Benjamin Constant: Περί της Θρησκευτικής Ελευθερίας

Γνωστός υπέρμαχος του φιλελευθερισμού, ο Constant γεννήθηκε το 1767  και πέθανε το 1830. Ένα από τα σημαντικά κείμενα, που αφιέρωσε στην ελευθερία, έχει τίτλο Περί της θρησκευτικής ελευθερίας. Ρεαλιστής, ακριβολόγος αλλά και ευαίσθητος, και γλαφυρός, ο Constant, με αφορμή την πολιτική πραγματικότητα του καιρού του, μίλησε για το θρησκευτικό συναίσθημα, για τη φύση του, αλλά και για την τύχη του, ανάμεσα στις συμπληγάδες της πολιτικής διαπάλης.
Το ισχύον σύνταγμα, έγραφε για το σύνταγμα του καιρού του στη Γαλλία, επέστρεψε στη μόνη εύλογη αντίληψη αναφορικά με τη θρησκεία: αυτή της καθιέρωσης της θρησκευτικής ελευθερίας χωρίς διάκριση, χωρίς προνόμια, χωρίς ακόμα καμία υποχρέωση των ατόμων να δηλώσουν την προτίμησή τους προς ένα συγκεκριμένο δόγμα, αρκεί να τηρούν αμιγώς νομικούς εξωτερικούς τύπους. Αν η θρησκεία ήταν πάντα απόλυτα ελεύθερη, θα αποτελούσε, πίστεψε ο Constant, αντικείμενο σεβασμού και αγάπης. Θα ήταν τελείως αδιανόητος ο αλλόκοτος φανατισμός που την καθιστά καθεαυτή αντικείμενο μίσους ή κακεντρέχειας. Τα αίτια των βασάνων μας, σύμφωνα με τον Γάλλο στοχαστή, είναι πολυάριθμα. Η κρατική εξουσία μπορεί να μας προγράψει, το ψεύδος να μας συκοφαντήσει. Οι δεσμοί μιας εντελώς επίπλαστης κοινωνίας μάς πληγώνουν. Η άκαμπτη φύση μάς πλήττει σε ό,τι αγαπάμε. Τα γηρατειά ζυγώνουν, ηλικία ζοφερή και βαριά, όπου τα αντικείμενα σκοτεινιάζουν και φαίνονται να απομακρύνονται, και όπου το ψύχος και η αχλή καλύπτουν οτιδήποτε μάς περιβάλλει.
Με τόσους πόνους αναζητούμε παντού ανακούφιση, και κάθε παρηγοριά διαρκείας έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Όταν οι άνθρωποι μας καταδιώκουν, δημιουργούμε ένα οποιοδήποτε καταφύγιο μακριά από αυτούς. Όταν βλέπουμε να μας εγκαταλείπουν οι πλέον προσφιλείς ελπίδες μας, η δικαιοσύνη, η ελευθερία ή η πατρίδα, παρηγορούμαστε με τη σκέψη ότι υπάρχει κάπου ένα ον που θα μας ανταμείψει για το ότι υπήρξαμε πιστοί, ακόμα και τούτη την εποχή, στη δικαιοσύνη, στην ελευθερία ή στην πατρίδα. Όταν πενθούμε για κάτι αγαπημένο, ρίχνουμε μια γέφυρα πάνω από την άβυσσο και τη διαβαίνουμε νοερά. Και τέλος, όταν η ζωή μάς εγκαταλείπει, ξεκινάμε για μιαν άλλη ζωή. Έτσι, η θρησκεία είναι εκ φύσεως η πιστή συντρόφισσα, η πολυμήχανη και ακούραστη φίλη κάθε δυστυχισμένου.
Παρηγορήτρα της δυστυχίας μας, η θρησκεία είναι ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Constant, το φυσικότερο όλων των συναισθημάτων. Όλες οι φυσικές μας αισθήσεις, όλα τα ηθικά μας αισθήματα την κάνουν να ξαναγεννιέται στις καρδιές μας, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Όλα όσα μάς φαίνονται απεριόριστα, και παράγουν μέσα μας την αίσθηση της απεραντοσύνης - όπως η θέα του ουρανού, η σιγαλιά της νύχτας, η απέραντη έκταση των θαλασσών -, όλα όσα οδηγούν στην τρυφερότητα ή στον ενθουσιασμό – όπως η συνειδητοποίηση μιας ενάρετης πράξης, μιας γενναιόδωρης θυσίας, ενός κινδύνου που αντιμετωπίστηκε θαρραλέα, ή ένας ξένος πόνος που μετριάσθηκε ή ανακουφίσθηκε -, όλα όσα διεγείρουν στα βάθη της ψυχής μας τα πρωτογενή στοιχεία της φύσης μας – όπως την περιφρόνηση της ακολασίας και το μίσος κατά της τυραννίας -, τρέφουν το θρησκευτικό συναίσθημα.
Το θρησκευτικό συναίσθημα συνδέεται στενά με όλα τα ευγενή, λεπτά και βαθιά πάθη. Όπως σε καθένα από όλα αυτά, υπάρχει και σε αυτό κάτι μυστηριώδες, και αυτό γιατί η κοινή λογική δεν μπορεί να ερμηνεύσει κανένα πάθος με ικανοποιητικό τρόπο. Ο έρωτας, για παράδειγμα, αυτή η αποκλειστική προτίμηση για ένα πρόσωπο, προς το οποίο για μεγάλο διάστημα θα μπορούσαμε να είμαστε αδιάφοροι, και με το οποίο τόσα άλλα μοιάζουν• η ανάγκη για δόξα, αυτή η δίψα για διασημότητα, που θέλουμε να διατηρηθεί και μετά το θάνατό μας• η χαρά που βρίσκουμε στην αφοσίωση, χαρά αντίθετη με το κοινό ένστικτο του εγωισμού• η μελαγχολία, αυτή η θλίψη χωρίς αιτία, στο βάθος της οποίας βρίσκεται μια ευχαρίστηση που δεν μπορούμε να αναλύσουμε• χίλια άλλα αισθήματα, που αδυνατούμε να περιγράψουμε, και τα οποία μας γεμίζουν με ακαθόριστες εντυπώσεις και συγκεχυμένα συναισθήματα• όλα τούτα τα ανεξήγητα για την αυστηρή λογική, συγγενεύουν με το θρησκευτικό συναίσθημα. Όλα τους ευνοούν την ανάπτυξη της ηθικής. Βγάζουν τον άνθρωπο από τον περιορισμένο κύκλο των ενδιαφερόντων του. Αποκαθιστούν στην ψυχή εκείνη την ευελιξία, τη λεπτότητα και την ανάταση που καταπνίγει τη ρουτίνα της καθημερινής ζωής και τους υπολογισμούς που τη συνοδεύουν. Ο έρωτας είναι το πλέον σύνθετο από αυτά τα συναισθήματα, επειδή έχει ως στόχο μια καθορισμένη απόλαυση, επειδή ο σκοπός αυτός βρίσκεται κοντά μας, και επειδή καταλήγει στον εγωισμό. Το θρησκευτικό συναίσθημα, για τον αντίθετο λόγο, αποτελεί το αγνότερο όλων αυτών των παθών. Δε μας εγκαταλείπει μαζί με τη νιότη. Και ενίοτε ενισχύεται στην προχωρημένη ηλικία, σαν να μας το έδωσε ο Ουρανός για παρηγοριά στην πλέον στερημένη περίοδο της  ζωής μας.
Βέβαια, οποιοδήποτε βαθύ συναίσθημα έχει εξίσου ευεργετική επίδραση: «Ένας μεγαλοφυής άνθρωπος έλεγε ότι η θέα του Απόλλωνα του Belvedere ή ενός πίνακα του Ραφαήλ τον έκανε καλύτερο.  Πραγματικά, στη θέαση του ωραίου, σε οποιαδήποτε μορφή του, υπάρχει κάτι που μας αποσπά από τον εαυτό μας, κάνοντάς μας να αισθανθούμε ότι η τελειότητα αξίζει παραπάνω από εμάς. Η πεποίθηση αυτή με τη σειρά της μάς εμπνέει μια στιγμιαία ανιδιοτέλεια, και εγείρει εντός μας τη δύναμη της θυσίας, που αποτελεί την πηγή κάθε αρετής. Υπάρχει στο συναίσθημα – ανεξάρτητα από την προέλευσή του – κάτι που κάνει το αίμα μας να ρέει ταχύτερα, που μας παρέχει ένα είδος ευεξίας, που διπλασιάζει την αίσθηση της ύπαρξης και των δυνάμεών μας και, με αυτούς τους τρόπους, μας καθιστά ευεπίφορους σε μια γενναιοδωρία, σε ένα θάρρος και σε μια συμπάθεια που υπερβαίνουν τη συνηθισμένη μας διάθεση. Ακόμα και ο διεφθαρμένος άνθρωπος γίνεται καλύτερος, όταν συγκινείται και για όσο συγκινείται.» 
Ο Constant δεν εννοεί καθόλου ότι η απουσία θρησκευτικού συναισθήματος πιστοποιεί, για κάθε άτομο, την απουσία ηθικής. Υπάρχουν άνθρωποι που κυριαρχούνται από το νοητικό στοιχείο, και δεν κάμπτονται παρά μόνο ενώπιον απτών αποδείξεων. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως απορροφούνται από βαθείς στοχασμούς, και προστατεύονται ως επί το πλείστον από φθοροποιούς πειρασμούς μέσω της απόλαυσης της μελέτης ή της συνήθειάς τους να σκέπτονται. Συνεπώς, μπορούν να αρθρώσουν μια ευσυνείδητη ηθική. Αλλά, όσον αφορά το πλήθος των χυδαίων ανθρώπων, η απουσία θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν οφείλεται διόλου σε παρόμοια αίτια, προδίδει συνήθως ψυχρή καρδιά, επιπολαιότητα, ψυχή απορροφημένη σε ποταπά και χαμερπή ενδιαφέροντα, καθώς και μεγάλη στειρότητα φαντασίας.
Δεν θα είχα κακή γνώμη, γράφει ο Constant, για ένα φωτισμένο άνθρωπο, αν μου τον παρουσίαζαν ως ξένο προς το θρησκευτικό συναίσθημα. Αλλά ένας άνθρωπος που είναι ανίκανος να δοκιμάσει αυτό το συναίσθημα, μοιάζει στερημένος από μια πολύτιμη ικανότητα, και με απόκληρο της φύσης. Αν μου προσάψουν ότι δεν καθορίζω με τρόπο αρκετά ακριβή το θρησκευτικό συναίσθημα, θα ρωτούσα με τη σειρά μου: πώς μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια αυτό το ακαθόριστο και διεισδυτικό στοιχείο της ηθικής μας αίσθησης, το οποίο εκ φύσεως αψηφά όλες τις προσπάθειες της γλώσσας; Πώς να προσδιορίσουμε την εντύπωση μιας σκοτεινής νύχτας, ενός παλιού δάσους, του ανέμου που στενάζει μέσα από τα ερείπια ή πάνω από τα μνήματα, του ωκεανού που εκτείνεται πέρα από το βλέμμα; Πώς να προσδιορίσουμε το συναίσθημα που μας προκαλούν... ο ναός του Αγίου Πέτρου, η μελέτη του θανάτου, η αρμονία των μορφών ή των σχημάτων; Πώς να προσδιορίσουμε την ονειροπόληση, αυτό το εσωτερικό τρεμούλιασμα της ψυχής, πώς να διαπιστώσουμε το πώς συμπλέκονται και το πώς χάνονται, σε μια μυστηριώδη σύγχυση, όλες οι δυνάμεις της αίσθησης και της σκέψης; Στο βάθος όλων αυτών υπάρχει η θρησκεία. Καθετί ωραίο, καθετί οικείο, καθετί ευγενές, συμμετέχει στη θρησκεία.
Η θρησκεία, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι το κοινό κέντρο όπου ενώνονται – πέρα από την επίδραση του χρόνου και την ακτίνα δράσης της κακίας – όλες οι ιδέες της δικαιοσύνης, της αγάπης, της ελευθερίας, του οίκτου, οι οποίες, σε τούτο τον εφήμερο κόσμο, συγκροτούν την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου γένους. Είναι η μόνιμη παράδοση κάθε πράγματος που παραμένει ωραίο, μεγάλο και καλό μέσα στην εξαχρείωση και την αδικία όλων των αιώνων. Είναι η αιώνια φωνή, που απαντά στην αρετή στη δική της γλώσσα, η έκκληση του παρόντος στο μέλλον, της γης στον ουρανό, η σεπτή καταφυγή όλων των καταπιεσμένων σε όλες τις περιστάσεις, η τελευταία ελπίδα της αθωότητας που θυσιάζεται, και της αδυναμίας που ποδοπατείται.
Γιατί λοιπόν, παρόλα αυτά, αναρωτιέται ο Γάλλος στοχαστής, αυτή η σταθερή σύμμαχος, αυτή η αναγκαία αρωγός, αυτό το μοναδικό αμυδρό φως στο ζόφο, υπήρξε στόχος συχνών και λυσσαλέων επιθέσεων σε όλους τους αιώνες; Για ποιο λόγο η τάξη που ανακηρύσσεται αντίπαλος της θρησκείας υπήρξε σχεδόν πάντα η πλέον φωτισμένη, η πλέον ανεξάρτητη και η πλέον μορφωμένη; Αυτό συμβαίνει επειδή η φύση της θρησκείας έχει αλλοιωθεί. Ο άνθρωπος καταδιώχθηκε μέχρι και σε αυτό το τελευταίο του καταφύγιο, μέσα σε τούτο το ενδόμυχο ιερό της ύπαρξής του. Η θρησκεία έχει μεταμορφωθεί, στα χέρια της εξουσίας, σε απειλητικό θεσμό. Αφού την είδαμε να προκαλεί τα σημαντικότερα από τα βάσανά μας, η εξουσία απαίτησε τον έλεγχο ακόμα και της ίδιας της παρηγοριάς του ανθρώπου. Η δογματική θρησκεία, δύναμη εχθρική και διωκτική, θέλησε να υποτάξει στο ζυγό της τη φαντασία με τους συνειρμούς της, και την καρδιά με τις ανάγκες της. Κατάντησε μάστιγα, χειρότερη από εκείνες που ήταν προορισμένη να μας κάνει να λησμονήσουμε.
Αυτός είναι ο λόγος που, σε όλες τις εποχές, οι άνθρωποι διακήρυσσαν την ηθική τους ανεξαρτησία, αυτή την αντίσταση στη θρησκεία, η οποία έδινε την εντύπωση ότι στρέφεται εναντίον των γλυκύτερων αισθημάτων μας, ενώ στην πραγματικότητα στρέφεται εναντίον της καταπιεστικότερης τυραννίας ...Το μένος των πιστών, διακήρυξε ο Constant δυο αιώνες πριν, αναφερόμενος στον καθολικισμό, ενισχύει τη ματαιοδοξία των απίστων...                                
                                    Ι.Σ. Χριστοδούλου


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο εμφύλιος των φύλων

Εύη Ζορπίδου, "Mια φιλοσοφική αυτοβιογραφία ή νέος λόγος περί μεθόδου (Ι. Χριστοδούλου, "Φιλοσοφία είναι…")"

Ακόμα του Πολυτεχνείου μια επέτειος... (14 Νοεμβρίου 2014 … 17 Νοεμβρίου 2021)