Φιλοσοφική Άσκηση «ΑΛΗΘΕΙΑ»: τι είναι;


Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ανασκαφή στα μνημεία της Σοφόπολης



Πρώτη εκδήλωση Ομίλου Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Κύπρου
13 Νοεμβρίου 2014

Η φιλοσοφία δεν έζησε πολύ. Γεννήθηκε το 630 ή 635 π.Χ., μαζί με τον Θαλή, τον Μιλήσιο, και πέθανε το 180 μ.Χ., με τον Μάρκο Αυρήλιο. Έζησε 850 χρόνια, δηλαδή, από τα 200.000, περίπου, που υπάρχει ο άνθρωπος όπως τον ξέρουμε σήμερα. Υπολογίζω έτσι τον χρόνο που έζησε η  Φιλοσοφία όχι γιατί ο Θαλής ήταν ο πρώτος Προσωκρατικός φιλόσοφος, ο πρώτος των επτά Σοφών, και ο Μάρκος Αυρήλιος ο τελευταίος των Στωικών, της μακροβιότερης  των αρχαίων ελληνικών φιλοσοφικών σχολών. Αλλά γιατί δεν επαναλήφθηκε, στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, το φαινόμενο αυτό, μιας συνέχειας από άθλους στη σκέψη.
Κυριολεκτώ! Είναι μια ιστορία καμωμένη από άνδρες, η ιστορία της Φιλοσοφίας, από Έλληνες ή Ρωμαίους ελληνικής μόρφωσης. Είναι αρκετά διαφορετική η οπτική αυτή, για τη Φιλοσοφία ως ανδρική σκέψη, από τη συνήθη σύγχρονη, που γεννήθηκε, φυσικά, όταν πέθανε η Φιλοσοφία. Το 410, που σκόρπιζαν πια οι στάχτες του Μάρκου, στη Ρώμη που έπεφτε συντριμμένη από την επιδρομή των Βησιγότθων, είχε συντελεστεί η δραματική μετάβαση από την εποχή των ηρώων της σκέψης, στην εποχή των διανοητών. Ο Αυγουστίνος, την ίδια εποχή, βρισκόταν στην ακμή της απελπισμένης του προσπάθειας να απαλλαγεί από τον Πλάτωνα, και να προσποιηθεί τον Χριστιανό.
Οι Έλληνες φιλόσοφοι κείτονταν πια, ονόματα και ιδέες, σε καλλιγραφικές αντιγραφές αρχαίων κωδίκων, φαντάσματα του εαυτού τους, πρόσφοροι για προπαιδευτική άσκηση στα βυζαντινά διδασκαλεία, για εκμετάλλευση, στο δυτικό Μεσαίωνα, από ποικιλώνυμους προπαγανδιστές του Χριστιανισμού· έμπνευση, επίσης, για τους εισηγητές του ουμανισμού, φανταστικοί αντίπαλοι των φυσικών επιστημόνων των νεώτερων χρόνων, και αντικείμενα ακαδημαϊκών εικασιών μέχρι σήμερα. Ο Νίτσε μόνο, δεινός φιλόλογος ο ίδιος, κατάλαβε την πνευματική τυμβωρυχία που συντελούνταν για 1500 τουλάχιστον χρόνια, και προσπάθησε, σε σύγκρουση με τη γερμανική φιλολογική παράδοση του 19ου αιώνα, να ανασυνθέσει την εικόνα του πολιτισμού των σκεπτόμενων Ελλήνων.
Σήμερα, όλο και περισσότερο, αναζητάμε ερευνητικά έναν ορισμό για τη Φιλοσοφία. Μιλάμε πολύ για τη διάκριση ανάμεσα σε αναλυτική και ηπειρωτική φιλοσοφία. Διαιωνίζουμε ουσιαστικά ένα στείρο ακαδημαϊκό πείσμα, που οδήγησε τους Άγγλους αυτόκλητους υποστηρικτές του μη φιλοσοφικού νου να συγκρουστούν με τους συμπατριώτες τους απολογητές του ιδεαλιστικού διανοητισμού. Αποτυγχάνουμε έτσι, παρόλη την επίπονη μετα-φιλοσοφική διερώτηση, να αντιληφθούμε την πραγματική διάκριση, στο εσωτερικό της ιστορίας της φιλοσοφίας, ανάμεσα στην ελληνική φιλοσοφία και τη μη ελληνική μηχανολογία των εννοιών (conceptual enginnering), κατά την προσφιλή έκφραση του Simon Blackburn.
Αυτό γιατί, όπως είπα νωρίτερα, ο νους έχασε το φύλο του. Βγήκε από τα ζωντανά σώματα των Ελλήνων, που έμειναν ξέπνοα, στο παρελθόν του δικού τους πολιτισμού, και, ασώματος, ως άλλο Πνεύμα Θεού, φέρεται “υπεράνω των υδάτων”, σαν η γη, ακόμα, να είναι “αόρατος και ακατασκεύαστος”. Από εδώ η προσχηματική δυσκολία να ορίσουμε τη Φιλοσοφία. Δεν υπάρχει τρόπος να καταστήσει ορατό τον κόσμο πια, πολύ λιγότερο να τον κατασκευάσει, ούτε καν ένα δικό της κόσμο…
Πώς να επικοινωνήσει το πνεύμα με την ύλη; Το ίδιο πρόβλημα, που δοκιμάζει την πίστη μας στο Θεό, δοκιμάζει και την εμπιστοσύνη μας στη Φιλοσοφία. Πώς η Φιλοσοφία, χωρίς σώμα πια, να πείσει ότι υπάρχει, ότι χρειάζεται, ότι μπορεί να επηρεάσει; Δεν έχει πια την άδεια. Στην αρχαιότητα οι φιλόσοφοι επέβαλλαν την παρουσία τους όπως οι στρατιώτες στη μάχη, που δεν έπαιρναν άδεια για να πολεμήσουν. Ήταν αυτονόητο για τους φιλοσόφους να μάχονται, μέσα στο κοινωνικό τους περιβάλλον, για να κερδίσουν έδαφος σ’ αυτό, όχι εκτοπίζοντας άλλους αλλά πείθοντας ότι ανήκουν και αυτοί εκεί, ανάμεσά τους, ότι μιλούν για χάρη τους, επειδή μιλούν αλλιώς, όχι όπως όλοι…
Κι η μάχη αυτή, όπως είπα στην αρχή, δόθηκε για εννέα περίπου αιώνες, σε μια άνευ προηγουμένου, στην ιστορία του πολιτισμού, συμμαχία φιλοσόφων, ανδρών για τους οποίους η σκέψη ήταν ζήτημα τιμής. Ήταν ζήτημα τιμής, δηλαδή, να μη σκέφτονται όπως μιλούν όλοι αλλά να μιλούν όπως σκέφτονται οι ίδιοι, δηλαδή όχι χωρίς ν’ αναρωτιούνται: αλήθεια; γιατί; είναι σίγουρο; κι αν δεν; πώς μπορεί; γιατί όχι; είναι δίκαιο; ορθό; όσιο; Κι αυτά τα ρωτούσαν ως άνδρες, που έπαιρναν δηλαδή την ευθύνη της δυσπιστίας, της αμφιβολίας, της αμφισβήτησης, της απιστίας, ακόμα, όταν η εντιμότητά τους δεν τους επέτρεπε να είναι εύπιστοι και πειθήνιοι.
Ακόμα κι εκείνοι που είχαν δεσμεύσεις συναισθηματικές και πάθη, που τους έσπρωχναν εναντίον των ομότεχνών τους, μάχονταν φιλοσοφικά με σθένος, όχι για της θεωρίας την επικράτηση, αλλά με την πεποίθηση ότι πολεμούν για την αξία που έχει να πιστεύεις στη μια κι όχι στην άλλη ιδέα για τη ζωή. Ό,τι κι αν σκέφτονταν, εν προκειμένω, ακόμα και ήσσονος βιωτικού ενδιαφέροντος σκέψεις, για τον άνθρωπο το σκέφτονταν, γι’ αυτό που είναι, γι’ αυτό που κάνει, γι’ αυτό που μπορεί να κάνει. Ως προς αυτό, επιμένω, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ίδιο το ενδιαφέρον της διάνοιας που ελαύνεται από την ανάγκη για τη γνώση ή την ικανοποίηση που συνεπάγεται η άσκηση της υπολογιστικής ή της διαλεκτικής της διάνοιας ικανότητας.  
Οι Έλληνες φιλόσοφοι δεν σκέφτονταν, όπως οι ακαδημαϊκοί φιλόσοφοι σήμερα, για να διακριθούν με τη δεξιότητα στη σκέψη. Σκεπτόμενοι διακρίνονταν για την τόλμη με την οποία στοχάζονταν όσα οι περισσότεροι θεωρούσαν αυτονόητα ή ακατανόητα. Για τους σύγχρονους φιλοσόφους η τόλμη αυτή είναι αυθαίρετη και άστοχη. Για μας η αλήθεια είναι αντικείμενο σκέψης ως έννοια, η οποία δεν επιτρέπεται να έχει περιεχόμενο. Προτού να σιγουρευτούμε αν μπορούμε να γνωρίζουμε την αλήθεια, τελειώνει η καριέρα μας, η ακαδημαϊκή μας διαδρομή, και τη σκυτάλη παίρνουν άλλοι, εξίσου αβέβαιοι για την ικανότητά μας για την αλήθεια.
Οι αρχαίοι, παρόλο που ανησυχούσαν κι εκείνοι για την αλήθεια, αν μπορούν να τη γνωρίζουν, αφού αυτός είναι ο γενεσιουργός τόπος της φιλοσοφίας, επείγονταν να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους, να την πουν, να την ανακοινώσουν, να δουν αν η αλήθεια τους λέει κάτι στους συνανθρώπους τους, αν  τους βοηθούν λέγοντάς την, αν μπορεί η αλήθεια να αλλάξει τη ζωή τους, και τη ζωή των άλλων. Αυτό ήταν το αγώνισμα της φιλοσοφίας στην αρχαιότητα. Αυτή ήταν η κονίστρα που δοκιμάζονταν οι φιλόσοφοι, που διακινδύνευαν τη ζωή τους, που την κέρδιζαν, αν κατάφερναν να συγκινήσουν διαρκέστερα απ’ ό,τι να προκαλέσουν το φθόνο των συμπολιτών τους, επειδή πίστευαν στον εαυτό τους περισσότερο απ’ όσο άντεχαν οι υπόλοιποι.
Οι επίγονοι των φιλοσόφων εκείνων, σήμερα, όπως λένε οι Hanson και Heath στο Ποιος σκότωσε τον Όμηρο, “…συχνά γνωρίζουν ελάχιστα για τους Έλληνες και σπάνια, ή και καθόλου, σκέφτονται και ενεργούν σαν Έλληνες. Μερικοί ολίγοι μπορεί να έχουν επιτυχημένη σταδιοδρομία ως κλασικιστές, αλλά οι περισσότεροι θα είναι αποτυχημένοι ως Έλληνες, ως ερμηνευτές και διαχειριστές της ελληνικής σοφίας. Εσείς, το κοινό, δεν θα μάθετε ποτέ ποιοι είναι, τι διαβάζουν, τι γράφουν, και δεν θα ακούσετε ποτέ τι έχουν να πουν. Όποιος παρακολουθεί τα πήγαιν’ έλα στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Φιλολογικής Ένωσης, της επίσημης αδελφότητας των κλασικιστών, που γίνεται στο τέλος της χρονιάς, αντιλαμβάνεται το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στους ίδιους τους αρχαίους Έλληνες και στο επάγγελμα του κλασικιστή.” [σελ. 16]
“…Θα ήταν σκληρό αλλά όχι αναληθές να ομολογήσουμε ότι ουδείς από αυτούς του ηλικιωμένους καθηγητές, τους αρχιτέκτονες των σημερινών Κλασικών Σπουδών, που σπεύδουν σε παρουσιάσεις, δικτυώνονται και ανταλλάσσουν κουτσομπολιά, μοιάζει έστω και στο παραμικρό με εκείνους που κράτησαν τα στενά των Θερμοπυλών. Δεν μιλούν σαν τον μελλοθάνατο Σωκράτη ούτε προσλαμβάνουν τον κόσμο σαν τον Σοφοκλή. Ανάμεσά τους δεν θα βρεις καταδικασμένο Αχιλλέα ούτε θλιμμένη Σαπφώ και σίγουρα κανέναν σκληροτράχηλο ερασιτέχνη πολεμιστή που να περιμένει τους Πέρσες στον Μαραθώνα. Οι Αμερικανοί επιμελητές των Ελλήνων δεν είναι καν επιπόλαιοι σαν τον Αρχίλοχο, δεν διαθέτουν ούτε κατά διάνοια το χιούμορ του Αριστοφάνη ή τη σοβαρότητα του Θουκυδίδη. ΙΙώς ξεμακρύναμε τόσο απελπιστικά από εκείνους στους οποίους αφιερώσαμε τη ζωή μας;” [σ. 18]
“Πολύ συχνά η ορμητικότητα του προπτυχιακού φοιτητή δίνει τη θέση της στην κατάθλιψη του μεταπτυχιακού· οι Κλασικές Σπουδές παύουν να είναι ολονύχτια ανάγνωση της δύστυχης καταδικασμένης Ανδρομάχης πάνω στο τείχος να τραγουδάει: «Αλλά συ, Έκτορα, είσαι για μένα πατέρας και σεβαστή μητέρα κι αδερφός, εσύ ’σαι για μένα και δυνατός σύζυγος». Τώρα πρέπει να προλάβει να διαβάσει όλο τον τεχνητό κόσμο που έχουν χτίσει οι κλασικιστές με πρακτικά συνεδρίων, υπομνήματα, σύμμεικτα, μονογραφίες και βιβλιοκρισίες γύρω από τον αληθινό κλασικό κόσμο. Τις περισσότερες φορές, μετά από λίγους μήνες στο μεταπτυχιακό τμήμα, ο φοιτητής που πριν πάρει το πτυχίο του λαχταρούσε να διαδώσει τη γνώση των Ελλήνων, αναζητάει καταφύγιο στο κλειστό κύκλωμα των μυημένων των Κλασικών Σπουδών.” (σ. 283)
Το ερώτημα είναι: ανασκάπτοντας τα μνήματα της Σοφόπολης, τι μπορούμε να περιμένουμε; Ακόμα κι αν δεν μοιάζουμε μ’ εκείνους που προδίδουν την αποστολή να φέρουν στο φως ατόφια την ευρισκόμενη στα κείμενα ψυχή των φιλοσόφων του ανδρικού πολιτισμού των Ελλήνων, τι μπορούμε να κάνουμε; Κάτι δύσκολο αλλά σημαντικό. Όχι να ζωντανέψουμε τον Ηράκλειτο, τον Σωκράτη και τον Διογένη αλλά να δείξουμε πώς θα μπορούσαν να ήταν αν τους ενσαρκώναμε εμείς, σήμερα.
Είναι, από την άποψη αυτή, διαφορετικό το έργο μας από εκείνο των αρχαιολόγων. Εκείνοι οφείλουν να αποκαλύψουν όσα κείνται κάτω από το χώμα, όπως μπορούν να διασωθούν. Εμείς δεν αρκεί να μεταφέρουμε τα κείμενα αυτούσια στη συνείδηση των φοιτητών μας. Πρέπει να προσπαθούμε περισσότερο. Να δείχνουμε ότι μπορούμε κι εμείς να μιλάμε όπως οι πρώτοι διδάξαντες. Όχι με τη δική τους γλώσσα, όχι μιλώντας για εκείνα που απασχολούσαν εκείνους, αλλά με τη δική μας, για όσα μας απασχολούν σήμερα. Και να είναι αυτό μια πρακτική για τους διδάσκοντες και άσκηση για τους φοιτητές, τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Αυτό δεν συμβαίνει στη νομική σχολή; Γιατί εκεί οι καθηγητές είναι μάχιμοι, όπως λέμε, επίσης δικηγόροι, και οι φοιτητές ασκούνται σκεπτόμενοι πραγματικές υποθέσεις;
Το αντικείμενο, μάλιστα, νομικών και φιλοσόφων είναι το ίδιο: η δικαιοσύνη. Ο Ηράκλειτος γι’ αυτή μιλούσε, γιατί διαπίστωνε τη δραματική της έλλειψη, ο Εμπεδοκλής επίσης. Οι σοφιστές αυτή προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν. Η απολογία του Σωκράτη δεν ήταν επίδειξη επιχειρηματολογικής ικανότητας. Ήταν ο καιρός του να αντιμετωπίσει το πρόβλημα που θεωρητικά τον απασχόλησε σε όλη του τη ζωή. Ο Πλάτων, επίσης, γι’ αυτή σκέφτηκε και αυτή επιχείρησε να δει πως εφαρμόζεται, όσο κι αν απέτυχε. Ο Διογένης θύμα της αδικίας ήταν, όσο κι αν τη διέπραξε ο ίδιος, και μαθητής της δικαιοσύνης, όσο σκληρό κι αν ήταν το μάθημά της. Οι Στωικοί της δικαιοσύνης προσπαθούσαν να ισορροπήσουν τις ταλαντεύσεις, και οι Σκεπτικοί από τις υπερβολές των ανθρώπων στην αντίληψη που είχαν για το δίκαιο έγιναν σκεπτικοί.
Ζητήματα δικαιοσύνης ανακύπτουν σε όλες τις εποχές, πρόσφορες προκλήσεις για νομικούς αλλά κυρίως για φιλοσόφους. Αν δεν ανοίγει τον δρόμο η φιλοσοφική σκέψη, η νομική είναι ανήμπορη να διαχειριστεί σοβαρές υποθέσεις. Σήμερα, όμως, το ρόλο του φιλοσόφου τον έχουν αναλάβει νομικοί. Εκείνοι σκέφτονται φιλοσοφικά, για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της δικής τους πρακτικής. Μάλιστα, εκείνοι δεν κινδυνεύουν όπως οι φιλόσοφοι που μιλούν για το δίκαιο. Τους προστατεύει η ιδιότητά τους, που είναι αναγνωρίσιμη καθεαυτή και το έργο τους διακριτό. Ενώ οι φιλόσοφοι, ανέκαθεν, διακινδύνευαν ακόμα και τη ζωή τους μιλώντας για το δίκαιο.
Δεν γίνεται, ωστόσο, αλλιώς. Στην ιστορία του πολιτισμού η δικαιοσύνη των δικαστηρίων ανέκαθεν αργοπορούσε και ευνοούσε, όπως και σήμερα, την απόγνωση ή καλλιεργούσε τη διάθεση για αυτοδικία. Οι Έλληνες φιλόσοφοι σήκωναν το βάρος της άμεσης καταγγελίας της αδικίας, της ηθικής παρακμής και αφύπνιζαν τις συνειδήσεις των συνανθρώπων τους. Αυτός ο ρόλος εκκρεμεί για τη Φιλοσοφία από τον 2ο αιώνα μ.Χ. και μετά. Ποια εποχή θα τον ξαναδώσει στον φιλόσοφο; Η εποχή εκείνη που οι φιλόσοφοι θα διεκδικήσουν πάλι για λογαριασμό τους αυτόν το ρόλο, που μαχητές της σκέψης θα συνασπιστούν για γενιές στον αγώνα που υπερβαίνει συγκυριακές σκοπιμότητες, το πνεύμα μιας αγγλοσαξωνικής πολιτικής ορθότητας, και θα αναθέσουν στον άνθρωπο του μέλλοντος την κρίση για το έργο τους. Αυτό έκαναν οι Έλληνες στην αρχαιότητα, αυτό το όραμα συνέλαβε ο ελληνικότερος σύγχρονος φιλόσοφος, ο Φρειδερίκος Νίτσε. Εμείς; Σας ευχαριστώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου