Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Η σκέψη και ο θάνατος


             Με δύο τρόπους μας αφορούν όλα στη ζωή, και ο θάνατος: όπως τα σκεφτόμαστε και όπως τα φανταζόμαστε. Και στις δύο περιπτώσεις δεν μας αφορά πραγματικά ο θάνατος. Όταν μας αφορά πραγματικά, ούτε να τον σκεφτούμε μπορούμε ούτε να τον φανταστούμε. Τότε τον ζούμε…
            Πριν να τον ζήσουμε, πάντως, τα προκαταρκτικά του δηλαδή, της ερωτικότερης στιγμής της ζωής, που παραδίνεσαι άνευ όρων, είναι ωραίο παράδειγμα, για να καταλάβουμε πως μη φιλοσοφική σκέψη και φαντασία, που είναι το ίδιο, ξεγεννούν την πραγματικότητα, το παιδί που κυοφορεί εξαιτίας τους.
            Αρχίζω με τη φαντασία. Ο θάνατος εμφανίζεται νωρίς στη ζωή του ανθρώπου. Φαντάζει όμως τότε, στη συνείδηση των παιδιών, ως ένα είδος απώλειας φυσικής. Όπως όλα που χάνουν τα παιδιά, τον ξεχνούν γρήγορα. Μεγαλώνοντας όμως, καθώς οι απώλειες συσσωρεύονται, και διαψεύδουν συνέχεια τις αθώες προσδοκίες για διάρκεια, των μεγαλύτερων παιδιών, και ο θάνατος εμφανίζεται απειλητικός, ως ο χειρότερος εκπρόσωπος αυτής της πλευράς της ζωής, της απώλειας. Στη φαντασία λοιπόν, νωρίς στη ζωή του ανθρώπου, παίρνει ο θάνατος μορφές απροσδιόριστης δυστυχίας. Πάσχουμε μεν για την απώλεια προσφιλών προσώπων, ας πούμε, αλλά περισσότερο φανταζόμαστε ότι πάσχουμε, κι αν δεν υπάρχει άλλος λόγος για να πάσχουμε, ενοχές και τύψεις κυρίως, το πάθος σβήνει γρήγορα. Βοηθάει ο θάνατος σ’ αυτό, η τελεσίδικη και ανεπίστροφη πραγματικότητά του, αλλά και τα ανθρώπινα έθιμα που τον αφορούν. 
            Και τότε αρχίζει η σκέψη του θανάτου. Η εξοικείωση μαζί του, καθώς επαναλαμβάνεται ως συμβάν που αφορά άλλους στη ζωή μας, μας κάνει να τον σκεφτόμαστε με σκέψεις πρόχειρες συνήθως, αποκύημα της συλλογικής σοφίας ή της θρησκευτικής ευπιστίας.
            Μάλιστα οι σκέψεις αυτές είναι οιονεί φιλοσοφικές, και το θέμα του θανάτου ευρέως αναγνωρίζεται ως κατεξοχήν φιλοσοφικό. Το παράδοξο είναι, φυσικά, ότι μόνο παρεμπιπτόντως αναφέρονται οι φιλόσοφοι στον θάνατο, με λίγες προτάσεις, αν το κάνουν. Οι περιπτώσεις των Schopenhauer και Camus αποτελούν εξαίρεση. Tόσο, μάλιστα, που, οι δυο αυτοί φιλόσοφοι, απέκτησαν φιλοσοφικό τύπο χάρη στη σκέψη του θανάτου.
            Ο λόγος που οι φιλόσοφοι δεν μιλούν πολύ για τον θάνατο, είναι ότι για τον ίδιο τον θάνατο ο φιλοσοφικός νους δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα, γιατί πρόκειται για κάτι που δεν αφορά τη φιλοσοφική σκέψη: «νέκυες κοπρίων εκβλητότεροι», έλεγε ο Ηράκλειτος, και το είπε δυστυχώς έτσι. Η φιλοσοφική σκέψη δεν ασχολείται με την ανόργανη ύλη. Την ίδια την ύλη, μάλιστα, ακόμα και ως ενόργανη, ως ιδέα την εκλαμβάνει. Η κινούμενη ύλη ενδιαφέρει τη Φιλοσοφία, δηλαδή η ζωντανή, που απηχείται σε κινούμενες ιδέες. Τις ιδέες αυτές, τις κινούμενες, εγκολπώνεται η Φιλοσοφία, και γίνεται σκέψη εν κινήσει, για να προλάβει να τις σταματήσει - τις ιδέες των αισθήσεων, που γίνονται της φαντασίας, ή τις στατικές ιδέες, που είναι της φαντασίας - με άλλες δικές της, και να τις κάνει να συνάψουν σχέση, όσο γίνεται πιο στενή…
            Με τον τρόπο αυτό, η Φιλοσοφία προσπαθεί να αποκαταστήσει την τιμή της πραγματικότητας, την οποία προσβάλλει η φαντασία, με την αδιαφορία της γι’ αυτά που  συμβαίνουν στην πραγματικότητα και με την εμμονή της για όσα συμβαίνουν στην ίδια. Για τη Φιλοσοφία, λοιπόν, ο θάνατος έχει νόημα ως εξέλιξη κινήσεων στην πραγματικότητα που εμπεριέχουν ζωντανό νόημα θανάτου. Όταν ο θάνατος οφείλεται σε κοινωνικούς παράγοντες, ας πούμε, και απώτερα ανθρωπολογικούς, τότε η φιλοσοφική σκέψη απασχολείται με αυτούς. Όταν οφείλεται σε αδυναμία του ανθρώπου να ζήσει καθεαυτόν, τότε στη φιλοσοφία συντελείται η αποκάλυψη αυτής της υπαρξιακής ανεπάρκειας κ.ο.κ..             
            Για παράδειγμα, στην ιστορία του Χριστού συνδυάζονται και οι δύο παράγοντες, κοινωνικός και πρωτογενώς ανθρωπολογικός, και ο κατεξοχήν υπαρξιακός, των ορίων που τίθενται εξ ορισμού στην ανθρώπινη ικανότητα για επιβίωση. Ο πρώτος παράγοντας, εδώ, καθορίζει τον δεύτερο. Η σκέψη της Ανάστασης, όμως, που για κάποιους Χριστιανούς γίνεται έντονη την περίοδο του Πάσχα, είναι επείσακτη στις σκέψεις που συνήθως κάνουμε για τον θάνατο. Τέτοιες, επείσακτες, είναι οι περισσότερες σκέψεις που κάνει ένας άνθρωπος για την πραγματικότητα, όταν τη σκέφτεται. Μάλιστα, όσο απίθανη φαντάζει η προοπτική της Ανάστασης εκτός των συγκειμένων του Χριστιανισμού, άλλο τόσο απίθανες είναι οι προεκτάσεις που δίνουμε με τη σκέψη μας στην πραγματικότητα όταν τη σκεφτόμαστε όπως συνήθως. Όσο αδύνατη είναι η ανάσταση ενός νεκρού στην πραγματικότητα όπως την ξέρουμε, άλλο τόσο αδύνατο είναι να συμβεί αυτό που σκεφτόμαστε για τα πράγματα, ακριβώς όπως το σκεφτόμαστε. Κι όπως η σκέψη της ανάστασης, και αυτή, όπως η σκέψη του θανάτου καθεαυτόν, δεν έχει φιλοσοφικό ενδιαφέρον, γιατί εμπίπτει στη σφαίρα της θρησκευτικής φαντασίας, έτσι και οι σκέψεις που κάνουμε πρόχειρα όταν φανταζόμαστε τα πράγματα, τη συνέχειά τους, το μέλλον, την εξέλιξή τους, είναι για τη Φιλοσοφία ανυπόληπτες, εξ ορισμού άστοχες και αβάσιμες. 
               Η πραγματικότητα του θανάτου, που αφορά τον καθένα από εμάς όταν έλθει η ώρα, ομοιάζει με την πραγματικότητα των πραγμάτων γενικά, που μας αφορά όταν έρχεται η ώρα για οτιδήποτε. Γι’ αυτή τη δύσκολη σκέψη, τη δεύτερη, που την κάνουμε εδώ με αφορμή τις σκέψεις για τον θάνατο, η Φιλοσοφία έχει να πει πολλά! Όσα λέει, φυσικά, ισχύουν και για τον θάνατο…
                                Όμιλος Φιλοσοφικής Αγωγής, 26 Απριλίου 2013


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Άσκηση Φιλοσοφίας


Το πιο παραγωγικό, ίσως, φιλοσοφικό ερώτημα, είναι εκείνο που διατυπώνεται ως εξής: «που βρίσκομαι;» Για να απαντήσω, θα αναγκαστώ να μιλήσω για τον χώρο, τον χρόνο, για τον εαυτό μου (να πω δηλαδή ποιος είμαι, τι κάνω, τι πρέπει να κάνω, τι θέλω, τι μου αρέσει), για τους άλλους, τι υπάρχει γύρω μου, τι σκέφτομαι για όλα αυτά…
 Όσο δεν θέτω το ερώτημα αυτό, βρίσκομαι κάθε φορά εκεί που σκέφτομαι, δηλαδή δεν βρίσκομαι εκεί που βρίσκομαι! Δεν βρίσκομαι, δηλαδή, στον χώρο που βρίσκομαι, ούτε στον χρόνο, εκτός και κάνω κάτι συγκεκριμένο, ίσως ούτε και τότε… Αυτό που σκέφτομαι ως εαυτό μου, επίσης, δεν είναι αυτό που είναι εκεί που βρίσκομαι. Η αναφορά σε αυτό που είμαι είναι αφηρημένη, σε αυτό που κάνω επίσης, στο τι πρέπει να κάνω το ίδιο, στο τι θέλω ομοίως, στο τι μου αρέσει το ίδιο. Και οι άλλοι, όμως, δεν είναι αυτοί που είναι εκεί και τότε, αλλά αυτοί που σκέφτομαι ότι είναι. Κι αν σκεφτώ τι σκέφτομαι, όπως το κάνω τώρα, για όλα αυτά, θα καταλάβω ότι τα σκέφτομαι, και τίποτα περισσότερο…
Τον εαυτό μου τον γνωρίζω αν μπορώ, κάθε φορά, όσο γίνεται πιο συχνά, να θέτω και να απαντώ στο ερώτημα «που βρίσκομαι». Αυτό είναι το καίριο ερώτημα, και όχι το ερώτημα «ποιος είμαι». Και τότε καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να ξέρω, και τότε καταλαβαίνω ότι η γνώση είναι μυστική, στην πραγματικότητα, γιατί κάθε φορά που θέτω το ερώτημα, η πραγματικότητα γίνεται μυστικοπαθής. Έτσι, όμως, είναι σαν να συμμετέχουμε στην ιλιγγιώδη περιστροφή της γης… Κι επειδή αυτό δεν αντέχεται, ο άνθρωπος ζει όχι εκεί που βρίσκεται αλλά εκεί που σκέφτεται… Έτσι απολαμβάνει μια σταθερότητα που, κατά τα άλλα, δεν υπάρχει…
Στο ύψιστο φιλοσοφικό ερώτημα, επομένως, «αν αυτό που σκέφτομαι είναι αυτό που υπάρχει…», η απάντηση είναι «μόνο όταν προσπαθώ να καταλάβω που βρίσκομαι». Τότε η σκέψη μου είναι αυτό που υπάρχει, και ταυτόχρονα αυτό που σκέφτομαι, και μόνο τότε αυτό που σκέφτομαι είναι αυτό που υπάρχει. Κι αυτό που σκέφτομαι είναι η σκέψη μου, ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις είναι αυτό που υπάρχει, και το οποίο δεν το σκέφτομαι όπως υπάρχει αλλά όπως το σκέφτομαι, χωρίς να ξέρω ότι το σκέφτομαι, χωρίς συνεπώς να ξέρω ότι δεν το γνωρίζω το ίδιο αλλά μόνο τη σκέψη μου…