γι’ αυτό που αισθάνεσαι. Δεν είναι δύσκολο, επομένως, να δείξεις θάρρος. Αρκεί να αισθάνεσαι, να ζεις! Το ερώτημα, τελευταίο αυτό, είναι: πώς ζουν οι πολιτικοί; Τι βίο διάγουν; Γιατί αισθάνονται, προφανώς, ό,τι ζουν…(26-08-2009)

Εκλογές
Το σύνθημα δόθηκε... Εκλογές! Τις επιβάλλει, δήθεν, η οικονομική συγκυρία. Δεν πρόκειται για συγκυρία. Η κρίση, έχω ξαναπεί, ήλθε για να μείνει. Με μικρές διαφοροποιήσεις, εκτινάξεις εννοώ, όπως στο Χρηματιστήριο, τους τελευταίους εννέα μήνες, η οικονομία θα βελτιώνεται ελαφρώς, στα πλασματικά της μεγέθη, και, κατά τα άλλα, τα αδιέξοδα θα πολλαπλασιάζονται, και η γωνία της κατωφέρειας θα μεγαλώνει. Ώσπου, κάποια στιγμή, να γείρει η πλάστιγγα ανάποδα, και όσοι ισορροπούσαν μέχρι τώρα να πέφτουν με το κεφάλι.
Θα συνεχίσουν να επιβιώνουν όσοι, νωρίς, σκέφτηκαν ότι διά της ευθείας οδού μόνο προς τα κάτω πάει κανείς, και έφεραν, όπως είπε ο Πρωθυπουργός, την Ελλάδα στο χείλος, και πιο πέρα, του γκρεμού. Όλοι, εννοούσε, που δεν αισθάνονται την υποχρέωση να αποδίδουν στο κράτος που τους φιλοξενεί μέρος από τα κέρδη τους. Έχει δίκαιο. Της συνείδησης του πολίτη, όμως, προηγείται το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, έστω και αν αυτή σημαίνει την πολυτελή διαβίωση με πολύ περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται κανείς για να ζήσει. Αυτό καθένας το αισθάνεται, δεν το σκέφτεται! 
Το ζήτημα, από την άποψη αυτή, είναι το εξής. Τι θα αλλάξει με τις εκλογές; Απολύτως τίποτα. Δεν είναι καταστάσεις που αλλάζουν με τις εκλογές αυτές. Με τις εκλογές αλλάζουν κυβερνήσεις ενδεχομένως, χέρια η εξουσία δηλαδή, και η διάθεση εκείνων που τις χάνουν ή τις κερδίζουν. Μέχρι εκεί.
Εκλογές λοιπόν. Μια περίοδος αναμονής πάλι, μικρή ευτυχώς, μέχρι να γίνουν, και μετά μια μεγαλύτερη περίοδος προσμονής. Είναι ωραία διαδικασία. Μας πάει πιο κάτω, και την Ελλάδα πιο μπροστά. Αυτό που δεν ξέρω, είναι τι βρίσκεται μπροστά. Κανείς δεν το ξέρει, φυσικά. Ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους ούτε, πολύ περισσότερο, για την πατρίδα του. Κι όμως. Τα συνθήματα που άρχισαν κιόλας, ήδη από το διάγγελμα, να ακούγονται, μιλούν για σίγουρο δρόμο.
Ισχυρές οι πολιτικές διόπτρες! Ικανές να διεισδύσουν στο μέλλον, το ανύπαρκτο ακόμα, και να δουν τα αόρατα. Ώρα ευθύνης (και) για τους πολίτες. Στα τυφλά, εκείνοι, θα προσποιηθούν ότι κάτι είδαν και θα ψηφίσουν. Θα γίνουν άραγε, πάλι, όλα μ’ εκείνους στην αρχή, χωρίς εκείνους στη συνέχεια, εναντίον τους στο τέλος; Εγώ δεν βλέπω καθαρά στο μέλλον, φιλόσοφος ων! (02-09-2009)

Συνθήματα
Οι χρονο-μετρημένοι πολιτικοί λόγοι, που ακούστηκαν τις δυο φθινοπωρινές τούτες νύχτες, δεν διέφεραν από τους συνήθεις. Έτσι είναι τα συνθήματα: σύντομα, ζυγισμένα, δουλεμένα στη λεπτομέρεια. Με στόμφο διατυπωμένες οι θέσεις των αρχηγών, με συγκίνηση κάποτε ειπωμένες, μου θύμισαν μονολόγους ασκούμενων ηθοποιών, μπροστά στον καθρέφτη. Μπροστά στην κάμερα συνθηματολογούσαν, το ίδιο είναι!
Μονόλογοι μοναχικών συνθηματολόγων, θα μπορούσαν να τιτλοφορηθούν οι πολιτικές αψιμαχίες που έφεραν τους πολιτικούς αντιμέτωπους με τα ίδια τους τα συνθήματα. Γιατί φαινόταν. Καθένας, αφοσιωμένος στις σημειώσεις του ή στις αναμνήσεις από τη μελέτη που έκανε των θεμάτων ή από τα φροντιστήρια που άκουσε για τα ζητήματα, προσπαθούσε να καταλάβει που ταίριαζε τι από τα έτοιμα... 
Έκαναν, νομίζω, την κατάσταση πιο θλιβερή. Η συνθηματολογία μοιάζει, ώρες σαν κι αυτές, μιας ακραίας αποχαύνωσης και στομώματος των συνειδήσεων, ενοχλητικός, κούφιος θόρυβος που κάνει το άδειο μας πολιτικό βαρέλι, που το χτυπούν από μέσα. Οι υπόλοιποι, απέξω, διαπιστώνουν: κενό μέχρι τον πάτο. Αναποδογύρισε κιόλας και κυλάει. Εδώ ν’ ακούσεις θόρυβο!
Σε δέκα περίπου χρόνια, όχι περισσότερο, το βαρέλι της Ελληνικής πολιτείας θα φθάσει στο τέρμα της κατωφέρειας που πήρε, και θα σπάσει. Ευτυχώς, ακόμα, υπάρχουν οι πολιτικοί αρχηγοί των δύο μεγάλων κομμάτων και διεκδικούν την εξουσία. Μ’ όλες τους τις αδυναμίες, που διογκώνονται και τις βλέπουμε στην τηλεόραση, είναι τουλάχιστον δυο πολιτικοί έτοιμοι να αναλάβουν την εξουσία. Και λόγω του βάρους των ονομάτων που φέρουν, διατηρούν το προβάδισμα στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων.
Εγώ δεν στηλιτεύω την πολιτική οικογενειοκρατία. Την προτιμώ, σκεπτόμενος τις εναλλακτικές προτάσεις. Δεν υπάρχουν! Αντί να οικτίρουμε τον πολιτικό μας πολιτισμό, που αναδεικνύει τους συγκεκριμένους αρχηγούς, καιρός είναι να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε, εν είδει υποθέσεων εργασίας, τι υπάρχει μετά από αυτούς. Θα τρομάξουμε! Μετά τα δέκα χρόνια, που θα περάσουμε μαζί τους, τι περιμένει την Ελλάδα;
Δέκα χρόνια δεν είναι πολλά! Περνούν γρήγορα. Με τα συνθήματα, μάλιστα, ακόμα πιο γρήγορα. Να γινόταν, μόνο, να δούμε στο μέλλον... (22-09-2009)

Οι ψευδεπίγραφοι
Τα γεγονότα της τρέχουσας εσωτερικής πολιτικής πραγματικότητας είναι εν πολλοίς παραπλανητικά, ψευδεπίγραφα, πράξεις ψευδεπίγραφων πολιτικών και άλλων. Ηχηρά καθώς εκρήγνυνται στο ναρκοπέδιο της κοινωνικής διαπλοκής, δίνουν την εντύπωση ότι σημαίνουν, κιόλας, οτιδήποτε. Ο πολιτικός ορυμαγδός παίρνει τη μορφή στρατιωτικής παρέλασης, στην οποία αγήματα και οχήματα εναλλάσσονται με τον άτεγκτο ρυθμό των εμβατηρίων.
Οι παρελάσεις, όμως, σύντομα τελειώνουν, οι θεατές φεύγουν και ο δρόμος, που όργωσαν τα οχήματα της παρέλασης, επανέρχεται στη συνήθη του χρήση. Η εντύπωση της συνήθειας εγκυμονείται από την αντίληψη του φαινομενικά ίδιου που, ωστόσο, αλλάζει. Όμως, η κατά τα άλλα αδιάφορη εναλλαγή της καθημερινότητας ενέχει τα όντως πολιτικά και ιστορικά διακυβεύματα. Αυτό είναι διαπίστωση μιας ιστοριογνωστικής αντίληψης για την κοινωνική πραγματικότητα και εξέλιξη. Σε μια τέτοια καταγραφή κανένα εφήμερο πολιτικό γεγονός δεν διασώζεται, κανένας πολιτικός δεν αναφέρεται επειδή προκάλεσε την κοινωνική χλεύη και αγανάκτηση ή, ενδεχομένως και σπάνια, τον ειλικρινή θαυμασμό και σεβασμό του κοινωνικού σώματος.
Το κοινωνικό σώμα μεγαλώνει και γερνάει όπως το φυσικό μας σώμα. Στο τελευταίο μένουν, με το πέρασμα του χρόνου, σημάδια που άφησαν γεγονότα και περιστάσεις του βίου που ξεχνιούνται γρήγορα. Το σώμα, όμως, και εξαιτίας τους, αλλάζει. Αυτό έχει σημασία. Αυτό οφείλουμε να θεωρούμε σημαντικό και στην κοινωνική, πολιτική και πολιτειακή μας ιστορία: την αλλαγή που συντελείται στη διάρκεια του οργανικού βίου μιας κοινωνικής ομάδας, ενός πολιτειακού σώματος, ενός έθνους.
Οι δείκτες της κοινωνικής αλλαγής είναι δύο, διαφορετικοί αλλά όχι άσχετοι: οικονομικοί και φυσιολογικοί. Οι κοινωνικές ομάδες κατηγοριοποιούνται σε σχέση και ανάλογα με την οικονομική τους ευρωστία ή ασθένεια, και οι συμμετέχοντες στις ομάδες αυτές προσδιορίζονται από τη δύναμη ή την αδυναμία της ομάδας να επιπλεύσει στον ανήσυχο ρου του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η άλλη παράμετρος αφορά στη φυσική αντοχή των ανθρώπων που διάγουν και διανύουν τη μια ή την άλλη περίοδο της κοινωνικο - ιστορικής εξέλιξης. Αυτή η αντοχή απηχεί και την ηθική διάπλαση του κοινωνικο-πολιτικού μορφώματος στην εκάστοτε ιστορική συγκυρία, αυτό που συνήθως αναφέρεται ως αξιακή διάσταση στην περιγραφή μιας κοινωνικής κατάστασης.
Οι αξίες για το φυσικό σώμα είναι ό,τι και οι μυς. Οι μυς αναπτύσσονται ένδοθεν, με την άσκηση και την επιλεκτική διατροφή και η ευρωστία τους συμβάλλει στη μακροζωία και την ευζωία. Την ίδια ακριβώς, ευεργετική δράση για το σώμα, το φυσικό του καθενός σώμα, έχουν οι ηθικές αξίες. Έτσι, η ηθική απαξία της συμπεριφοράς προβεβλημένων του κοινωνικού σώματος μελών μαρτυρεί για την ασθένεια του φυσικού τους σώματος, τουλάχιστον. Ιστορικά ασήμαντο στοιχείο, φυσικά, εκτός κι αν είναι δείκτης και σύμπτωμα καθολικότερης παρακμής, η θέα της οποίας, όμως, χάνεται, όταν εστιάζουμε την προσοχή μας στα ψευδεπίγραφα γεγονότα, που προκαλούν ψευδεπίγραφοι άνθρωποι... (24-09-2009)

Το σύνθημα
Ηχεί ακόμα το σύνθημα: «αλλαγή». Μου θυμίζουν πολύ οι μεθαυριανές εκλογές το ’81. Πέρασαν, κιόλας, 28 χρόνια! Η ίδια ανάγκη, η ίδια διακύβευση! Ο Γιώργος Παπανδρέου εκφράζει τώρα ό,τι, ακριβώς, εξέφρασε ο πατέρας του, ο Ανδρέας του λαού, τόσον καιρό πριν. Η ιστορία κάνει κύκλους!            
 Οι συνθήκες φυσικά, σήμερα, είναι κατεπείγουσες. Η ίδια η δημοκρατία δεν αντέχει. Φάνηκε από τον τρόπο που προκηρύχθηκαν οι εκλογές... Και το ’81, συσσωρευμένη από δεκαετίες κούραση ξέσπασε. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκτονώνει την ένταση και το άγχος που δημιουργεί η επαλήθευση της φιλελεύθερης φενάκης. Γιατί σαν φενάκη βιώνουν οι πολίτες την αβελτηρία της δεξιάς, που ενδύεται το μανδύα της ήρεμης δύναμης και γλυκά προσελκύει τις ψήφους ακόμα και αδιάφορων – κατά τα άλλα – ανθρώπων.            
Με το ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν είναι  έτσι. Σου προκαλεί άγχος προεκλογικά, μια ανησυχία δυσερμήνευτη, αλλά ξέρεις ότι είναι το αντίπαλο δέος, που συγκρατεί τον πολιτικό οδοστρωτήρα της φιλελεύθερης αποχαλίνωσης. Μετεκλογικά, όταν το ΠΑ.ΣΟ.Κ κερδίζει, το άγχος περιορίζεται. Η ζωή κυλάει πιο γλυκά! Σε κουράζει η επανάπαυση περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και ο ορισμός του σκανδάλου αλλάζει στις διακυβερνήσεις ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τα σκάνδαλα στις εποχές του έχουν φινέτσα! Ξεχωρίζουν για τη διοργάνωση και την ηπιότητά τους. Είναι σχεδόν ρομαντικά!            
Οι φιλελεύθεροι απέδειξαν δυστυχώς, ακόμα μια φορά, ότι διεκδικούν το δικαίωμα – κληρονομικό άραγε; - να διακυβερνούν αλαζονικά. Δεν παραδέχονται ειλικρινά ούτε τις χειρότερες στιγμές τους. «Αλλαγή» επομένως! Μόνο που, τώρα πια, οι μάσκες θα πέσουν για όλους. Είναι η τελευταία ευκαιρία των Παπανδρέου. Είναι, μάλλον, η τελευταία ευκαιρία για την Ελλάδα!
Ο αυριανός ηγέτης κατάλαβε ότι εντέλλεται να εμφυσήσει στους Έλληνες όραμα; Κατάλαβε ότι αναμένεται να διακυβερνήσει κουρασμένους πολίτες, έτοιμους να απαξιώσουν γρήγορα οποιονδήποτε επιτείνει τη συσσωρευμένη τους απογοήτευση; Κατάλαβε ότι την αισιοδοξία οι πολίτες τη νιώθουν όταν βλέπουν τον ηγέτη τους να βαδίζει πρώτος στο δρόμο, τηρώντας πιστά τις αρχές που ευαγγελίζεται; Κατάλαβε ότι το «μαζί» σημαίνει θυσία; Οι καιροί δεν περιμένουν! Ο επόμενος που θα κυβερνήσει θα αποθεωθεί ή θα καταποντιστεί! Ίδωμεν... (01-10-2009)

Μετεκλογικά
Στο αποτέλεσμα των εκλογών φάνηκαν τα ανακλαστικά του πολιτεύματος. Ευτυχώς υπάρχουν! Ίδια εποχή, το 2007, σ’ εκείνες τις εκλογές, πάνω στις στάχτες από τις πυρκαγιές της Πελοποννήσου, κάηκε, νόμισα, η ίδια η Δημοκρατία. Το τότε αποτέλεσμα, αποδείχθηκε, ήταν πλήγμα για την ελληνική Πολιτεία και, όπως αποδεικνύεται, ολέθριο για τη Νέα Δημοκρατία και τον Κώστα Καραμανλή προσωπικά. Θα ήταν προτιμότερο να χάσει τότε. Η διαφορά θα ήταν μικρή. Ο Καραμανλής θα παρέμενε αξιοπρεπής αρχηγός ενός πληγωμένου κόμματος που χρειαζόταν επειγόντως επέμβαση και η κακοφορμισμένη του πληγή καθάρισμα.
Δυστυχώς! Η νίκη της Νέας Δημοκρατίας σ’ εκείνες τις εκλογές σήμανε την προχθεσινή της οδυνηρή ήττα, τον ουσιαστικό ακρωτηριασμό της. Στη θέση του ακρωτηριασμένου μέλους μια τερατογένεση, και η σήψη, φυσικά, προχωρεί στο υπόλοιπο σώμα της. Δεν ξέρω που θα σταματήσει...
Χάθηκε όμως, όπως είπα, χρόνος για την Ελλάδα. Αν ο Γιώργος Παπανδρέου είχε αναλάβει τότε, τώρα θα βλέπαμε τα αποτελέσματα μιας άλλης πολιτικής ή, πιο σωστά, μιας πολιτικής στη θέση εκείνης της ανύπαρκτης, μιας κυβέρνησης που φυλορροούσε και μιας παράταξης που αιμορραγούσε. Ξυπνήσαμε θαρρείς από εφιάλτη, και ξέρουμε πως η νύχτα δεν γυρίζει πίσω... ευτυχώς!
Ο ήλιος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ανέτειλε πάλι. Ο ίδιος ήλιος ενός καινούργιου, θέλω να πιστεύω, ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τα κατάφερε ο Παπανδρέου. Ήταν, άλλωστε, ο στόχος του: η ανανέωση. Εργάστηκε γι’ αυτήν επίμονα, σκληρά, με συνέπεια και θάρρος, χωρίς θόρυβο μάλιστα, αν εξαιρέσεις τις πρώτες διαγραφές... Ένας αρχηγός που τόλμησε να είναι αρχηγός. Γιατί δεν αρκεί να είσαι. Πρέπει να είσαι σίγουρος ότι αυτό θέλεις, και, επίσης, να ξέρεις γιατί. Έτσι, μόνο, κόβεις τις γέφυρες μ’ ένα εξαντλημένο – και εξαντλητικό – παρελθόν, και ρίχνεις θεμέλια για το μέλλον.
Ο Καραμανλής δεν πρόλαβε. Το κύμα του ξοφλημένου παρελθόντος της Νέας Δημοκρατίας έπεσε με δύναμη πάνω του και τον σκέπασε. Το μέλλον του, ενός ανθρώπου που προσπάθησε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, γιατί δεν έκανε όσα έπρεπε, δεν θα ταυτιστεί, είμαι σίγουρος, με το μέλλον της Νέας Δημοκρατίας. Θα είναι καλύτερο! Έφερε τη Νέα Δημοκρατία από το παρελθόν στο μέλλον, εκεί που, όπως ήταν, δεν μπορούσε με άλλον να πάει. Είμαι σίγουρος ότι ο Κ. Καραμανλής θα προτιμούσε να μεγαλώσει διαφορετικά! Τώρα θα έχει την ευκαιρία...
Αυτό που τώρα έχει σημασία, είναι η ευκαιρία για την Ελλάδα, έστω με καθυστέρηση δύο χρόνων! (08-10-2009)

Ίδε ο άνθρωπος
Δείγματα γραφής από την αρχή. Ό, τι ακριβώς περίμενα από την καινούργια διακυβέρνηση. Τίποτα δεν θυμίζει ούτε το παλαιό ΠΑ.ΣΟ.Κ. ούτε το προηγούμενο ελληνικό κράτος. Στην ιστορία οι προσωπικότητες δίνουν μορφή, η προσωπικότητα του Γ. Παπανδρέου εν προκειμένω.
Δύσκολα καταλαβαίνεις τον άνθρωπο, τον καινούργιο Πρωθυπουργό. Ένα είναι σίγουρο: έχει υπομονή. Τι την τροφοδοτεί; Στην περίπτωσή του, θεωρώ, συσσωρευμένη ανάσχεση. Για χρόνια, για δεκαετίες ανεχόταν ό,τι ανεχόταν, μάλλον από μικρός. Δεν αποκαρδιώθηκε, πείσμωσε. Αποτελέσματα σαν κι αυτό που πέτυχε, το έμμονο πείσμα τα προκαλεί.
Το νεανικό, σχεδόν παιδικό πρόσωπό του, παρόλο που το λευκό κυριάρχησε πια, και η μειλίχια συμπεριφορά του, η συστολή πίσω από το πλατύ χαμόγελο, που του στοίχισαν το γνωστό «-άκης», είναι παρελκυστικά. Μπορεί τα χαρακτηριστικά αυτά να θυμίζουν άνθρωπο «σταματημένο» σε προγενέστερο στάδιο ανάπτυξης, αλλά δεν είναι έτσι. Τα χαρακτηριστικά παγώνουν όταν η ψυχή παγώσει νωρίς από ανασχέσεις, φόβο και διάψευση. Και περιμένουν. Περιμένουν την αλλαγή από μέσα, για να πάρουν κι εκείνα την όψη που ταιριάζει στο χρόνο που έζησε, ήδη, το σώμα.
Είναι και τακτική, αποδείχθηκε, της ανθρώπινης φύσης. Τη νίκη, σε όλα τα μέτωπα, του τη χάρισε εν πολλοίς η άνεση που είχε, την ώρα που οι αντίπαλοι απεργάζονταν, επαναπαυμένοι από την εικόνα που εξέπεμπε, την επίθεση εναντίον του, εκείνος με ένταση να προετοιμάζει την αντεπίθεση. Δεν περισπάστηκε, ούτε στιγμή, από ανασφάλεια για το προφίλ του. Δεν υπολόγιζε σε αυτό, ευτυχώς. Για την ακρίβεια, προτιμούσε να μην το σκέφτεται. Κοιτούσε στο μέλλον, όχι στον καθρέφτη. 
Και το μέλλον τον δικαίωσε. Πήρε αυτό που ήθελε από το μέλλον που, χάρη στην υπομονή του, ήλθε πιο γρήγορα απ’ ό,τι και ο ίδιος ενδεχομένως υπολόγιζε. Του το χάρισε, αναπάντεχα νωρίτερα, ο προηγούμενος Πρωθυπουργός, που έβλεπε όχι στο αύριο αλλά στον καθρέφτη που κάποιοι επιτήδειοι κρατούσαν συνέχεια μπροστά στα μάτια του, για να μη βλέπει τι έκαναν εκείνοι από πίσω. 
Είναι ευτυχισμένος ο Γ. Παπανδρέου, άραγε; Δεν νομίζω. Οι άνθρωποι που βίαια στερήθηκαν το δικαίωμα να χαίρονται με τον εαυτό τους, δεν αισθάνονται εύκολα ευτυχισμένοι, ούτε με τέτοια εξουσία ανά χείρας. Αυτό τον κάνει ακόμα πιο ελκυστικό, τώρα που κέρδισε. Και του χαρίζει μια δημοτικότητα που θα διαρκέσει. Ούτε αυτό τον ενδιαφέρει όμως. Αυτό που ικανοποιεί τους ανθρώπους που έτσι ωρίμασαν, είναι η επιτυχία. Ν’ αποδεικνύουν στον εαυτό τους, περισσότερο, ότι μπορούν να τα καταφέρουν. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, νομίζω η Ελλάδα θα ωφεληθεί τα μέγιστα.
Θα γίνει, ελπίζω, το πεδίο που ο Γ. Παπανδρέου θα δοκιμάζει καθημερινά τις δυνάμεις του με στόχο, έναν, την επιτυχία. Άλλωστε, νομίζω, αυτό που προετοίμαζε όταν δεν είχε την εξουσία, λειτουργεί από την πρώτη μέρα που ανέλαβε καθήκοντα! (14-10-2009)

Ο γυμνός βασιλιάς
Το παραμύθι με τον εύπιστο βασιλιά, που βγήκε στο δρόμο γυμνός, αφού τον έπεισαν ότι φοράει μια πανέμορφη φορεσιά, είναι γνωστό. Έτσι μοιάζει ο απελθών Πρόεδρος και οι υποψήφιοι επίσης Πρόεδροι της Ν.Δ., για διαφορετικούς ο καθένας λόγους. Ο πρώην, πρώτα, πείστηκε έντεχνα από εκείνους που τον χρησιμοποίησαν ότι η επικοινωνιακή του δύναμη ήταν ανεξάντλητη. Έκανε, έτσι, το λάθος που έκανε ο υπερφίαλος – και όντως γρήγορος – λαγός, με την ταπεινή χελώνα. Επαναπαύθηκε και έχασε. Όταν ο βασιλιάς κατάλαβε τη γύμνια του έγινε λαγός. Μόνο που έτρεξε στην αντίθετη κατεύθυνση από τη χελώνα, που σιγά – σιγά, αθόρυβα, έφθανε στο τέρμα. Πολύ περισσότερο που η χελώνα αποδείχθηκε αετός!
Δυστυχώς, όμως, το παραμύθι για τη Ν.Δ. δεν γνωρίζει τέλος. Ο ένας μετά τον άλλο, οι γυμνοί πρίγκηπες, βγαίνουν στους δρόμους και καμαρώνουν για τις στολές τους. Αν και θεόγυμνοι, προσπαθούν να προσελκύσουν τα βλέμματα πάνω τους. Τα κατάφεραν. Δεν θυμάμαι όμως, άλλη φορά, τόσο αντιδημοφιλείς πρίγκηπες, υποψηφίους διαδόχους στο θώκο ενός πρώην κόμματος εξουσίας. Κανένας ενθουσιασμός για κανέναν, καμία εμπιστοσύνη σε κανέναν τους. Δεν διδάχθηκαν τίποτε από την ήττα τους; Δεν κατάλαβαν ότι οι ψηφοφόροι δεν αποδοκίμασαν μόνο τον απελθόντα; Δεν καταλαβαίνουν ότι εκείνος έγινε πιο συμπαθής όταν φάνηκε ποιοι τον έστειλαν στο σπίτι του; Η τελευταία συγκέντρωση της κοινοβουλευτικής ομάδας υπό την προεδρία του και το βλέμμα περιφρόνησης και οίκτου της νυν υποψηφίας, ήταν αρκετά...
Το ανησυχητικό για τη Ν.Δ. είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι που υπονόμευσαν το ίδιο το κόμμα και την κυβέρνησή τους, θέλουν να ηγηθούν της παράταξης. Είναι σαν να θέλουν να αποτελειώσουν το έργο που άρχισαν καθένας με τον τρόπο του. Θα αρχίσω με τα εύκολα και τους εύκολους. Τυφλά φιλόδοξοι οι δύο πρώην αυτομολήσαντες, δεν ήθελαν να χάσουν την ευκαιρία να προωθηθούν στη συνείδηση των οπαδών του κόμματος ως μηδέποτε προδώσαντες. Το κάνουν με τον πιο ηχηρό τρόπο, ο οποίος, μάλλον, στους απογοητευμένους ψηφοφόρους και τους πρώην συνοδοιπόρους τους στα απονενοημένα τους διαβήματα, προκαλεί ναυτία. 
Ο εκ Βορρά ορμώμενος υποψήφιος, από την άλλη, θα πάρει το ποσοστό εκείνων που προτιμούν την αστειότητα από τη σοβαροφάνεια. Το ποσοστό αυτό, φυσικά, θα ήταν αρκετό, προστιθέμενο σε κάποιον από τους δύο πρώτους, να του εξασφαλίσει την αρχηγία. Όμως, τίποτα δεν είναι τυχαίο. Προβάλλεται, διά χαρισματικού εκπροσώπου, το κυριαρχικό πνεύμα στο κόμμα.
Άφησα τελευταία την υποψηφία. Δεν έμαθε, φαίνεται, ότι πέρασε η μόδα των γυναικών στην εξουσία. Κράτησε, πρέπει να πω, πολύ λίγο. Αλλά αυτό δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο για τη Ν.Δ. είναι ότι θα επαληθευθεί, στο πρόσωπο της υποψηφίας, ο μύθος του γυμνού βασιλιά, ο οποίος πρωταγωνίστησε ήδη μια φορά στην ιστορία του κόμματος: βασιλιάς χωρίς ρούχα, αρχηγός χωρίς κόμμα! (22-10-2009)

Σκέψεις για το ’40
Μεταφερόμαστε κάθε χρόνο, άλλοι νοερά, άλλοι με τη βοήθεια της μνήμης, σε μια εποχή αγωνίας, πόνου αλλά και συγκλονιστικών συγκινήσεων, εποχή εθνικού πάθους αλλά και εθνικής υπερηφάνειας, την εποχή του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. 28 Οκτωβρίου, πριν 71 χρόνια, η ιστορία είχε αποφασίσει. Ακόμα μια φορά, η Ελλάδα είχε προκριθεί,  είχε επιλεγεί, για να δώσει το παράδειγμα της δύναμης που μπορεί να αντλήσει ο άνθρωπος από το ψυχικό απόθεμα της αγάπης για την πατρίδα του, της ανάγκης να παραμένει η πατρίδα του αλώβητη, για να τη χαίρονται και να ζουν με αξιοπρέπεια ο ίδιος και τα παιδιά του και τα παιδιά των παιδιών του.
Γιατί η τύχη των εθνών και των πατρίδων και των λαών που τις κατοικούν, αποδεικνύει η ανθρώπινη ιστορία μέχρι στιγμής, δεν κρίνεται από τους όρους και το μέγεθος της οικονομικής ανάπτυξης, ούτε από την ευμάρεια και τα έργα της ειρήνης. Κρίνεται, δυστυχώς, απ’ της ψυχής το ξάφνιασμα μπροστά στην απειλή που, σαν παγωμένος άνεμος, εκτοξεύεται στη ζεστή μας καρδιά, όταν το μόνο που λαχταράμε, άνθρωποι εμείς φιλήσυχοι και φιλειρηνικοί, είναι ο αγώνας για την ατομική προκοπή, την κοινωνική ελευθερία και την οικογενειακή ευτυχία. Έτσι ενέσκηψε στους Έλληνες, για πολλοστή φορά, η πικρή ανάγκη να πολεμήσουν. Έτσι ενσκήπτει πάντα η ανάγκη, πικρή, και το καθήκον βαρύ, όταν ματώνουν τα βουνά και οι κάμποι, από τη βάρβαρη περπατησιά ανόσιων εισβολέων. 
Ένα από τα πολλά αξιοθαύμαστα της ελληνικής ψυχής θα τονίσω. Ιταλοί και Γερμανοί είχαν οδηγό, αρχηγό, έστω τους ανεκδιήγητους εκείνους, που μεθοδικά καλλιέργησαν στους λαούς τους το φρόνημα του εισβολέα. Οι Έλληνες ποιον είχαν; Ποιος εμψύχωνε τους μαχητές της ελευθερίας; Ο Μεταξάς; Όχι βέβαια. Ποια η πηγή της χαράς εκείνων, των απλών ανθρώπων, των απέριττων ψυχών, που βάδιζαν με το κεφάλι ψηλά και την καρδιά γεμάτη; Χρόνια τώρα το σκέφτομαι.
Ένιωθαν τον πόλεμο, υποψιάζομαι, ως μια ευκαιρία, επίσης, να απαλλαγούν από μια ηγεσία που δεν τους άξιζε. Αποδείκνυαν, με την ορμή τους να πολεμήσουν, ότι δεν είχαν ανάγκη από κηδεμόνες, ότι οι τύραννοι που τους ταλαιπωρούσαν ήταν πολύ μικροί για να βρίσκονται επικεφαλής μιας πατρίδας, που μόνο με το αίμα των αγώνων του λαού της σε ειρήνη και πόλεμο ζωντανεύει.
Στον Έλληνα δεν πρέπουν τα μικρά. Χρειάζεται κίνητρα για να μεγαλουργήσει, ωραίες, σπουδαίες αφορμές. Ανέκαθεν, τέτοιες αφορμές, του της έδιναν απλόχερα οι εχθροί του και, σπάνια, άξιοι ηγέτες του. Μακάρι, στο μέλλον, η αναλογία να αντιστραφεί! (28-10-2009)

Επέμβαση
Τα πρώτα μέτρα της καινούργιας κυβέρνησης θυμίζουν χειρουργείο σηψαιμικών οργάνων και άκρων. Ο χειρουργός ξέρει ότι αν δεν γίνει ή αν δεν πετύχει η επέμβαση, ο ασθενής δεν έχει ελπίδες. Αυτό γίνεται στη χώρα. Οι δηλώσεις των υπουργών κοφτές, ίδιες χειρουργών, που ξαφνιάζουν αρρώστους και συγγενείς. Όλοι καταλαβαίνουν ότι κάτι άλλαξε, ότι ο καιρός της αμεριμνησίας παρήλθε.
Η κυβέρνηση θα κάνει τη δουλειά της, για την οποία εξελέγη. Προσδιόρισε τα καθήκοντά της και προχωρεί. Οι πολίτες πρέπει να το πάρουν απόφαση: κάτι πρέπει να αλλάξει, δηλαδή πολλά. Οι εν λόγω αλλαγές, όπως μια εγχείρηση, θα ανοίξουν πληγές και θα προκαλέσουν πόνους σε πολλούς. Η ελπίδα, όπως στην ιατρική, είναι μία: να ξέρει ο γιατρός τη δουλειά του.
Η εποχή για την Ελλάδα, πάντως, τώρα αλλάζει. Αυτό που δεν έγινε με τη διακυβέρνηση Σημίτη, άρχισε ήδη, από τις πρώτες ημέρες, να υλοποιείται: ο εκσυγχρονισμός. Το σύνθημα τότε ήταν καλό. Αφορούσε σε πραγματική ανάγκη. Οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες. Τα πρόσωπα, επίσης, ήταν ακατάλληλα. Οι προτεραιότητες, ακόμα, άστοχες. Εκείνη την αποτυχία διαδέχθηκε ένας έτοιμος μηχανισμός άλωσης των τρεχούμενων λογαριασμών της Ελλάδας. Οι συνεχείς υπερβάσεις των ορίων της προηγούμενης κυβέρνησης μας έφεραν εδώ, στο χειρουργείο.
Ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα, πλέον, έχει το εξής νόημα: του συγχρονισμού της συνείδησης, ατομικής και κοινωνικής, των Ελλήνων πολιτών με τα καινούργια, παγκόσμια, πολιτικά και οικονομικά δεδομένα. Ο εικοστός αιώνας μας περίμενε... μέχρι που τέλειωσε! Ο εικοστός πρώτος δεν περιμένει. Το παγκόσμιο γίγνεσθαι, που παρέσυρε και την Ελλάδα, εδώ και είκοσι χρόνια ήδη, δεν μοιάζει σε τίποτα μ’ εκείνα που ζούσαμε ακόμα και πριν εικοσιπέντε χρόνια. Είναι λίγος ο καιρός, φυσικά, για να δεις καθαρά όλες τις αλλαγές και τη στροφή που πήρε η ιστορία.
Δεν είναι ευδιάκριτες τέτοιες αλλαγές. Κι όσοι προτρέχουν να προδικάσουν, με μετέωρα ιδεολογήματα, την προς το καλύτερο μετάλλαξη των πραγμάτων διεθνώς, θα διαψευστούν, φοβάμαι, οικτρά. Η εύστοχη διάγνωση των μεταβολών, ελλείψει του ιστορικού βάθους, χρειάζεται διεισδυτικές αναλύσεις, με ερείσματα φιλοσοφικού περισσότερο παρά κοινωνιολογικού τύπου.
Μια βασική, ωστόσο, μετάλλαξη, είναι εκείνη της οικονομίας. Γι’ αυτή κανένας, πια, δεν έχει αμφιβολία. Τα στοιχεία από το ιστορικό της εν λόγω ασθένειας είναι πολλά. Τα κύτταρα της οικονομίας, δυστυχώς, πολλαπλασιάζονται σε βάρος του οργανισμού, ο οποίος, παγκοσμίως, χρειάζεται επέμβαση. Καλή επιτυχία, λοιπόν, και περαστικά!  (04-11-2009)

Ωσεί παρόντες
Οι υποψηφιότητες για την προεδρία της Ν.Δ. αποσαφηνίστηκαν. Οι μονομάχοι είναι δύο. Οι άλλοι δύο, για δικούς του λόγους ο καθένας, αρκέστηκαν να χρησιμοποιήσουν τις εκλογές για να εμπεδωθούν στη συνείδηση του κόσμου ως παρόντες. Γιατί όλοι οι υπόλοιποι τώρα πια, οι πρώην πρωταγωνιστές στην πολιτική σκηνή, προβεβλημένοι και μη εξαιρετέοι πολιτευόμενοι με τη Ν.Δ., μοιάζουν με ωσεί παρόντες, με σκιές των εαυτών τους, ακέφαλοι καθώς είναι και, φυσικά, χωρίς εξουσία. Είναι ενδιαφέρον που κανένας δεν αξιολογείται ως αυθύπαρκτος, ανεξάρτητα από το θώκο που κατέχει ή τη θέση του κόμματός του στο πολιτικό βάθρο των διαγωνιζομένων για τη νομή της δημοκρατίας μας.
Το ίδιο, λυπάμαι που το λέγω, ισχύει και για τον πρώην πρόεδρο, τον νυν νυσταλέο παρατηρητή μιας άχαρης κούρσας για τη διαδοχή του. Ωσεί παρών, κι αυτός, και, μάλιστα, σαν ποτέ να μην ήταν παρών. Μοιάζουν οι εποχές που μεσουρανούσε σαν στιγμιότυπα ενός ανήσυχου ονείρου, στο οποίο οι μορφές συγχέονται.
Το επάγγελμα του πολιτικού, με το χαρακτήρα που του έδωσαν κάποιοι, πολλοί δυστυχώς επαγγελματίες πολιτικοί, εκθέτει περισσότερο παρά αναδεικνύει τα πρόσωπα. Υπάλληλοι στην πολιτική οι περισσότεροι, διεκπεραιώνουν τα πιο κρίσιμα καθήκοντα με τη νοοτροπία βαριεστημένων γραμματέων, οι οποίοι αδιαφορούν για την τύχη της υπηρεσίας ή της επιχείρησης που εργάζονται. Προσέρχονται στα καθήκοντά τους με τη στενή βλέψη για πρόσκαιρες, παντοειδείς, απολαβές, αφού η ικανοποίηση που παίρνουν από την ενασχόλησή τους με τα κοινά δεν αφορά σε ιδέες, ιδεώδη και αρχές που λαχταρούν να εφαρμόσουν, αλλά στην προβολή που τους εξασφαλίζει η θέση που κατέχουν.
Αν τα πράγματα δεν ήταν έτσι, τότε θα είχαμε καλύτερες εντυπώσεις για αρκετούς από εκείνους που προβάλλονται τόσο συστηματικά και σκανδαλωδώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Θα τους είχαν στο νου τους οι πολίτες ως πρότυπα για τη συμπεριφορά, τη μόρφωση, την αγωνιστικότητα, την αφοσίωση στο έργο και την υπευθυνότητά τους. Δεν σου εμπνέουν, όμως, τέτοιο σεβασμό. Όταν βρίσκονται στην εξουσία έχουν τη συμπεριφορά κομψευόμενων μοντέλων και, στην καλύτερη περίπτωση, προκαλούν θυμηδία. Όταν τεθούν εκτός νυμφώνος, μοιάζουν με περιφερόμενους διαχειριστές χωρίς χαρτοφυλάκιο. Και προσπαθούν να πείσουν ότι, για να πάρουν ξανά αξία, πρέπει να αποκτήσουν πάλι εξουσία! Εκείνοι, οι ωσεί παρόντες... (11-11-2009)

Αξιωματική (;) αντιπολίτευση            
Τα τεκταινόμενα στην ακέφαλη αξιωματική (;) αντιπολίτευση μαρτυρούν πολλά για την πολιτική μας κακοδαιμονία. Η σοβαροφάνεια ξεπέρασε τα όρια της φαιδρότητας. Ο υποψήφιος που αποχώρησε, για να στηρίξει άλλον υποψήφιο, «ανιδιοτελώς» ενεργώντας, είναι ο κατεξοχήν εκφραστής του σοβαροφανούς πολιτικού τουρισμού. Και αυτή του η κίνηση το απέδειξε.
 Όσο για τον παράγοντα, στο αντίπαλο στρατόπεδο, που, μετά από «ώριμη σκέψη», αποφάσισε να στηρίξει την υποψήφια πρόεδρο, μου θύμισε ότι έχω χάσει την άνεση να διασκεδάζω αθώα με την άλλοτε χαριτωμένη ανεπάρκεια των «δημόσιων» προσώπων. Δεν μπόρεσα καν να μειδιάσω. Η σκέψη πως κατέστησαν παράγοντες άνθρωποι που μιλούν χωρίς να λένε τίποτα, μόνο θλίψη μου προκαλεί πια. Το αυθεντικότερο προσόν του συγκεκριμένου, η εμφάνισή του, χάρη στην οποία θα προσελκυστούν, ελπίζουν, γυναίκες ψηφοφόροι, είναι το πιο σοβαρό στοιχείο στην όλη επιχείρηση αλίευσης των πολύτιμων ψήφων. Αλίμονο!
  Η εξουσία τελικά, κάθε είδους, είναι το άλας της ανθρώπινης ζωής. Χωρίς αυτή, τα πρόσωπα ας πούμε των πολιτικών ενός αποκεφαλισμένου κόμματος γίνονται, απλούστατα, άνοστα. Όχι ότι πριν δεν ήταν. Η γύμνια τους, απλώς, φαίνεται περισσότερο.
   Το αίτημά τους, τώρα, είναι να αποκτήσουν, με τον κατάλληλο υποτίθεται αρχηγό, πάλι εξουσία. Και ο καινούργιος τους αρχηγός θα είναι, πάλι, προϊόν τεχνηέντως καλλιεργημένων εντυπώσεων και κομματικών χειρισμών των κραταιών μηχανισμών που όλοι οι υποψήφιοι διαθέτουν. Για να καταφέρουν στο τέλος τι; Να πορευτούν, αυτοί και η σοβαροφάνεια, ακόμα πιο κάτω, συλλέγοντας λάφυρα από την καθημαγμένη ήδη χώρα, και ένσημα στο βιβλίο των πολιτικών τους φιλοδοξιών. Γιατί τα πρόσωπα αποδεικνύεται, σ’ αυτό το κόμμα, δεν άλλαξαν.
       Και μια τελευταία λέξη, για τον «ποιητή» υποψήφιο, τον επί δεκαετίες νεανίζοντα, πρώην εμφυτευμένο υπουργό – αρκετά πετυχημένο σ’ ένα «αθώο» υπουργείο – «δώρο» του Κ. Καραμανλή στην προαιώνια εσωκομματική του αντίπαλο και νυν υποψηφία. Ο άνθρωπος αυτός, αν επικρατήσει, θα έχει την ευκαιρία να αποδείξει αν το νεανικό του παρουσιαστικό συντηρείται χάρη σε ένα επίσης νεανικό φρόνημα, ικανό να προκαλέσει ρήξεις με πρόσωπα και την ιστορία του συγκεκριμένου κόμματος, που βρίθει από συμπεριφορές που δεν πρέπει να κληροδοτηθούν στο μέλλον της Ελλάδας. Αν δεν καταφέρει να εκλεγεί ή να δικαιώσει, ως εκλεγμένος, τις προσδοκίες πολλών που ελκύει με τον λόγο και τη στάση του, θα γίνει το πιο χαριτωμένο πολιτικό πυροτέχνημα στην Ελλάδα, τα τελευταία πενήντα χρόνια. Αλλά βιάζομαι αρκετά. Οψόμεθα... (19-11-2009)

Δεξιά...
Oι πρώτες τοποθετήσεις, σε καίριες θέσεις, προσώπων φθαρμένων, στις οποίες προχώρησε βιαστικά ο καινούργιος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, κάνουν σαφές το πρόβλημα της πολιτικής ζωής στην Ελλάδα. Τα κόμματα, όχι πια το ΠΑ.ΣΟ.Κ., λυμαίνονταν και λυμαίνονται άνθρωποι που έχουν αναγάγει τη ρητορεία του στόμφου σε επάγγελμα.
Η Νέα Δημοκρατία δεν θα αλλάξει. Όχι, τουλάχιστον, στο άμεσο μέλλον. Οι εύκολες επιλογές του νέου αρχηγού θα διαιωνίσουν την πρότερη κατάσταση για τα επόμενα, τουλάχιστον, δύο χρόνια. Πρόκειται, βεβαίως, για αισιόδοξη πρόβλεψη. Γιατί αν συντηρηθεί η νοοτροπία του δωρεάν πολιτικού λόγου και η παράδοση των πολιτικών που νομιμοποιούνται άμα τη εμφανίσει τους, και μόνο, στην αρένα της τηλεοπτικής δημοκρατίας, τότε η ευκαιρία να ανανήψει και να εκσυγχρονιστεί η αντιπολίτευση θα χαθεί, και θα καθηλωθεί στο παρελθόν από το οποίο προσπάθησε να ξεφύγει.
Γιατί οι προσδοκίες υπήρχαν. Οι εκλογές έκαναν τους ψηφοφόρους της αντιπολίτευσης να αναθαρρήσουν. Ενδιαφέρον έχει, φυσικά, ότι και οι τρεις υποψήφιοι πρόεδροι ψηφίστηκαν. Και οι τρεις έχουν υπολογίσιμη μάζα οπαδών στο κόμμα. Αυτό δεν είναι ελπιδοφόρο για την παράταξή τους. Καθένας εξέφρασε μια διαφορετική νοοτροπία και προτάσσει διαφορετικές ιδέες. Αυτό σημαίνει ότι το κόμμα της Ν.Δ. δυνάμει μπορεί να γίνει τρία κόμματα.
Όσο και αν ο καινούργιος πρόεδρος προπαγανδίζει την ενότητα, ή μάλλον επειδή αναφέρεται συνέχεια σε αυτή, καταδεικνύεται το σοβαρό πρόβλημα της Ν.Δ., το έλλειμμα συνοχής και εμπιστοσύνης των ανθρώπων που την ψηφίζουν. Όταν έπεσε η αυλαία για τον απελθόντα – άλλοτε ελπιδοφόρο – πρόεδρο, φάνηκαν οι βαθιές ρηγματώσεις στο εσωτερικό τους, αποκαλύφθηκε η κρίση συνείδησης της δεξιάς στην Ελλάδα.
Η προεκλογική ρητορεία του Α. Σαμαρά είχε σκοπό να πείσει τους απογοητευμένους από τη συρρίκνωση του κομματικού τους ιστού οπαδούς, ότι δεν τους κολακεύει να ζητούν στέγη σε αλλότριο – και ανταγωνιστικό – κομματικό σχηματισμό, και ότι πρέπει να δώσουν τη μάχη αποφασιστικά και να κάνουν ολομέτωπη επίθεση προβάλλοντας κάποια λησμονημένα, από καιρό, στους κόλπους τους, συνθήματα. Η εθνική υπερηφάνεια, ωστόσο, δεν εμφυσείται εύκολα, τουλάχιστον σε καιρούς που διακυβεύεται η κοινωνική επιβίωση. Ούτε η σχετική ιδεολογία καλλιεργείται, σε τόσο ανατρεπτικές περιόδους.
Σε αναζήτηση λειτουργικής ιδεολογίας λοιπόν, καταρχήν, η Ν.Δ. Ο καινούργιος πρόεδρος, επίσης, σε αναζήτηση των καταλληλότερων ανάμεσα στους ακατάλληλους. Μέχρι στιγμής αστοχεί. Οψόμεθα... (02-12-2009)

Στη γωνία...
Έπρεπε, φαίνεται, να φθάσει αυτή η ώρα, της μεγάλης ένδειας, της σοβαρής απόγνωσης. Η Ελλάδα στη γωνία. Τίτλος τέλους ή μιας άλλης αρχής; Τίτλος τέλους μιας ολόκληρης εποχής; Τίτλος αρχής μιας καινούργιας;
Ο κακός μαθητής της Ευρώπης, η χώρα μας, αναγκάζεται σε απολογία, σε παραστάσεις μετάνοιας, σε γονυκλισίες μπροστά στους επίσης καταχρεωμένους εταίρους μας της Ευρώπης. Νομίσαμε ότι μπορούμε ό,τι και οι ισχυροί αυτής της γης. Να κλέβουμε όπως εκείνοι, να χρεωνόμαστε με τον ίδιο τρόπο, να κοροϊδεύουμε εξίσου. Γελαστήκαμε. Μοιάσαμε στους φτωχούς συγγενείς του ελληνικού κινηματογράφου, που φουσκώνουν επειδή έτυχε να τους δώσει προσοχή κάποιος μεγαλόσχημος ή πλούσιος. Η απογοήτευση που ακολουθεί περνά τα όρια της απόγνωσης, όταν την επόμενη μέρα ο ίδιος, που νόμισαν τους εκτίμησε, δεν τους αναγνωρίζει...
Έτσι η Ελλάδα μας. Μαθητευόμενοι μάγοι οι Έλληνες πολιτικοί, από τη μεταπολίτευση μέχρι πρόσφατα, προσπαθούσαν να συμβιβάσουν δυο αποστολές αταίριαστες: να ικανοποιήσουν την κακομαθημένη εκλογική τους βάση, τους απαιτητικούς και αδηφάγους ψηφοφόρους τους, που τους χάριζαν τα μεγαλεία και τις χαρές της εξουσίας, και να ξεγελάσουν τους ισχυρούς εταίρους μας της Ένωσης, οι οποίοι κέρδιζαν φυσικά με τον τρόπο τους από την κακοδιαχείριση της μιζέριας μας.
Ο ψεύτης, ωστόσο, και ο κλέφτης, τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Ψεύτες και κλέφτες, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, χάρηκαν πολλοί. Άλλοι καλούνται, τώρα, να πληρώσουν το λογαριασμό του γεμάτου ευωχία βιασμού της ελληνικής πολιτείας. Οι ευσυνείδητοι, για παράδειγμα, εργαζόμενοι στο δημόσιο, που δεν πλούτισαν από παραβάσεις του καθήκοντος της υπηρεσίας προς τους πολίτες, καλούνται τώρα να ζήσουν με συντάξεις που τους θυμίζουν ως ανοησία την τιμιότητά τους. Σε λίγο καιρό, μάλιστα, σε πέντε μόλις χρόνια, αντιμετωπίζουν το φάσμα να στερηθούν και αυτές, τις πενιχρές τους απολαβές. Η καινούργια γενιά, επίσης, και μάλιστα η γενιά που πρόλαβε να δημιουργήσει υποχρεώσεις, να δημιουργήσει εξαρτώμενα μέλη, μικρά παιδιά, αντιμετωπίζει το φάσμα της εξόντωσης...
Η καινούργια κυβέρνηση, δύο μηνών και κάτι, καλείται να σηκώσει το βάρος αμαρτιών τριάντα πέντε χρόνων. Θα τα καταφέρει θεωρώ. Είναι μονόδρομος να επιτύχει. Έπρεπε να πάει στη γωνία η Ελλάδα, για να επιστρέψει αλλαγμένη. Τα δύσκολα άλλωστε, στη ζωή, γίνονται αφετηρία για την αλλαγή.
Η αντιπολίτευση, καθηλωμένη στον ιμάντα που τρέχει προς τα πίσω,  κατηγορεί την κυβέρνηση ότι δεν κυβερνά. Παρακολουθούμε τον καινούργιο αρχηγό να απαγγέλλει, με το γνωστό του τάλαντο,  στίχους από το παλαιό τους ποίημα: «ανίκανοι είναι οι άλλοι». Καμιά έκπληξη, τελικά. Το πυροτέχνημα δεν πήγε ψηλά. Σε λίγο, τουλάχιστον, θα δούμε τα χριστουγεννιάτικα, τα πραγματικά πυροτεχνήματα. Καλές γιορτές! (16-12-2009)

Χρονιά καλή…
Χρονιά καλή στην Ελλάδα! Πάνδημη εύχομαι ευχή των απανταχού Ελλήνων. Αρκεί με τις οιμωγές και την αυτομαστίγωση. Αρκούν οι βολές κατά ριπές όλων, κυρίως ξένων, που βρήκαν πρόσφορη ευκαιρία να προβάλουν εαυτούς σηκώνοντας ανάστημα σ’ εκείνους που ποτέ δεν ονειρεύτηκαν ότι μπορούσαν να παραβγούν.
Είναι γεμάτοι από Ελλάδα. Έμαθαν να σκέφτονται για τον πολιτισμό – οι Γερμανοί κατεξοχήν – επειδή τράφηκαν και τρέφονται μέχρι κορεσμού με το ελληνικό πνεύμα, και τώρα ξεσπάθωσαν. Μηδενική ανοχή, κραυγάζουν, για τους Έλληνες…
Πληρώνουμε, είναι γεγονός, τα λάθη μας. Λησμονήσαμε πως, για να μας σέβονται, πρέπει σε αυτοσεβασμό, εμείς, να υπερβάλλουμε, να ξενυχτούμε λογιζόμενοι το ήθος και το ύφος μας, που πρέπει να δουλέψουμε, για να μη βρουν κουβέντα να μας πουν. Φθάνει όμως! Εμείς που λερώσαμε το πρόσωπό μας, εμείς θα το καθαρίσουμε. Κανείς δεν θα το κάνει για λογαριασμό μας! Όλοι τον πηλό τους αλέθουν, για να κολλήσει καλύτερα πάνω μας! Ή μαζί με την Ελλάδα θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας, και θα σηκωθούμε ψηλά, ή μαζί με την Ελλάδα θα πέσουμε, μια και καλή…
Δεν περισσεύει, πια, δωρεάν μεγαλείο. Μεσολάβησε απόσταση από τις ένδοξες σελίδες, ακόμα και τις πρόσφατες. Πρέπει οι ίδιοι, σήμερα, να γράψουμε καινούργιες, να πιστέψουμε πως η Ελλάδα αξίζει, πως ο ελληνισμός το μπορεί, ξανά και ξανά, να αποδεικνύει την αντοχή του, όταν και όπως χρειάζεται. Όσοι λαοί διατηρούν την περηφάνια τους, αυτό κάνουν. Ζουν την κάθε μέρα με βαθιά την πίστη στην πολιτεία, το κράτος, το έθνος τους. Είναι κι εκείνοι αυστηροί με τον εαυτό τους, αλλά κρατούν ένα ελάχιστο αξιοπρέπειας. Δεν μηδενίζουν την υπόστασή τους, ούτε δέχονται άλλοι να το κάνουν, έργω ή λόγω...
Η Ελλάδα είναι συνταρακτικής ομορφιάς τόπος, όταν εστιάσεις την προσοχή σου στις ωραίες της όψεις. Τότε καταλαβαίνεις το βάρος της ελληνικότητάς σου. Το βάρος αυτό νιώθουν και οι ξένοι, όταν ταυτιστούν, για διάφορους λόγους, με το ελληνικό τοπίο, την ελληνική ιστορία, τον ελληνικό πολιτισμό, την ελληνική σκέψη, την ελληνική τέχνη, την ελληνική ψυχή. Τούτο το βάρος σε γεμίζει γλυκιά θλίψη. Νιώθεις το πρόσκαιρο της ύπαρξής σου πιο σκληρά.
Έτσι ένιωθαν οι Έλληνες ανέκαθεν, και λαχταρούσαν ν’ αφήσουν ένα ίχνος τους πίσω, μικρό αφιέρωμα στο ανυπέρβλητο μεγαλείο της Ελλάδας. Αυτό πρέπει να νιώσουμε κι εμείς σήμερα. Έτσι η Ελλάδα μας θα παραμείνει ελληνική. Έτσι θα παραμείνει όμορφη… (06-01-2010)

Έλεγχος
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήλθε, είδε και απήλθε ελέγχοντας και εξελέγχοντας τη διάτρητη Ελληνική Πολιτεία. Οι παρατηρήσεις και οι νουθεσίες ωστόσο, πρέπει να πω, ακόμα και οι ποινές και οι τιμωρίες, κάνουν καλό στους καλούς μαθητές και στα καλά παιδιά. Τα εκ συστήματος απείθαρχα παιδιά και τους αδιάφορους μαθητές τους κάνουν χειρότερους. Μένει να αποδείξουμε σε ποια κατηγορία ανήκουμε.
Από τις εξευτελιστικότερες κατηγορίες των εταίρων μας συνευρωπαίων, που διατυπώθηκε εξ αρχής, ήταν εκείνη της φαλκίδευσης των στατιστικών στοιχείων. Όταν ήλθαν κοντά, και είδαν με τα μάτια τους τι συμβαίνει, κατάλαβαν ότι η κατάσταση είναι χειρότερη απ’ ό,τι πίστευαν. Δεν είναι μόνο η οδύσσεια πονηριά της φυλής, που σφυρηλατήθηκε σε συνθήκες σκλαβιάς από τον πονηρότερο δυνατό κατακτητή επί 400 χρόνια, που ευθύνεται για τα στρεβλά στοιχεία που δώσαμε.  Είναι και η αδυναμία, όπως φάνηκε, να συγκεντρώσουμε οι ίδιοι για λογαριασμό μας σωστά τα στοιχεία, να τα επεξεργαστούμε και να βγάλουμε συμπέρασμα για την κατάσταση των οικονομικών μας.
Είναι το ίδιο σύνδρομο που, λίγο πολύ, άγει και φέρει κάθε μέσο χρήστη των πιστωτικών κρατών. Χωρίς να ξέρει πόσα έχει για να ξοδέψει, αισθάνεται ιδιαίτερη ικανοποίηση, περηφάνια και δύναμη, όταν και όσο δεν του επιστρέφεται η πιστωτική του κάρτα ως μη έχουσα. Κάθε φορά που η κάρτα μας περνάει, έχουμε την ψευδαίσθηση πως τα καταφέρνουμε. Σίγουρα, πράγματι, ξεγελάμε τον εαυτό μας. Όχι φυσικά την τράπεζα που μας δάνεισε την κάρτα. Όχι, βεβαίως, εκείνον που παίρνει, για να πληρωθεί, τα χρήματα από την κάρτα μας.
Έτσι και η ελληνική Πολιτεία, τα πέντε τελευταία χρόνια. Όσο μπορούσε να δανείζεται και να πληρώνει τις άμεσες οφειλές της, τουλάχιστον τους μισθούς και τις συντάξεις, νόμιζε ότι ξεγελά τους δανειστές της και τους πολίτες, οι οποίοι συνέχιζαν να τη στηρίζουν. Φευ! Μόνο τον εαυτό της ξεγελούσε. Οι δανειστές την περίμεναν  στη γωνία και ο λαός ηγέρθη!   
Τα πιο αδυσώπητα χρέη, είναι εκείνα που δημιουργούν οι αυταπάτες μας. Αυτά καλούμαστε να πληρώσουμε, καθένας προσωπικά, στη ζωή του, και όλοι μαζί, στην παρούσα συγκυρία, ως Έλληνες. Σε κάθε περίπτωση, και στην καλύτερη περίπτωση, ένα μπορεί να μας σώσει: η αιδώς. Προηγείται η συντριβή, φυσικά, και η ταπείνωση, η αναγνώριση ότι, όσο κι αν δεν το καταλάβαμε, εμείς δημιουργήσαμε το χρέος μας, αυταπατώμενοι έστω. Δεν έχει σημασία. Καλούμαστε να πληρώσουμε, και δεν μας αναγνωρίζεται κανένα ελαφρυντικό. Ούτε στα καλύτερα παιδιά, άλλωστε… (13-01-2010)

Εξωστρέφεια
Η κρίση αξιοπιστίας που δοκιμάζουμε στο εξωτερικό – και μας δοκιμάζει – τον τελευταίο καιρό, θα σημάνει, ελπίζω, την απαρχή της εθνικής μας εξωστρέφειας. Αντί να καταρρακωθεί το εθνικό μας φρόνημα, πρέπει να ενισχυθεί, να εμπεδωθεί. Αυτό δεν καθίσταται εφικτό όσο παραμένουμε εσωστρεφείς, όσο κυκλώνουμε τους εαυτούς μας με τις οιμωγές μας, για την κακή μας κατάσταση και τους ανάξιους εκπροσώπους μας.
Η κατάσταση είναι κακή, όντως. Φθάνει να δει κανείς την εσωστρέφεια, που έγινε πια καθεστώς, στο κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης αλλά και στον πολύφερνο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο εσωτερικός αλληλοσπαραγμός τι άλλο μαρτυρεί, εκτός από την αδυναμία των ταγών αυτών των πολιτικών σχηματισμών να εξέλθουν της ασφυκτικής ατμόσφαιρας που οι ίδιοι διαμόρφωσαν στους οίκους τους, και να τείνουν το βλέμμα εκτός, πέρα από τη συρρικνωμένη τους ύπαρξη, και να ατενίσουν στο μέλλον;
Η κατάσταση είναι ενδεικτική για την ελληνική κοινωνία γενικότερα. Λουσμένοι στο φως των εκρήξεων στα εσωτερικά μας μέτωπα, δεν βλέπουμε όσα τεκταίνονται στο σκοτάδι, όχι πολύ μακριά μας. Τώρα, μάλλον, τα είδαμε. Καιρός τα διάφορα πυροτεχνήματα να σβήσουν! Να σταθούμε για λίγο στο σκοτάδι εμείς, και να ψάξουμε ολόγυρα για φως. Άλλωστε αυτό επικρατεί προς το παρόν στην Ελλάδα: σκότος.
Οι πολυέλεοι των παραπλανητικών δημοσκοπήσεων, που τεχνηέντως φώτιζαν το πρόσωπο ενός – του καταλληλότερου δήθεν – πρωθυπουργού, που έκανε  τρόπο ζωής δικό του και των Ελλήνων την εσωστρέφεια, δεν έσβησαν απλώς. Έπεσαν με πάταγο κάτω και έγιναν κομμάτια. Και τώρα οι ψοφοδεείς ακόλουθοι, πρώην λαμπαδηφόροι, του εκπεπτωκότος αρχηγού, χορεύουν πάνω στα σπασμένα κρύσταλλα, για να δείξουν ότι κάτι κάνουν αφενός, και για να πουν ότι κι εκείνοι συνέβαλαν στην κάθαρση. Θλιβερό!
Αρκεί, όμως. Ας μη συντηρήσουμε αυτή την καταστροφική αυτοαναφορά στη μιζέρια μας. Άλλωστε περίσσευσε η κούραση από την κακόγουστη παράσταση. Απέξω έρχονται τα μηνύματα, και πρέπει να τα ακούσουμε. Δυσάρεστα μεν, αλλά ωφέλιμα. Αυτό ισχύει γενικότερα για την ανθρώπινη ζωή. Είναι τακτική επιβίωσης και μέθοδος ανανέωσης, ν’ ακούς καλά όσα σου καταμαρτυρούν, κι ας βγαίνεις από το βολικό σου λήθαργο.
Το στοίχημα της εθνικής μας επιβίωσης παίζεται στο εξωτερικό, κι εμείς πρέπει να είμαστε παρόντες εκεί. Όχι υπερασπιζόμενοι σπασμωδικά την έκθετη αξιοπρέπειά μας. Προσπαθώντας να καταλάβουμε καλά, πρώτα, ποιες αξίες μας χρειάζονται για να πείσουμε ότι κάτι αξίζουμε. Κι αν τα καταφέρουμε, η ζωή στη χώρα μας θα γίνει πιο σίγουρη, λιγότερο έκθετη σε επιθέσεις από έξω και σε δυσάρεστες εκπλήξεις από μέσα... (20-01-2010)

Ελληνικότητα
Γίνεται πολλή συζήτηση, κοντά στα άλλα, για την επιβίωση της φυλής μας, για τους κινδύνους που διατρέχουμε από τους ξένους. Εκείνοι που υπερθεματίζουν για την απόρριψη των μεταναστών δεν ομολογούν ότι τους χρωστούν την ίδια τους την υπόσταση. Αν δεν ήταν οι μετανάστες, τα πρόσφορα θύματα, πώς θα γέμιζαν τα λογύδριά τους εντός και εκτός Βουλής;
Το οξύμωρο, εν προκειμένω, είναι ότι κάνουν και τους Χριστιανούς, οι λαλίστατοι διασώστες της εθνικής μας ταυτότητας, οι πρόμαχοι της εθνικής μας ακεραιότητας, οι «στυλοβάτες» της κρατικής μας υπόστασης. Θυμούνται κι αυτοί τη θρησκεία επιλεκτικά. Όταν θέλουν να αντλήσουν νομιμοποίηση διά της θείας επινεύσεως, της οποίας, φυσικά, είναι οι προνομιακοί ακροατές!
Το έλεος, ωστόσο, τους είναι άγνωστο... Ανελέητοι πολέμιοι των δύσμοιρων που στοιβάζονται και θαλασσοπνίγονται για να καταπλεύσουν στη γη του Ξένιου Δία, στην ορθόδοξη και φιλεύσπλαχνη Ελλάδα, περίπου στη γη της επαγγελίας, βυσσοδομούν εναντίον τους, για να αντιπολιτευθούν την κυβέρνηση και για να αντλήσουν ψήφους από τους θερμοκέφαλους της αντιπολίτευσης.
Κι όμως. Τώρα η Ελλάδα άρχισε να δείχνει τις αρετές της. Δεν μιλώ για αδέξιους χειρισμούς και υπερβολές, που δυστυχώς δεν λείπουν. Δεν μιλώ για την ασύγγνωστη προπέτεια υπερφίαλων αξιωματούχων, μικρότερης και μεγαλύτερης εμβέλειας, που ρίχνει νερό στο μύλο των εθνολάγνων. Μιλώ για τις νομοθετικές ρυθμίσεις που προωθούνται και αφορούν στην ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό εκείνων που αποδεδειγμένα εγκολπώθηκαν το ελληνικό ιδεώδες της φιλοπατρίας.
Γιατί περί αυτού πρόκειται. Εκείνοι που, πρώην ξένοι, ανέστιοι και άμοιροι, απέδειξαν με τη διαγωγή και την εργασία τους ότι θέλουν να ζήσουν στην Ελλάδα ως Έλληνες, γιατί να μην αξιωθούν τον τίτλο; Είναι προτιμότερο να θεωρείται η Ελλάδα παράδεισος των ανώνυμων μεταναστών, όπου καθένας μπορεί να παραμένει χωρίς την ελπίδα ποτέ να γίνει αποδεκτός, με ό,τι αυτή η απελπιστική κατάσταση συνεπάγεται για το φρόνημα αυτών των, κατά τα άλλα, μόνιμων κατοίκων της ελληνικής επικράτειας;
Δεν πρέπει η πολιτεία να νομοθετεί με βάση τις σύγχρονες συνθήκες του παγκόσμιου γίγνεσθαι; Δεν πρέπει η πολιτική του ελληνικού κράτους να προβλέπει για την ενσωμάτωση των ξένων που δεν γίνεται παρά να εισρέουν στην πατρίδα μας; Ίσως μάλιστα, τότε, όταν πληθύνουν οι νόμιμοι, μη ελληνικής καταγωγής Έλληνες, να σκεφτούμε με περισσότερη ευθύνη την ελληνικότητά μας. Θα έχουμε άλλωστε καλή αφορμή. Θα αισθανόμαστε περήφανοι που σταθήκαμε τόσο επαρκείς ώστε να προσφέρουμε την ευκαιρία και σε ξένους, που το θέλησαν, να γίνουν Έλληνες... (27-01-2010)

Επανάκαμψη
Το κυρίως έργο της κυβέρνησης, φαίνεται, είναι η διακυβέρνηση. Καθόλου αυτονόητο αυτό. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, το κυρίως έργο ήταν πάρεργο. Τόσο παραπλεύρως απασχολούνταν με αυτό οι κυβερνώντες, που, τώρα, τρέχουμε και δεν φθάνουμε.
Σχήμα λόγου ευτυχώς αυτό, δεν επιβεβαιώνεται από τις εξελίξεις. Η ελληνική πολιτεία, πολύ σύντομα, επανέκαμψε. Οι πιέσεις, και των κερδοσκόπων ακόμα, απέδωσαν. Ούτε αυτό είναι αυτονόητο. Την κρίσιμη στιγμή ανέλαβαν την εκπροσώπηση της χώρας άνθρωποι που δεν φοβούνται, αποδεικνύεται, τη δουλειά, το έργο τους δηλαδή, εκείνο για το οποίο εξελέγησαν.
Άοκνοι οι κυρίως διαπραγματευτές της τύχης μας στο εξωτερικό, απέδειξαν ότι εννοούσαν την υπόσχεση που έδωσαν. Δεν ξέρω πότε θα επουλωθούν οι πληγές μετά την ελεύθερη πτώση της χώρας από το ύψος που την έριξαν οι υπνοβάτες της προηγούμενης κυβέρνησης. Δεν ξέρω με ποιες και πόσες απώλειες στο τέλος θα επιβιώσουμε. Θα τα καταφέρουμε, όμως.
Όλα τα δείγματα είναι θετικά. Το βλέπουμε, κυρίως, από τον τρόπο που μας αντιμετώπισαν έξω. Άρχισαν, πια, οι εταίροι και επικριτές μας, να μας παίρνουν στα σοβαρά. Αφού φρύαξαν και εξήντλησαν την αυστηρότητα και την ειρωνεία τους πάνω μας, κατάλαβαν ότι οι επιτετραμμένοι του ελληνικού λαού, αυτή τη φορά, γνωρίζουν καλά το σχετικό παιχνίδι.
Γιατί για παίγνιο πρόκειται. Εκείνοι, για παράδειγμα, που δικάζουν τον πρώην πρωθυπουργό τους για εγκληματική επιπολαιότητα, που στοίχισε στη χώρα του οικονομική αιμορραγία, κόστος σε ανθρώπινες ζωές και τον διεθνή εξευτελισμό, είναι γνωστοί για την ανηλεή κριτική τους στους ξένους. Οι δικοί μας, άριστοι γνώστες του σχετικού ήθους των βασικότερων επικριτών μας, ξέρουν να ακούν αλλά και να απαντούν όταν και όπως πρέπει και στη γλώσσα που πρέπει.
Τη «χαρά» αυτού του παιχνιδιού, αυτού του σκληρού αλλά συναρπαστικού ανταγωνισμού την είχαμε λησμονήσει. Είχαμε ξεχάσει τι σημαίνει να μάχεσαι με σθένος. Είχαμε φθάσει να θεωρούμε τη σκυμμένη παρουσία μας στο εξωτερικό τη φυσική μας στάση. Είχαμε εθιστεί στην απολογητική του ανεπίδεκτου, του ανίκανου, του άμοιρου.
Υποτιμήσαμε τον εαυτό μας αρκετά. Τώρα έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν μένουν οι προκλήσεις αναπάντητες. Με ψυχραιμία, χωρίς αχρείαστο πανικό, δίνουμε τη μάχη και με τους όρους μας. Γιατί μπορούμε, τώρα, να αξιολογήσουμε τους όρους των άλλων. Ιλιγγιώδης πρόοδος! Αν λάβει κανείς υπόψη του, μάλιστα, ότι ο Έλληνας συνήθως αναγνωρίζει μόνο τους δικούς του όρους, γεγονός που, ανέκαθεν, του «εξασφάλιζε» την αποτυχία... (03-02-2010)

Ευκαιρία!
Η αξιοπιστία της χώρας επανακτάται! Άργησε, είπαν ορισμένοι, η κυβέρνηση να πάρει μέτρα. Το τόνισαν μάλιστα όσοι, επί πενταετία, απέφευγαν πολύ λιγότερο δυσάρεστα μέτρα. Τους ενόχλησε, τώρα, η καθυστέρηση, δήθεν, των τεσσάρων μηνών. Σαν, μάλιστα, τα μέτρα που θα αλλάξουν τη ζωή εκατομμυρίων Ελλήνων εφ’ όρου ζωής να είναι χάπι εύπεπτο και εύγευστο.
Άρκεσε πράγματι, τονίζω, η πρόθεση που εκδηλώθηκε, συγκροτημένη, συμπαγής, χωρίς άγχος και θεατρινισμούς, για να σταλεί το μήνυμα που έπρεπε να συνεχίσει να δίνει η Ελλάδα και μετά το 2004. Ούτε στις λαφυραγωγικές πιέσεις των κερδοσκόπων υποκύψαμε ούτε συρθήκαμε ζητιανεύοντας τον οίκτο των εταίρων μας στην Ευρώπη. Ιδού πώς θωρακίζεται η εθνική αξιοπρέπεια. Αρκεί να μην κλέβεις το σπίτι σου!
Γιατί αυτό έγινε, κατεξοχήν, τα τελευταία πέντε χρόνια. Σαν να προοιωνίζονταν οι επιτήδειοι απανταχού της Ελληνικής επικράτειας ότι επέκειτο κρίση και κατάκριση και καταδίκη και καταστροφή. Γι’ αυτό ενέσκηψαν σαν αρπακτικά και ρήμαξαν και καταλήστεψαν χρήματα τα οποία, αν είχαν μείνει στη θέση τους, στα ταμεία του ελληνικού κράτους δηλαδή, ή είχαν αξιοποιηθεί επωφελώς, δεν θα βρισκόμασταν στα πρόθυρα της εξαθλίωσης σήμερα.
Ανενεργές ιστοσελίδες, μάθαμε πρόσφατα, στοίχισαν στους Έλληνες, που καλούνται, τώρα, να διασώσουν με τον οβολό τους τη χώρα, εκατομμύρια Ευρώ. Θλιβερό παράδειγμα, εν προκειμένω, για το πώς τα χρήματα του κράτους έγιναν ...καπνός, αφανίστηκαν. Διερωτάται κανείς: τι εξέθρεψε τους αρμοδίους διαχειριστές του δημόσιου χρήματος και τους κατέστησε δολιοφθορείς του χειρίστου είδους, εφιαλτικούς προδότες και υπονομευτές μιας στοιχειώδους ευστάθειας της χώρας; Τι παρακίνησε τους συνεργάτες τους, μεγαλόσχημα στελέχη πάσης φύσεως ληστρικών εταιρειών, να απομυζήσουν τα χρήματα που, διαφορετικά, θα πήγαιναν στα σχολεία των παιδιών τους, στους δρόμους που κυκλοφορούν με τα αυτοκίνητά τους, στα νοσοκομεία που θα τους περιθάλψουν, σε έργα που τόσο έχει ανάγκη η Ελλάδα;
  Φυσικά δεν αφορά τους Έλληνες, μόνο, το «κατηγορώ». Όλοι αρπάζουν, θα μου πείτε, απανταχού της γης. Πράγματι! Αν και, όπως αποδεικνύουν έρευνες και μετρήσεις, εμείς το κάνουμε με ιδιαίτερη ευκολία και περισσή «ικανότητα». Είναι ευκαιρία πάντως, τώρα, που η Ελλάδα βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα και έγινε ορατή ως ο πολύ κακός μαθητής της Ευρώπης, τώρα που οι προβολείς είναι στραμμένοι πάνω μας, να παρουσιάσουμε μια εικόνα - παράδειγμα. Έστω και αργά, μετά τον εξευτελισμό δηλαδή, μπορούμε να λειάνουμε και να επαναδιαπραγματευτούμε τις εντυπώσεις για τη χώρα μας. Τώρα που γίναμε στόχος, αν εκμεταλλευτούμε σωστά την – κακή – συγκυρία, μπορούμε επιτέλους να γίνουμε διάσημοι, όχι για τα ελαττώματα, φυσικά, αλλά για τις αρετές μας, αν έχουμε ακόμα από αυτές! (17-02-2010)

Αντί πινακίου
Μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις, για τις κρυφές συναλλαγές με τράπεζα αμερικανικών συμφερόντων, με σκοπό να παραπλανήσουμε τους εταίρους μας στην Ένωση, για να μας δεχθούν πρώτα, στην οικονομική τους οικογένεια, και να μας ανεχθούν στη συνέχεια, διερωτώμαι: την εξυπνάδα μας επιδείξαμε ή την ανικανότητά μας; Αν είναι την πρώτη, αποδείχθηκε ότι δεν είμαστε αρκετά έξυπνοι. Είμαστε όμως ανίκανοι;
Το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί γενικά, αφοριστικά. Θα ήταν μάταιο να το απαντήσουμε έτσι. Δεν θα μαθαίναμε τίποτε για τον εαυτό μας. Ας το δούμε συγκεκριμένα. Τι πιστεύαμε ότι θα καταφέρουμε με την εν λόγω στρατηγική, της απόκρυψης της πραγματικής μας κατάστασης; Το «εμείς» φυσικά, εδώ, αποτελεί σχήμα λόγου. Γιατί δεν διοργάνωσαν οι Έλληνες από κοινού τις παραστάσεις ενώπιον των Εταίρων μας. Πολιτικές στρατηγικές μας πήγαν εκεί που μας πήγαν και μας έφεραν εδώ που μας έφεραν.
Τι επεδίωκαν εκείνοι που τις κατέστρωσαν; Έκαναν ό,τι έκαναν για εσωτερική κατανάλωση; Για να εξυπηρετήσουν, μήπως, τα όνειρα των οπαδών τους; Ποιων συγκεκριμένα; Εκείνων που παραμιλούν σήμερα, μήπως; Δεν νομίζω. Το έκαναν, ενδεχομένως, για την Ελλάδα και τους Έλληνες της τωρινής και των κατοπινών γενεών; Λάθος προγραμματισμός, αν είναι έτσι. Μήπως, πάλι, το έκαναν για να εξυπηρετήσουν τους στόχους τους στο εξωτερικό; Ποιοι ήταν ακριβώς αυτοί; Να γίνουν γνωστοί ως ικανοί κυβερνήτες και χειριστές, και να ανεβούν οι τιμές των προσωπικών τους μετοχών στο χρηματιστήριο της Ένωσης;
Οι συνέπειες είναι, από κάθε άποψη, απογοητευτικές. Τα πρόσωπα στιγματίζονται καθημερινά περισσότερο, η χώρα επίσης, οι πολίτες της το ίδιο. Γι’ αυτό, ως προς το συγκεκριμένο, της διαχείρισης των οικονομικών μας, οι διαχειριστές αποδείχθηκαν ανίκανοι. Ακόμα και ύποπτα να ήταν τα κίνητρά τους, οι εξελίξεις τους διέψευσαν δραματικά. Αυτό συμβαίνει, άλλωστε, οπουδήποτε δραστηριοποιούνται άνθρωποι που στερούνται γνώσεων, εμπειρίας, αντίληψης και στοιχειώδους αξιοπρέπειας. Συγκεντρώνονται άραγε, όλες αυτές οι ελλείψεις, στα πρόσωπα πολιτικών υποκειμένων; Έτσι φαίνεται. 
Μένει να δούμε: διδασκόμαστε από το παρελθόν; Ή προχωρούμε ακάθεκτοι, έρμαια μιας αυτοκαταστροφικής τάσης; Ξέχασα όμως: τώρα βρισκόμαστε υπό επιτήρηση. Μας αρέσει μάλιστα, νομίζω. Ίσως γιατί θα μας γλιτώσει απ’ τον κακό μας εαυτό! Το ερώτημα είναι: έχουμε άλλον; Δυστυχώς δεν θα προλάβουμε να το ανακαλύψουμε μόνοι. Δεν έχουμε πια αυτό το προνόμιο των ελεύθερων ανθρώπων. Το παραχωρήσαμε αντί πινακίου, όπως αποδείχθηκε, φακής! (24-02-2010)


           (71 άρθρα, δημοσιευμένα στην εφημερίδα "Δημοκρατική", στη Χίο.)