Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Φιλοσοφία και Επαλήθευση

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το Τμήμα Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας
με την ευκαιρία της παγκόσμιας ημέρας Φιλοσοφίας διοργανώνει
Ημερίδα Φιλοσοφίας

την Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013
και ώρα 16:00

στην αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Κύπρου


Το πρόγραμμα της Ημερίδας

16:00-16:15 Χαιρετισμοί

16:15-16:45 Φιλοσοφία και επαλήθευση
Ιωάννης Χριστοδούλου
Τμήμα Κλασσικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου




Δρ. Ιωάννης Σ. Χριστοδούλου

Φιλοσοφία και επαλήθευση

Μετά τον Nietzsche, στη σύγχρονη εποχή, με πολλές, αλλεπάλληλες, τόσο αγγλοσαξωνικές όσο και γερμανικές συμβολές, η Φιλοσοφία κατέστη σαφές ότι αποστασιοποιήθηκε από το απώτατο, αρχαιοελληνικό παρελθόν της, που την ήθελε συνδρομητική του βίου σκέψη, και έγινε μια, κατά την έκφραση του Simon Blackburn, μηχανολογία των εννοιών. Όσο κι αν ο Blackburn, βεβαίως, με το έργο του, τα βιβλία του κυρίως, προσπαθεί να επαναπροσεγγίσει τη Φιλοσοφία στον ανθρώπινο βίο, δεν τονίζει την αναγκαιότητα για την επαληθευσιμότητα των φιλοσοφικών θεωριών, που θα τις καταστήσει δυνάμει παραγωγικές μιας μηχανικής των εννοιών με κανόνες, η οποία όμως θα είναι δημιουργική, σε ό,τι αφορά ενδεχόμενες εφαρμογές σε κατασκευές στον ανθρώπινο βίο. Ο σχετικός προβληματισμός θα ενισχυθεί με παραδείγματα.

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Διαδικασία Βιοηθικής Αξιολόγησης Ερευνητικής Πρότασης


«Βιοηθική στην Έρευνα: Υγεία, Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες»
Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία, 13 Ιουνίου 2013

Βιοηθική είναι η ηθική συνείδηση της επιστημονικής έρευνας στον άνθρωπο. Αυτό διαφοροποιεί την έρευνα στον άνθρωπο από κάθε άλλη επιστημονική δράση. Η Βιοηθική διασφαλίζει ότι η έρευνα που γίνεται στον άνθρωπο γίνεται για τον άνθρωπο. Όχι για τον άνθρωπο ως αφηρημένη οντότητα, αλλά για τον άνθρωπο που “υφίσταται” την επιστημονική έρευνα και κάθε έναν που δυνητικά θα μπορούσε να συμμετέχει σε αυτή. Οι βιοηθικοί προβληματισμοί οφείλουν να είναι σύστοιχοι στην ερευνητική διαδικασία, μέρος της και, ακόμα περισσότερο, καθοριστικοί για τη διαμόρφωση της μεθοδολογίας της. Μέτρο και κριτήριο για την επιλογή των μεθόδων, δεν οφείλει να είναι μόνο το δυνητικό όφελος, αλλά ο σεβασμός για τον πάσχοντα άνθρωπο, που είναι πρώτα άνθρωπος και μετά πάσχων.
Αυτό είναι το πρόταγμα της βιοηθικής έρευνας. Γι’ αυτό αποτελεί διακριτή έρευνα, και δεν επαφίεται ο βιοηθικός προβληματισμός στους επιστήμονες που κάνουν έρευνα στον άνθρωπο. Αυτοί, ορθά, στοχεύουν στο πρόβλημα, εργάζονται για τη λύση του. Κανένα ανθρώπινο πρόβλημα, ωστόσο, υγείας ή άλλο, δεν επιλύεται ανεξάρτητα από τον κάθε συγκεκριμένο ξενιστή του προβλήματος. Αυτό, όσο κι αν δεν μπορεί να εμπίπτει ως μέριμνα διαρκώς στην επιστημονική έρευνα, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της Βιοηθικής, κατάκτηση επίσης της επιστημονικής εργασίας, που διασφαλίζει την αξιοπρέπεια και του επιστήμονα. Ο προβληματισμός αυτός, οι αρχές αυτές, όπως τις αποκρυσταλλώνω στην αρχή αυτής της εισήγησης, είναι η βάση κάθε βιοηθικής αξιολόγησης, είναι η έμπνευση της πρακτικής κάθε Επιτροπής, ανά τον κόσμο, που καταβάλλει ενσυνείδητη προσπάθεια κατοχύρωσης της βιοηθικής αρτιότητας των επιστημονικών ερευνών.
Πιο συγκεκριμένα, τώρα, θα αναφερθώ σε μια θέση αρχής και σε τρία πρωταρχικά ζητήματα, που απασχολούν κατεξοχήν τις εργασίες μιας Επιτροπής Βιοηθικής Αξιολόγησης. Πρώτα η θέση αρχής. Τα μέλη κάθε Επιτροπής μελετούν επισταμένως τόσο το ερευνητικό πρωτόκολλο που υποχρεούται να καταθέτει ο ερευνητής ή οι ερευνητές, όσο και την εξειδικευμένη αναφορά, με βάση τη δομή του εντύπου 02, το οποίο απαιτείται να συμπληρώσουν οι επιστήμονες εν είδει αίτησης για βιοηθική αξιολόγηση της έρευνάς τους.  Επαϊοντες και μη μέσα στην Επιτροπή, υποχρεούνται να έχουν, για κάθε έρευνα, επαρκή εποπτεία: για το αντικείμενο της έρευνας, τη μεθοδολογία της. Όσο πιο εξειδικευμένο το αντικείμενο, τόσο μεγαλύτερος ο φόρτος εργασίας των μελών μιας Επιτροπής Βιοηθικής Αξιολόγησης. Οι περισσότερο επιφορτισμένοι με το καθήκον της μελέτης φυσικά,  κάθε φορά, είναι οι τρεις εισηγητές, που ορίζονται για την κάθε υπό αξιολόγηση έρευνα, και απόλυτα υπεύθυνος ο ένας από τους τρεις, ο κυρίως εισηγητής.
Όλα τα μέλη της Επιτροπής ωστόσο, το τονίζω πάλι, οφείλουν, μετά από ενδελεχή μελέτη του ερευνητικού πρωτοκόλλου, να αποκρυσταλλώσουν σαφή άποψη για τη στοχοθεσία της έρευνας, όσο και αν κάποτε, φυσικά, εξειδικευμένοι ερευνητικοί στόχοι δυσχεραίνουν την πρόσβαση στους μη ειδικούς. Είναι νομοθετική και θεσμική επιταγή, άλλωστε, η στελέχωση των Επιτροπών από μέλη ετερόκλητα και ετερογενή, προκειμένου, πάντα, για τη διασφάλιση της αξιολογικής επάρκειας και εγκυρότητας των Επιτροπών.
Το ζήτημα που πρέπει να διευκρινιστεί, εδώ, είναι το εξής. Τα μέλη της Επιτροπής δεν καλούνται να κρίνουν την έρευνα καθεαυτή, την επιστημονική υπόθεση εργασίας. Οφείλουν να έχουν επισταμένη εποπτεία, αλλά όχι να αποφαίνονται για την επιστημονική εγκυρότητα της έρευνας. Δεν «ανοίγει» διάλογος, δηλαδή, ανάμεσα στους ερευνητές και τις Επιτροπές Βιοηθικής Αξιολόγησης. Ούτε τα μέλη μιας Επιτροπής αποφαίνονται για ακραιφνώς επιστημονικά ζητήματα, για επιλογές ερευνητικών παραμέτρων, ούτε οι ερευνητές, από την άλλη πλευρά, καλούνται να εκφέρουν άποψη για τις βιοηθικές αποφάνσεις και εκτιμήσεις της Επιτροπής. Αν υπάρχουν αμφιλεγόμενα ζητήματα βιοηθικής φύσης, επιλαμβάνεται η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, η οποία θα εκδώσει την τελεσίδικη γνώμη.
Σε ό,τι αφορά το αμιγές έργο της αποτίμησης της επιστημονικής πρότασης καθεαυτή, αρμοδίως το επιτελούν επιτροπές ειδικών, οι οποίοι επιλαμβάνονται της επιστημονικής αξιολόγησης της κάθε έρευνας, προκειμένου, για παράδειγμα, η έρευνα να τύχει της απαραίτητης για τη διεξαγωγή της χρηματοδότησης.
Έρχομαι, έτσι, στο δεύτερο, κυρίαρχο ζήτημα, που τίθεται στο πλαίσιο της βιοηθικής αξιολόγησης: η οικονομική εξασφάλιση μιας έρευνας. Πόθεν αντλείται η χρηματοδότηση; Είναι επαρκής; Ποια είναι η κατανομή των σχετικών κονδυλίων; Η διασφάλιση της οικονομικής επάρκειας της έρευνας, είναι εκ των ων ουκ άνευ για τη διεξαγωγή της. Μέρος της αξιοπιστίας της συνδέεται άρρηκτα με την οικονομική της κατοχύρωση. Η αξιοπιστία της έρευνας, είναι αυτονόητο, αντανακλά στην αξιοπρέπεια του επιστημονικού και άλλου δυναμικού της, αλλά και στην αξιοπρέπεια των εθελοντών που συμμετέχουν στην έρευνα. Κάτι που επιβεβαιώνει τη σημασία της συγκεκριμένης στόχευσης της βιοηθικής αξιολόγησης, είναι το όλο και περισσότερο συχνό φαινόμενο, διεθνώς, έρευνες να διεξάγονται για το οικονομικό όφελος των επιτετραμμένων επιστημόνων.
Θα ήταν απίθανο, άλλωστε, να μείνει η επιστήμη αλώβητη από το πνεύμα της εποχής, το οποίο καθοσιώνει κάθε μέσο, αν σκοπός είναι το οικονομικό κέρδος. Γι’ αυτό η χρηματοδότηση πρέπει να είναι ανεξάρτητη, και οι εθελοντές να μην επιβαρύνονται οικονομικά για τη διενέργεια μιας έρευνας.  
Τρίτο στη σειρά ζήτημα, από τα τέσσερα που θα θίξω, είναι αυτό των εθελοντών - υποκειμένων της έρευνας. Ο όρος “υποκείμενο”, εδώ, είναι κρίσιμος. Χωρίς τους εθελοντές είναι αδύνατη η διεξαγωγή μιας έρευνας. Επειδή, λοιπόν, χωρίς τα ανθρώπινα υποκείμενα δεν γίνεται επιστημονική έρευνα στον άνθρωπο, οι επιστήμονες υποχρεούνται να μοιράζουν την προσοχή τους εξίσου, στην κατάρτιση της ερευνητικής υπόθεσης εργασίας και στη στρατολόγηση των εθελοντών. Πώς γίνεται η στρατολόγηση αυτή; Πού; Πώς ενημερώνονται οι υποψήφιοι για συμμετοχή στις έρευνες; Αυτά είναι τρία κεφαλαιώδη ερωτήματα στη βιοηθική αξιολόγηση μιας έρευνας. Σε ό,τι αφορά την ενημέρωση των υποψήφιων εθελοντών, κρίσιμο στάδιο στη συγγραφή μιας έρευνας είναι η διατύπωση του εντύπου συγκατάθεσης. Το κείμενο του εντύπου αποτελεί, ταυτοχρόνως, τεκμήριο για την αξιοπιστία της επιστημονικής έρευνας αλλά και συμβόλαιο τιμής μεταξύ του ερευνητή και του εθελοντή, το οποίο κρίνει την εντιμότητα του ερευνητή και διασφαλίζει την αξιοπρέπεια του εθελοντή.
Αρκετές και σημαντικές είναι οι έρευνες που αφορούν, διεθνώς, στις καλές πρακτικές για την κατάρτιση του εντύπου συγκατάθεσης. Το απόσταγμα των ερευνών αυτών είναι το εξής: με λεκτικό απόλυτα κατανοητό στον υποψήφιο εθελοντή, ο επιστήμονας που επιζητεί τη συμμετοχή του, οφείλει να εξηγεί τον σκοπό, τη μεθοδολογία της έρευνας, τα οφέλη, αν υπάρχουν, για τους συμμετέχοντες, και τους κινδύνους, όποιοι κι αν μπορεί να είναι, από τη συμμετοχή στην έρευνα.
Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνεται σαφές ότι η άρνηση του εθελοντή να συμμετάσχει δεν θα έχει οποιαδήποτε επίπτωση στη θεραπεία του, αν αυτή σχετίζεται με τον ερευνητή ή το ιατρικό κέντρο νοσηλείας στο οποίο διεξάγεται η έρευνα. Επίσης, η ίδια διαβεβαίωση πρέπει ρητώς να δίδεται και στην περίπτωση που ο εθελοντής θελήσει να αναστείλει ή να ματαιώσει τη συμμετοχή του στην έρευνα. Αυτονόητο, τέλος, είναι ότι ο ερευνητής πρέπει να τίθεται στη διάθεση του υποψήφιου εθελοντή για κάθε διευκρίνιση που τυχόν θα χρειαστεί. Συναφές με τα ως άνω, είναι το ζήτημα του υπεύθυνου για τη λήψη παραπόνων από εκείνους που τελικά θα συμμετάσχουν. Πρέπει να είναι ανεξάρτητος και χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον από τη διεξαγωγή της έρευνας.
Τέταρτο, και τελευταίο, κεφαλαιώδες ζήτημα, στη βιοηθική αξιολόγηση, είναι εκείνο της χρήσης των βιολογικών δειγμάτων των εθελοντών. Αυτή οφείλει να διέπεται αυστηρά από τους όρους που συμφωνούνται μεταξύ του ερευνητή και του εθελοντή. Οι όροι αυτοί οφείλουν να εμπεριέχονται, όλοι, στο έντυπο συγκατάθεσης που υπογράφει ο συμμετέχων. Αν όρος της συμφωνίας είναι το βιολογικό δείγμα να καταστρέφεται μετά την έρευνα, πρέπει να καταστρέφεται. Αν να διατηρείται ανώνυμο, πρέπει να διατηρείται ανώνυμο. Αν όρος είναι να χρησιμοποιηθεί το δείγμα για συγκεκριμένη έρευνα, πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο γι’ αυτή την έρευνα.
Σε κάθε περίπτωση, αν ο ερευνητής έχει τη συγκατάθεση να χρησιμοποιήσει δείγματα και σε άλλες έρευνες, για την κάθε καινούρια έρευνα οφείλει να αιτείται την έγκριση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής. Αυτοί οι όροι είναι εξαιρετικά σημαντικοί. Εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας έχουν συντελεστεί από επιστήμονες οι οποίοι θεωρούσαν ανθρώπινα βιολογικά δείγματα ιδιοκτησία τους.
Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι η βιοηθική αξιολόγηση είναι δυναμική διαδικασία. Δεν πρόκειται για τυπικό έλεγχο γνωστών λίγο – πολύ παραμέτρων. Πρόκειται για καινούργια κάθε φορά συζήτηση προβλημάτων χωρίς έτοιμη λύση. Κάθε συζήτηση βιοηθικής αξιολόγησης έχει αξία μιας έρευνας μέσα στην έρευνα και όχι μετά από την έρευνα. Κι αυτό οι ερευνητές πρέπει να το συνειδητοποιήσουν. Κάθε έρευνα στον άνθρωπο που αρχίζει χωρίς βιοηθική αξιολόγηση είναι ερευνητικά ανεπαρκής και θεσμικά απαράδεκτη. Γι’ αυτό και καταγγέλλεται από τις Εθνικές Επιτροπές Βιοηθικής πάραυτα. Η βιοηθική αξιολόγηση της επιστημονικής έρευνας στον άνθρωπο είναι κατάκτηση της επιστήμης και υποχρέωση κάθε επιστήμονα που σέβεται τον εαυτό του και τους ανθρώπους που εθελοντικά κάνουν την έρευνά του πραγματικότητα.

Δρ. Ιωάννης Χριστοδούλου, 
Πρόεδρος Επιτροπής Βιοηθικής Αξιολόγησης Βιοϊατρικής και Κλινικής Έρευνας

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Η σκέψη και ο θάνατος


             Με δύο τρόπους μας αφορούν όλα στη ζωή, και ο θάνατος: όπως τα σκεφτόμαστε και όπως τα φανταζόμαστε. Και στις δύο περιπτώσεις δεν μας αφορά πραγματικά ο θάνατος. Όταν μας αφορά πραγματικά, ούτε να τον σκεφτούμε μπορούμε ούτε να τον φανταστούμε. Τότε τον ζούμε…
            Πριν να τον ζήσουμε, πάντως, τα προκαταρκτικά του δηλαδή, της ερωτικότερης στιγμής της ζωής, που παραδίνεσαι άνευ όρων, είναι ωραίο παράδειγμα, για να καταλάβουμε πως μη φιλοσοφική σκέψη και φαντασία, που είναι το ίδιο, ξεγεννούν την πραγματικότητα, το παιδί που κυοφορεί εξαιτίας τους.
            Αρχίζω με τη φαντασία. Ο θάνατος εμφανίζεται νωρίς στη ζωή του ανθρώπου. Φαντάζει όμως τότε, στη συνείδηση των παιδιών, ως ένα είδος απώλειας φυσικής. Όπως όλα που χάνουν τα παιδιά, τον ξεχνούν γρήγορα. Μεγαλώνοντας όμως, καθώς οι απώλειες συσσωρεύονται, και διαψεύδουν συνέχεια τις αθώες προσδοκίες για διάρκεια, των μεγαλύτερων παιδιών, και ο θάνατος εμφανίζεται απειλητικός, ως ο χειρότερος εκπρόσωπος αυτής της πλευράς της ζωής, της απώλειας. Στη φαντασία λοιπόν, νωρίς στη ζωή του ανθρώπου, παίρνει ο θάνατος μορφές απροσδιόριστης δυστυχίας. Πάσχουμε μεν για την απώλεια προσφιλών προσώπων, ας πούμε, αλλά περισσότερο φανταζόμαστε ότι πάσχουμε, κι αν δεν υπάρχει άλλος λόγος για να πάσχουμε, ενοχές και τύψεις κυρίως, το πάθος σβήνει γρήγορα. Βοηθάει ο θάνατος σ’ αυτό, η τελεσίδικη και ανεπίστροφη πραγματικότητά του, αλλά και τα ανθρώπινα έθιμα που τον αφορούν. 
            Και τότε αρχίζει η σκέψη του θανάτου. Η εξοικείωση μαζί του, καθώς επαναλαμβάνεται ως συμβάν που αφορά άλλους στη ζωή μας, μας κάνει να τον σκεφτόμαστε με σκέψεις πρόχειρες συνήθως, αποκύημα της συλλογικής σοφίας ή της θρησκευτικής ευπιστίας.
            Μάλιστα οι σκέψεις αυτές είναι οιονεί φιλοσοφικές, και το θέμα του θανάτου ευρέως αναγνωρίζεται ως κατεξοχήν φιλοσοφικό. Το παράδοξο είναι, φυσικά, ότι μόνο παρεμπιπτόντως αναφέρονται οι φιλόσοφοι στον θάνατο, με λίγες προτάσεις, αν το κάνουν. Οι περιπτώσεις των Schopenhauer και Camus αποτελούν εξαίρεση. Tόσο, μάλιστα, που, οι δυο αυτοί φιλόσοφοι, απέκτησαν φιλοσοφικό τύπο χάρη στη σκέψη του θανάτου.
            Ο λόγος που οι φιλόσοφοι δεν μιλούν πολύ για τον θάνατο, είναι ότι για τον ίδιο τον θάνατο ο φιλοσοφικός νους δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα, γιατί πρόκειται για κάτι που δεν αφορά τη φιλοσοφική σκέψη: «νέκυες κοπρίων εκβλητότεροι», έλεγε ο Ηράκλειτος, και το είπε δυστυχώς έτσι. Η φιλοσοφική σκέψη δεν ασχολείται με την ανόργανη ύλη. Την ίδια την ύλη, μάλιστα, ακόμα και ως ενόργανη, ως ιδέα την εκλαμβάνει. Η κινούμενη ύλη ενδιαφέρει τη Φιλοσοφία, δηλαδή η ζωντανή, που απηχείται σε κινούμενες ιδέες. Τις ιδέες αυτές, τις κινούμενες, εγκολπώνεται η Φιλοσοφία, και γίνεται σκέψη εν κινήσει, για να προλάβει να τις σταματήσει - τις ιδέες των αισθήσεων, που γίνονται της φαντασίας, ή τις στατικές ιδέες, που είναι της φαντασίας - με άλλες δικές της, και να τις κάνει να συνάψουν σχέση, όσο γίνεται πιο στενή…
            Με τον τρόπο αυτό, η Φιλοσοφία προσπαθεί να αποκαταστήσει την τιμή της πραγματικότητας, την οποία προσβάλλει η φαντασία, με την αδιαφορία της γι’ αυτά που  συμβαίνουν στην πραγματικότητα και με την εμμονή της για όσα συμβαίνουν στην ίδια. Για τη Φιλοσοφία, λοιπόν, ο θάνατος έχει νόημα ως εξέλιξη κινήσεων στην πραγματικότητα που εμπεριέχουν ζωντανό νόημα θανάτου. Όταν ο θάνατος οφείλεται σε κοινωνικούς παράγοντες, ας πούμε, και απώτερα ανθρωπολογικούς, τότε η φιλοσοφική σκέψη απασχολείται με αυτούς. Όταν οφείλεται σε αδυναμία του ανθρώπου να ζήσει καθεαυτόν, τότε στη φιλοσοφία συντελείται η αποκάλυψη αυτής της υπαρξιακής ανεπάρκειας κ.ο.κ..             
            Για παράδειγμα, στην ιστορία του Χριστού συνδυάζονται και οι δύο παράγοντες, κοινωνικός και πρωτογενώς ανθρωπολογικός, και ο κατεξοχήν υπαρξιακός, των ορίων που τίθενται εξ ορισμού στην ανθρώπινη ικανότητα για επιβίωση. Ο πρώτος παράγοντας, εδώ, καθορίζει τον δεύτερο. Η σκέψη της Ανάστασης, όμως, που για κάποιους Χριστιανούς γίνεται έντονη την περίοδο του Πάσχα, είναι επείσακτη στις σκέψεις που συνήθως κάνουμε για τον θάνατο. Τέτοιες, επείσακτες, είναι οι περισσότερες σκέψεις που κάνει ένας άνθρωπος για την πραγματικότητα, όταν τη σκέφτεται. Μάλιστα, όσο απίθανη φαντάζει η προοπτική της Ανάστασης εκτός των συγκειμένων του Χριστιανισμού, άλλο τόσο απίθανες είναι οι προεκτάσεις που δίνουμε με τη σκέψη μας στην πραγματικότητα όταν τη σκεφτόμαστε όπως συνήθως. Όσο αδύνατη είναι η ανάσταση ενός νεκρού στην πραγματικότητα όπως την ξέρουμε, άλλο τόσο αδύνατο είναι να συμβεί αυτό που σκεφτόμαστε για τα πράγματα, ακριβώς όπως το σκεφτόμαστε. Κι όπως η σκέψη της ανάστασης, και αυτή, όπως η σκέψη του θανάτου καθεαυτόν, δεν έχει φιλοσοφικό ενδιαφέρον, γιατί εμπίπτει στη σφαίρα της θρησκευτικής φαντασίας, έτσι και οι σκέψεις που κάνουμε πρόχειρα όταν φανταζόμαστε τα πράγματα, τη συνέχειά τους, το μέλλον, την εξέλιξή τους, είναι για τη Φιλοσοφία ανυπόληπτες, εξ ορισμού άστοχες και αβάσιμες. 
               Η πραγματικότητα του θανάτου, που αφορά τον καθένα από εμάς όταν έλθει η ώρα, ομοιάζει με την πραγματικότητα των πραγμάτων γενικά, που μας αφορά όταν έρχεται η ώρα για οτιδήποτε. Γι’ αυτή τη δύσκολη σκέψη, τη δεύτερη, που την κάνουμε εδώ με αφορμή τις σκέψεις για τον θάνατο, η Φιλοσοφία έχει να πει πολλά! Όσα λέει, φυσικά, ισχύουν και για τον θάνατο…
                                Όμιλος Φιλοσοφικής Αγωγής, 26 Απριλίου 2013


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Άσκηση Φιλοσοφίας


Το πιο παραγωγικό, ίσως, φιλοσοφικό ερώτημα, είναι εκείνο που διατυπώνεται ως εξής: «που βρίσκομαι;» Για να απαντήσω, θα αναγκαστώ να μιλήσω για τον χώρο, τον χρόνο, για τον εαυτό μου (να πω δηλαδή ποιος είμαι, τι κάνω, τι πρέπει να κάνω, τι θέλω, τι μου αρέσει), για τους άλλους, τι υπάρχει γύρω μου, τι σκέφτομαι για όλα αυτά…
 Όσο δεν θέτω το ερώτημα αυτό, βρίσκομαι κάθε φορά εκεί που σκέφτομαι, δηλαδή δεν βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι! Δεν βρίσκομαι, δηλαδή, στον χώρο που βρίσκομαι, ούτε στον χρόνο, εκτός και κάνω κάτι συγκεκριμένο, ίσως ούτε και τότε… Αυτό που σκέφτομαι ως εαυτό μου, επίσης, δεν είναι αυτό που είναι εκεί που βρίσκομαι. Η αναφορά σε αυτό που είμαι είναι αφηρημένη, σε αυτό που κάνω επίσης, στο τι πρέπει να κάνω το ίδιο, στο τι θέλω ομοίως, στο τι μου αρέσει το ίδιο. Και οι άλλοι, όμως, δεν είναι αυτοί που είναι εκεί και τότε, αλλά αυτοί που σκέφτομαι ότι είναι. Κι αν σκεφτώ τι σκέφτομαι, όπως το κάνω τώρα, για όλα αυτά, θα καταλάβω ότι τα σκέφτομαι, και τίποτα περισσότερο…
Τον εαυτό μου τον γνωρίζω αν μπορώ, κάθε φορά, όσο γίνεται πιο συχνά, να θέτω και να απαντώ στο ερώτημα «που βρίσκομαι». Αυτό είναι το καίριο ερώτημα, και όχι το ερώτημα «ποιος είμαι». Και τότε καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να ξέρω, και τότε καταλαβαίνω ότι η γνώση είναι μυστική, στην πραγματικότητα, γιατί κάθε φορά που θέτω το ερώτημα, η πραγματικότητα γίνεται μυστικοπαθής. Έτσι, όμως, είναι σαν να συμμετέχουμε στην ιλιγγιώδη περιστροφή της γης… Κι επειδή αυτό δεν αντέχεται, ο άνθρωπος ζει όχι εκεί που βρίσκεται αλλά εκεί που σκέφτεται… Έτσι απολαμβάνει μια σταθερότητα που, κατά τα άλλα, δεν υπάρχει…
Στο ύψιστο φιλοσοφικό ερώτημα, επομένως, «αν αυτό που σκέφτομαι είναι αυτό που υπάρχει…», η απάντηση είναι «μόνο όταν προσπαθώ να καταλάβω που βρίσκομαι». Τότε η σκέψη μου είναι αυτό που υπάρχει, και ταυτόχρονα αυτό που σκέφτομαι, και μόνο τότε αυτό που σκέφτομαι είναι αυτό που υπάρχει. Κι αυτό που σκέφτομαι είναι η σκέψη μου, ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις είναι αυτό που υπάρχει, και το οποίο δεν το σκέφτομαι όπως υπάρχει αλλά όπως το σκέφτομαι, χωρίς να ξέρω ότι το σκέφτομαι, χωρίς συνεπώς να ξέρω ότι δεν το γνωρίζω το ίδιο αλλά μόνο τη σκέψη μου…